Αθηναϊκή ταβέρνα

Προδημοσίευση  του υπό εκδοση βιβλίου του  Γιώργου Πιττα που θα κυκλοφορήσει μες τον Νοέμβριο από τις εκδόσεις Ινδικτος.

scan016 xxx

 

ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΤΑΒΕΡΝΑ

Χώρος επικοινωνίας, έκφρασης του λαϊκού κεφιού, διασκέδασης και γέλιου. Χώρος καλαμπουριού, ξεδόματος, ονειροπώλησης, χαλάρωσης και απόλαυσης. Χώρος εξομολογήσεων, αρσενικών αλληλοεκμυστηρεύσεων, πονεμένων ερωτικών ιστοριών και αθεράπευτων ερώτων. Χώρος λησμονιάς – βοηθούσης της οινοποσίας – φευγιού απο τα ντέρτια και τους καημούς της ζωής. Χώρος δημιουργίας, διαφύλαξης και ανανέωσης του μοναδικού πολιτιστικού μας αγαθού που είναι οι τοπικές μας κουζίνες. Χώρος ομαδικής ψυχοθεραπείας με θεράποντα τον ταβερνιάρη. Πρώτες συναντήσεις, ερωτικές εξομολογήσεις, αλλά και πολιτικές αναλύσεις και συνωμοτικές μαζώξεις. Χώρος κοινωνικών συναθροίσεων, οικογενειακών γιορτών όπου επιβεβαιώνεται η κοινωνική συνοχή, χαράς σπουδαίων γεγονότων, όπως γάμοι, βαφτίσια κλπ.  Χώρος υπέρβασης της ζοφερής πραγματικότητας, διέξοδος και διαφυγή απο τη μοναξιά. Χώρος όπου ικανοποιείται η πείνα και η δίψα, αλλά όπου το φαγητό και το πιοτό δεν είναι παρά η αφορμή για να ενωθεί η μια ψυχή με την άλλη, να βρεί την άκρη του νήματος, να αποκαλύψει την ατομική αλήθεια και να ενωθεί με το πανανθρώπινο. Τέλος, χώρος ιστορικής μνήμης, συζητήσεων και σχολιασμού της καθημερινότητας, διαμόρφωσης της κοινωνικής συνείδησης.

scan071

 Η Ταβέρνα, σε μια ιστορική πορεία, έθρεψε και ανέπτυξε τα πιο χαρακτηριστικά πολιτιστικά αγαθά του Ελληνισμού. Εδώ άνθησε η καντάδα, ανδρώθηκε το ρεμπέτικο, τραγουδήθηκαν τα αντάρτικα. Στην ταβέρνα πρωτογλέντησαν οι ξεσπιτωμένοι Μικρασιάτες, βρήκαν καταφύγιο οι απόκληροι και οι περιθωριακοί, χάρηκαν οι παλαιοί Αθηναίοι τις Απόκριες και τον Καρνάβαλο, σφυρηλατήθηκε η αντιδικτατορική συνείδηση των νέων την περίοδο της χούντας, τραγουδήθηκαν τα τραγούδια του Θεοδωράκη, έμαθαν οι νεολαίοι του 1980 να τραγουδούν τα αθάνατα ρεμπέτικα.

Γιατί όμως η ταβέρνα κι όχι ο άλλος κατ’ εξοχήν χώρος που περνάει ο Έλληνας τον ελεύθερο χρόνο του, το καφενείο;

 SDIM8427

Το καφενείο είναι ο χώρος έκφρασης του συνειδητού. Στο καφενείο μαθαίνονται τα νέα (απο τα πιο σημαντικά, πόλεμοι, σεισμοί, καταστροφές, ως τα πιο ασήμαντα, ποδόσφαιρο, προξενιά, χωρισμοί), σχολιάζεται η επικαιρότητα, υπερασπίζονται οι πολιτικές πεποιθήσεις. Αναπτύσσονται οι κομματικές έρριδες, φορτίζεται το κλίμα, δημιουργούνται οι μικρές «Βουλές» της χώρας. Ο ένας προσπαθεί να πείσει τον άλλο, κυριαρχεί η λογική της αντιπαλότητας και η αντιπαράθεση των ιδεών. Η ώρα του καφέ, του ούζου με το μεζέ, η «καφενοκουβέντα» της πολιτικής. Σύγκρουση προσωπικών απόψεων, έκφραση έλλογης σκέψης. Εδώ «σκοτώνεται» η ώρα, παίζονται τυχερά παιχνίδια αλλά και συνάπτονται οικονομικές συμφωνίες, κλείνονται δουλειές, κυριαρχεί η άμιλλα. Το καφενείο στεγάζεται συνήθως σε χώρους ευάερους και ευήλιους, κοντά σε πλατείες, εκεί όπου υπάρχει κόσμος, πέρασμα, «αγορά». Δεν κλείνεται ποτέ σε υπόγεια ή απόμερα μέρη. Το καφενείο είναι ο χώρος που κυριαρχείται απο τον Λόγο και τη Συνείδηση.

Η Ταβέρνα, απ’ την άλλη, είναι ο χώρος έκφρασης του ασυνείδητου. Εδώ οι άνθρωποι μιλούν με τη γλώσσα της ψυχής και όχι της λογικής. Πίνουν, μιλούν, τραγουδούν, γλεντούν, αδελφώνονται, αγαπούν, πονούν, υποφέρουν θυμούνται, λυτρώνονται. Το γλέντι, ο νταλκάς, το τσακίρ κέφι, το ζεϊμπέκικο, είναι μοναχικοί δρόμοι αναζήτησης και έκφρασης της αλήθειας, που ενωμένοι στον κοινό τόπο της ταβέρνας προσπαθούν να νικήσουν τον ανθρώπινο πόνο. Επι – κοινωνία. Η ταβέρνα είναι χώρος υπέρβασης. Ο χώρος που κυριαρχείται απο το συναίσθημα. Γι’ αυτό σπάνια βρίσκεται κοντά σε χώρους «αγοράς». Προτιμά το απόμερο, το ανήλιο. Στεγάζεται σε υπόγεια, εκεί που κατοικεί το ασυνείδητο.

 scan011

Το βιβλίο «Αθηναϊκή Ταβέρνα» που σε λίγο καιρό θα βρίσκεται  στα χέρια μας δεν διαμορφώθηκε από την αρχή με μια  προκαθορισμένη αρχιτεκτονική. Όπως θα φανεί και παρακάτω, αρχικά ούτε καν πρόβλεψη για την συγγραφή του δεν υπήρξε. Η κεντρική ιδέα της έρευνας ήταν μιά ρομαντική προσπάθεια  να  αποτυπωθούν με λόγο και με εικόνα, ο χώρος και ο κόσμος της ταβέρνας που σιγά-σιγά έσβηνε. Στην πορεία καθώς συγκεντωνόνταν το υλικό και διαμορφωνόταν το περιεχόμενο της έρευνας προκύπταν συνεχώς νέες ανάγκες και νέα δεδομένα στα οποία βέβαια δεν θα μπορούσα να αντισταθώ. Η ταβέρνα λειτούργησε σαν ο πυκνωτής της έλληνικής λαϊκής αστικής διασκέδασης. Συνδέθηκε  όπως προαναφέρθηκε με πολλές εκφάνσεις του ελληνικού  λαικού πολιτισμού και για αυτο το λόγο έπρεπε να βρεθούν οι τομές και οι διασυνδέσεις.  

 Η ιδέα αυτής της έρευνας ξεκίνησε το 1990. Είχε προηγηθεί μιά δεκαετία φωτογραφήσεων και καταγραφών στα ταβερνάκια της Αθήνας  που είχαν χαρακτήρα τελείως ερασιτεχνικό. Ανάμεσα στο γλέντι και το χαροκόπι με φίλους, παλιούς συμμαθητές τραβούσα κάποιες φωτογραφίες – ο Θεός να τις πεί φωτογραφίες – λίγο αναμνηστικές λίγο σαν ντοκουμέντα ενός τρόπου ζωής και διασκέδασης. Που και που σε κανά παλιοτέφτερο ή συνήθως στη λαδόκολα σημείωνα καμιά ατάκα, καμιά ιστορία, κανένα περιστατικό.  Όλα αυτά τελείως περιστασιακα και χωρίς πρόγραμμα και στόχο.    Σπάνια  ο άνθρωπος μπορεί να συνειδητοποιήσει την μοναδικότητα και ιστορικότητα την των στιγμών που ζει, έτσι ώστε να θεωρεί οτι πρέπει να συλλαμβάνει τη στιγμή η το γεγονός. Απλώς τα ζει και τα απολαμβάνει. Όταν όμως ξαφνικά διαπίστωσα ότι ένα-ένα τα αγαπημένα μου στέκια εξαφανίζονταν μου σφηνώθηκε η ιδέα να αποτυπώσω όσα είχαν απομείνει. Στην τριετία 1990-1992 έγινε μιά αρκετά συστηματική δουλειά. Στην πορεία  γνωρίσα  έναν  ερασιτέχνη φωτογράφο, τον Τάκη Ροϊδάκη, τύπο μερακλή και φίλο της ταβέρνας ο οποίος  ήταν τότε στα ξεκινήματα του. Όποτε μας περίσευε χρόνος τα βραδάκια πέρναμε σβάρνα τις γειτονιές και αποτυπώναμε ταβερνάκια. Φωτογραφίζαμε και οι δυό αλλά επειδή οι δικές του φωτογραφίες ήταν καλύτερες,  εγώ αρκέστηκα στην έρευνα και στην καταγραφή του υλικού. Της ιστορίας δηλαδή της ταβέρνας και του ταβερνιάρη, την περιγραφή του χώρου και των θαμώνων καθώς και όσα είχαν σχέση με το φαγοπότι και τη διασκέδαση. Το τεφτέρι και η λαδόκολλα είχε αντικατασταθεί πλέον από μαγνητοφωνάκι και οι συζητήσεις είχαν πιά προσανατολισμό και κατεύθυνση.   Κάποια στιγμή δημιούργησα ένα ντοσιέ με το υλικό σελιδοποιημένο από  τις πρώτες δέκα ταβέρνες και το έδειξα σ’ έναν εκδοτικό οίκο ο οποίος με έγραψε κανονικά. Το γεγονός αυτό δεν με αποθάρυνε καθόλου.   

 scan037

Την περίοδο εκείνη αποτυπώθηκαν στέκια που αργότερα έκλεισαν και σήμερα έχουν περάσει στην ιστορία, όπως ο Θεόφιλος, ο Απότσος, ο Κυριάκος, οι Δυό φίλοι. Το γεγονός αυτό, δηλαδή ότι το υλικό είχε αποκτήσει μιά ιστορική διάσταση με παρηγορούσε και μου έδινε δύναμη να συνεχίσω. Η περίοδος αυτή είχε προφανώς και κάποιες άλλες συνέπειες. Είχα αποκομίσει μαζί με  τις μεγαλειώδεις εμπειρίες, τα πρώτα μου τριγλυκυρίδια και  πρώτα μου σημαντικά κιλά. Από  τότε η σχέση της έρευνας των ταβερνών  με την προσπάθεια  γιά δίαιτα ήταν πανηγυρικά αντιστρόφως ανάλογη.

Κάποια στιγμή αφοσιώθηκα έντονα στις κυρίως δραστηριότητές μου, με απορρόφησαν οι δουλειές, ο Ροϊδάκης έφυγε για την Καλαμάτα, και το έργο βάλτωσε. Μετά μπλέχτηκα άγρια με την Πάρο και το Αιγαίο, έριξα μαύρη πέτρα στην Αθήνα και τις φωτογραφικές και ερευνητικές  μου ανησυχίες τις μετατόπισα προς του Αρχιπελάγους τη μεριά. Παρ’ολα αυτά,  τις απαγορευτικές μέρες του χειμώνα για το Αιγαίο, άρχισα να μελετώ το θέμα της Αθηναϊκής ταβέρνας και ιστορικά. Να ανατρέχω, σε σχετική βιβλιογραφία, όχι απολύτως άμεση – γιατί ελάχιστα έχουν γραφτεί για τις ταβέρνες -  αλλά έμμεση. Αυτοβιογραφίες τραγουδιστών και συνθετών, που ζήσαν και τραγούδησαν σε ταβέρνες, κάποια αποσπάσματα Αθηναιογράφων με αναφορές στις ταβέρνες, σε κείμενα λογοτεχνικά που χρησιμοποιούσαν την ταβέρνα σαν πεδίο δράσης και πλοκής. Ψαχνωντας από εδώ και από εκεί άρχισε να συγκροτείται η ιστορία της Αθηναικής ταβέρνας όπως αυτή εξελίχθηκε διαχρονικά  παράλληλα με την ανάπτυξη της πρωτεύουσας και των συνοικιών της. Η ιστορία της ταβέρνας δημιούργησε το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου που χωρίσθηκε σε πέντε ιστορικές περιόδους. Α περίοδος (1834-1880), Β περίοδος (1880-1920), Γ περίοδος (1920-1940), Δ περίοδος (1940-1974), Ε περίοδος (1974-2000). Σε κάθε περίοδο προηγείτο μιά συντομη περιγραφή των ιστορικών και κοινωνικοοικονομικών δεδομένων της εποχής μεσα στις οποίες διαμορφωνόταν και η εξέλιξη της ταβέρνας.

scan041

 Γύρω στα μέσα της δεκαετίας που διανύουμε, είχε σχεδόν ολοκληρωθεί η Ιστορία της Αθηναικής ταβέρνας και η καταγραφή των τριάντα ενδεικτικών ταβερνών της Αθήνας.  Τότε μόνο μού έγινε αντιληπτό ότι αυτές οι τριάντα ταβέρνες με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσαν να συμπυκνώσουν και να εκπροσωπήσουν το σύνολο των ταβερνών της Πρωτεύουσας.  Γι΄ αυτό το λόγο προσετέθη το κεφάλαιο «Ταβέρνες σε γειτονιές της Αθήνας», όπου με συνοπτικώτερο τρόπο αποτυπώθηκαν οι σημαντικώτερες ταβέρνες των κυριώτερων συνοικιών ή περιοχών της Αθήνας. Οι  περισσότερες έξ αυτών είχαν είδη καταγραφεί με πλούσιο φωτογραφικό και συνεντευξιαξό υλικό το οποίο έμενε ανεκμετάλλευτο στο βαθμό που οι ταβέρνες αυτές δεν είχαν προκριθεί για τις τριάντα που προέβλεπε η έκδοση. Απο το σημείο όμως της αξιοποίησης ενός υπάρχοντος υλικού ως την παρουσίαση ενός πιό εξαντλητικού κεφαλαίου με το αντικείμενο αυτό ή απόσταση ήταν πολύ μεγάλη. Το εγχείρημα αυτή τη φορά ήταν πολυπλοκώτερο και σαφώς πιό δύσκολο. Έπρεπε να σαρωθούν οι γειτονιές της Αθήνας.  Κινητοποιήθηκαν τότε  τα μεγάλα μέσα και το σύνολο των γνωριμιών μου. Δεν ήταν δυνατόν να μήν υπάρχει άνθρωπος που να μην είχε μιά έντονη ανάμνηση στη ζωή του απο ταβέρνα. Το γεγονός αυτό προσπάθησα να αξιοποιήσω.   

 scan046

Στο Κεφάλαιο «Ταβέρνες  σε  γειτονιές της Αθήνας»  συνέδραμαν πολλοί γνωστοί και φίλοι ή και φίλοι και γνωστοί φίλων που μου γνώρισαν ταβερνάκια, κουτούκια και καπηλειά που μου ήταν τελείως άγνωστα.  Μιά άλλη πηγή πληροφοριών ήταν οι άγνωστοι θαμώνες των χώρων που επισκεπτόμασταν και που κατέθεταν με μεγάλο κέφι και ενθουσιασμό όσα κατατόπια γνώριζαν.

Έχοντας ολοκληρωθεί τα πρώτα τρία Κεφάλαια «Η ιστορία της Αθηναικής ταβέρνας», « Ταβέρνες  σε γειτονιές της Αθήνας» και «Τριάντα ταβέρνες της Αθήνας» διεφάνη η ανάγκη της σύνοψης όλων αυτών που αποτελούν και συγκροτούν στις μέρες μας το περιβάλλον και τα χαρακτηριστικά του κόσμου της ταβέρνας (Τοποθεσία, είδος κτηρίου, τύπος ταβέρνας, διαρύθμιση και διακόσμηση, ο ρόλος του ταβερνιάρη, το φαγητό και το κρασί, η διασκέδαση στη ταβέρνα και τέλος η ιστορία και μύθος της).

  Ετσι μας προέκυψε και το τέταρτο και  τελευταίο  Κεφάλαιο «Η Αθηναική ταβέρνα σήμερα».

Γιά την ακόμα  πληρέστερη εικόνα του ρόλου της ταβέρνας, προστέθηκε ένα Παράρτημα με δύο θέματα: Η ταβέρνα στον Ελληνικό Κινηματογράφο  και διάφορα σχόλια που διατυπώθηκαν για την ταβέρνα.

 SDIM8158

Ο κόπος και η εργασία για την  αποδελτίωση, φωτογράφιση και αποτύπωση των 200 και παραπάνω ταβερνών,  είχε  ένα παράλληλο απολογισμό απολαύσεων, με τις αντίστοιχες καταχρήσεις… τους δυό και πλέον τόνους κρασί που   καταναλώθηκε, τις  δεκάδες συκωταριές,  και τα εκατοντάδες κεφτεδάκια. ….Χιλιάδες τραγούδια τραγουδήθηκαν, ζεϊμπέκικα, καρσιλαμάδες και τσιφτετέλια απολαύστηκαν, ενώ δεν θυμάμαι πόσες φορές ποτήρια ρετσίνας τσουγκρίσθηκαν ευχόμενα υγεία  και μακροημέρευση 

Ενα ερευνητικό έργο 20 ετών βρίσκεται στο πέρας του. Ο Μανώλης Βελιτζανίδης των εκδόσεων Ινδικτος πίστεψε στην αξία του, κι έτσι, μετά από έναν χρόνο συστηματικής δουλειάς και απολαυστικής συνεργασίας μαζί του και με την ομάδα του, είμαστε έτοιμοι να παραδώσουμεστους ρέκτες της Ταβέρνας και του κόσμου της, τους καρπούς αυτού του πονήματος. Η κριτική αλλά και η απόλαυση δική σας.

 scan006

Αρχαία λατομεία παριανού μαρμάρου

_MG_8913 xx

Τα τελευταία δέκα χρόνια, ο παγκόσμιος τουρισμός χαρακτηρίζεται από δύο τάσεις. Η κυρίαρχη τάση είναι η συγκεντροποίηση των μεγάλων τουριστικών tour operator, με αποτέλεσμα αφ’ ενός την αποδυνάμωση των μικρών πρακτορείων και αφ’εταίρου την ικανότητα  2-3 εταιριών να κατευθύνουν το σύνολο του μαζικού τουρισμού (charter) σε   όλο και φθηνότερους προορισμούς και όπου αλλού τους υπαγορεύουν τα συμφεροντά τους. Η δεύτερη τάση είναι  η αναδυώμενη τάση των internet users. H χρήση του διαδικτύου γιά την εξευρεση του τουριστικού προορισμού ξεκίνησε δειλά-δειλά πριν είκοσι  χρόνια και σήμερα το 25% της παγκοσμίου αγοράς επιλέγει και κάνει διακοπές ερχόμενη απ’ευθείας σε επαφή με τα ξενοδοχεία και τα μεταφορικά μέσα. Η τάση αυτή, χρόνο με το χρόνο, συνεχώς αυξάνεται και αυτό γιατί μιά νέα κοινωνική τάξη με νέα  τουριστικά ενδιαφέροντα το χρησιμοποιεί κατά κόρο. Η νέες αυτές κοινωνικές ομάδες, μεσαίων εισοδημάτων και υψηλού μορφωτικού επιπέδου,  σε αντίθεση με τον μαζικό τουρισμό και τους γιάπηδες που καταναλώνουν φίρμες, επώνυμες μάρκες και απολαμβάνουν την γοητεία της χλιδής και της πολυτέλειας θέλουν να γνωρίσουν τις λεπτομέρειες πίσω από τις φευγαλέες εικόνες. Οι  ψαγμένοι αυτοί περιηγητές, έχουν χρήματα αλλά παράλληλα έχουν ευαισθησίες σχετικά με το περιβάλλον, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τους τοπικούς πολιτισμούς και την πολιτισμικότητα. Τους γοητεύουν οι εντυπωσιακές εμπειρίες, οι περίπατοι σε παρθένα μονοπάτια, οι πολιτιστικές κληρονομιές, η τοπικές γαστρονομίες, η συναναστροφή με τους ανθρώπους της χώρας που επισκέπτονται και απεχθάνονται τον εγκλεισμό τους στα άσυλα των all inclussive ξενοδοχείων.

Με βάση τα νέα αυτά δεδομένα της παγκοσμιοποίησης του τουρισμού, είναι προφανές ότι κάθε τόπος πρέπει να κάνει ό,τι είναι δυνατόν προκειμένου να διαφοροποιηθεί και να προβάλει τη δική του μοναδική ταυτότητα. Μιά ταυτότητα που, παράλληλα με την γενικότερη ποιοτική αναβάθμιση των παρεχόμενων τουριστικών υπηρεσιών, θα πρέπει να εστιασθεί σ’ αυτό που θα αναδείξει την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του συγκεκριμένου τόπου στο παγκόσμιο τουριστικό στερέωμα.

_MG_8970 

Η Πάρος έχει ένα μοναδικό πολιτιστικό κοίτασμα παγκοσμίας εμβέλιας. Κι όμως μένει τελείως ανεκμετάλλευτο. Τα αρχαία λατομεία στο Μαράθι.

Στα περίφημα αρχαία λατομεία της Πάρου, που βρίσκονται στο Μαράθι σε απόσταση 5 χλμ. από την Παροικιά, έβγαινε το παριανό μάρμαρο, ξακουστό για την συμβολή του στην αρχιτεκτονική και κυρίως στη γλυπτική των κλασικών χρόνων. Από το εξαίσιο αυτό μάρμαρο κατασκευάστηκαν ο ναός του Απόλλωνα και ο θησαυρός των Σιφνίων στους Δελφούς, ο ναός του Διός στην Ολυμπία, ο ναός του Απόλλωνα στη Δήλο, το μαυσωλείο της Αλικαρνασσού και μοναδικά αγάλματα όπως η Νίκη του Παιωνίου, ο Ερμής του Πραξιτέλη, η Αφροδίτη της Μήλου. Υπολογίζεται ότι το 70% των γλυπτών στις περιοχές που βρέχονται από το Αιγαίο πέλαγος είναι από παριανό μάρμαρο. Τα κύρια χαρακτηριστικά του είναι η καθαρότητά του, η διαύγειά του και η ικανότητά του να αιχμαλωτίζει το φως, ιδιότητες που δίνουν μία ανεπανάληπτη πλαστικότητα στα γλυπτά έργα. Το βάθος διαφάνειας του παριανού μαρμάρου έφθανε στα 4-7 εκατοστά, ενώ στο αντίστοιχο της Καράρα Ιταλίας δεν ξεπερνούσε τα 2,5 εκατοστά και της Πεντέλης το 1,5 εκατοστό. Η εξόρυξη του μαρμάρου γινόταν με δύο τρόπους. Στα υπαίθρια λατομεία εξαγόταν ο Λευκός Λίθος, κατάλληλος για την κατασκευή ναών και κτηρίων, και από τις υπόγειες στοές με την βοήθεια των λύχνων (φαναριών) εξορυσσόταν ο λυχνίτης, το μάρμαρο της αγαλματοποιίας. Υπολογίσθηκε ότι ο όγκος του λυχνίτη που εξορύχθηκε την αρχαιότητα ξεπέρασε τα 250.000 κυβικά μέτρα.

 

Την περίοδο του Βυζάντιου, κατά την Ενετοκρατία και την Τουρκοκρατία, τα λατομεία αδρανούν και επαναλειτουργούν μετά τη δημιουργία του Ελληνικού Κράτους. Στην αρχή (1840-1857) ο ονειροπόλος πολεοδόμος Σταμάτης Κλεάνθης, ο δημιουργός των πρώτων σχεδίων  της Αθήνας, αναζητά το παριανό μάρμαρο για τις ανάγκες κατασκευής των ανδριάντων της πόλης. Το 1879 αναλαμβάνει τα λατομεία μια Βελγική εταιρία, η οποία δαπανά τεράστια ποσά για την αξιοποίησή τους. Γύρω από τα λατομεία κτίζονται δύο ατμοκίνητα βιομηχανικά κτήρια, ενώ παράλληλα κατασκευάζεται μια σιδηροδρομική γραμμή με βαγονέτα που μεταφέρουν τους μαρμάρινους όγκους στο λιμάνι της Παροικιάς και από εκεί στις αγορές του εξωτερικού. Στις αρχές του 20ου αιώνα η επιχείρηση χρεοκόπησε και το μόνο που μας θυμίζει τη δράση της είναι τα ερείπια των βιομηχανικών κτιρίων, δείγματα μιας ηρωικής εποχής.

Σήμερα ο χώρος των αρχαίων λατομείων είναι εγκαταλειμμένος, το λευκό μάρμαρο του λυχνίτη έχει ολοσχερώς εξαντληθεί.

_MG_8898 

Οι τρόποι αξιοποίησης των αρχαίων λατομείων είναι ποικίλοι. Η δημιουργία ενός πολυδύναμου πολιτιστικού κέντρου, με επίκεντρο την ιστορία του παριανού μαρμάρου και η τοποθέτηση όλων των αντιγράφων των σπουδαιότερων αγαλμάτων, ενω με άλλα οπτικοαστικά μέσα θα μπορούν να προβάλλονται το σύνολο των αρχαίων κτιρίων που κατασκευάστηκαν από αυτό. Σ’ ένα άλλο χώρο να αποτυπωθεί η ιστορία της εξέλιξης των τεχνολογιών εξόρυξής του. Τέλος ένα κέντρο μαρμαρογλυπτικής που θά προσκαλεί μαρμαρογλύπτες από όλο τον κόσμο. Παράλληλα, γύρω από τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις του 19ου   οπου θα στεγάσουν τα νέα κτίρια, να κατασκευασθεί ένα δίκτυο μονοπατιών που θα οδηγεί σε όλα τα υπαίθρια λατομεία και στις πιο προσπελάσιμες σπηλιές και στοές δημιουργωντας ένα μοναδικό πάρκο.Ένα άλλο δίκτυο μονοπατιών θα μπορούσε να οδηγεί σε εκκλησιές, μοναστήρια με πιό πρόσφατες εφαρμογές μαρμαρογλυπτικής και θα καταλήγει στις παραλίες φόρτωσης των αρχαίων μαρμάρων (Δρυός, Σάντα Μαρία κ.λ.π.).

000003_2 xx

Η ανάδειξη και η αξιοποιηση των αρχαίων λατομείων είναι ένα εγχείρημα πνοής, ένα έργο πολυεπίπεδο που εμπλέκει όχι μόνο τις τοπικές αρχές αλλά και πολλές κεντρικές υπηρεσίες (Αρχαιολογική, Πολεοδομία)  και υπουργεία (Πολιτισμού, Οικονομικών, Τουρισμού). Είναι προφανές ότι ξεπερνά τις δυνάμεις της τοπικής κοινωνίας της Πάρου, τόσο όσον αφορά την σύλληψη του επιδιωκόμενου έργου σε όλες του τις διαστάσεις, όσο και την υλοποίηση. Άλλωστε η δημιουργία ενός τέτοιου κέντρου θά έχει όχι μόνο μιά τοπική σημασία αλλά θα υπερβαίνει τα εθνικά όρια και θα έχει μιά διεθνή εμβέλεια που θα φθάνει όχι μόνον μέχρι τους τόπους όπου στο παρελθόν είχαν φθάσει τα παριανά μάρμαρα, αλλά και μέχρι τα σημεία όπου βρίσκονται σήμερα, στά αρχαιολογικά  μουσεία του σύγχρονου κόσμου. Η  παλιοί και οι νέοι δρόμοι του Παριανού Μαρμάρου είναι μιά εξαιρετική ευκαιρία γιά την Πάρο να αναπτύξει δεσμούς με όλες αυτές τις πόλεις και τις περιοχές και με αφορμή τα μάρμαρα να κάνει αδελφοποιήσεις και να συνδεθεί πολιτιστικά και τουριστικά μ’ αυτές δημιουργώντας ένα εξαιρετικό δίκτυο πόλεων. Όπως σημειώνεται και πάρα πάνω, το έργο ξεπερνά τις δυνατότητες της Πάρου. Είναι όμως δική μας η ευθύνη, εμάς των Παριανών να κινητοποιήσουμε όλες τις προσωπικότητες και τους ενδιαφερόμενους που θα καταγράψουν και θα αξιοποιήσουν όλα τα δεδομένα (αρχαιολογικά, πολεοδομικά, ιδιοκτησιακά, νομικά, μελετητικά, προτάσεις αξιοποίησης), υλικό που θα αποτελέσει τη μαγιά γιά κάθε περαιτέρω επεξεργασία.  Οι δρόμοι του Παριανού Μάρμαρου, η ανάδειξη των αρχαίων λατομείων και η αξιοποίηση της γύρω περιοχής, μπορούν να ανοίξουν νέους δρόμους  γιά την πολιτιστική, τουριστική και οικονομική ανάπτυξη της Πάρου. Ήλθε νομίζω η ώρα ο Δήμος της Πάρου να πάρει τις δέουσες πρωτοβουλίες.  Μιά ομάδα πολιτών πρίν δέκα περιπου χρόνια (Χ. Γεωργούσης, Η. Παπαδημητρακόπουλος, Ι. Γκίκας, Σ. Μητρογιάννης, ο υπογράφων, κ.α.) πήραν τις πρώτες πρωτοβουλίες με τελικό αποτέλεσμα ο πολιτιστικός σύλλογος Αρχίλοχος να διοργανώσει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον διεθνές επιστημονικό συνεδριο με θέμα το Παριανό Μάρμαρο όπου και κατατέθηκαν πολύ ενδιαφέρουσες σκέψεις και ιδέες . Είθε αυτή τη φορά η συνεργασία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και πολιτών να φέρουν κάποια  ακόμα καλύτερα αποτελέσματα που μπορεί να αλλάξουν σημαντικά την εικόνα  του νησιού μας. (δημοσιευμένα στο Παρίων Φως το Μαρτιο του 2008)

000014 xx

Παριανή γαστρονομία

Εισήγηση  γιά την ΠΑΡΙΑΝΗ ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ  στο Πρόγραμμα ΚΕΤΑ για την ΑΕGEAN CUISINE (14-5-2008)

    _DSC8727 nnn

1. Παριανή παραδοσιακή κουζινα

Η παριανή κουζίνα αναπτύχθηκε στο νησί, όπως άλλωστε συμβαίνει και σε κάθε περιοχή του κόσμου, με βάση τις κλιματολογικές συνθήκες, τις καλλιέργειες και τα τοπικά  προϊόντα.. Οι γυναίκες μαγείρισσες, με ξεχωριστή νοικοκυροσύνη και φροντίδα, αξιοποιούσαν όλον τον φυσικό πλούτο του τόπου τους, από τα ταπεινότερα αγριόχορτα έως τα σπανιότερα μανιτάρια. Με τα περιο­ρισμένα μέσα και υλικά που είχαν στη διάθεσή τους, αλλά με περίσσια φαντασία και ευρηματικότητα, δημιούργησαν πλήθος εδεσμάτων, από σαλάτες, πίτες και μαγειρευτά φαγητά έως απρόσμενους συνδυασμούς λαχανικών, ζυμαρικών, ξηρών καρπών και γλυκών. Βέβαια, αν ρωτήσει κανείς τις ηλικιωμένες γυναίκες πώς τα μαγείρευαν όλα αυτά, η απάντηση ήταν μία. «Τι να τρώγαμε τότε, παιδί μου; Με τέτοια φτώχεια κάναμε ό,τι μπορούσαμε. Ενώ τώρα, υπάρχουν τα πάντα».

Σήμερα υπάρχουν τα πάντα, αλλά τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Τα ψωμιά είναι άνοστα, οι σαλάτες και τα φρούτα εκτός εποχής δεν έχουν γεύση, και πού να βρεθεί χρόνος για βόλτες στην εξοχή και για μάζεμα αγριόχορτων, πόσο μάλλον χρόνος για το μαγείρεμα σπιτικών φαγη­τών.

Η παριανή Μαγειρική, αναπόσπαστο τμήμα του λαϊκού πολιτισμού του νησιού, μεταδιδόταν προφορικά από γενιά σε γενιά. Η μάνα έδειχνε τα μυστικά των συνταγών στην κόρη, η πεθερά στη νύφη -μην τυχόν και στερηθεί ο κανακάρης της τα αγαπημένα του φαγητά- και έτσι  ο τρόπος παρασκευής των φαγητών γινόταν κτήμα των επόμενων γενιών.

Αυτό συνέβαινε μέχρι τη δεκαετία του ’60, οπότε αρχίζει η αστικο­ποίηση με όλες τις γνωστές συνέπειες. Πολλοί νησιώτες μεταναστεύουν στην Αθήνα, γνωρίζουν την αστική κουζίνα, αλλάζουν τις διατροφικές τους συνήθειες (πιο συχνή χρήση κρέατος, κατανάλωση βουτύρου και λίπους) και απομακρύνονται από τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των γεύσεων του τόπου καταγωγής τους.

syka

Ο εξηλεκτρισμός εξάλλου της υπαίθρου, που συμβαίνει την ίδια περίπου περίοδο, φέρνει τα ηλεκτρικά ψυγεία στα νησιά και δημιουργεί νέες συνθήκες για τη συντήρηση των τροφίμων. Μην ξεχνάμε ότι πριν εμφανιστούν τα ηλεκτρικά ψυγεία, υπήρχαν πολλές τεχνικές συντήρησης, που είχαν διαμορφώσει διατροφικές συνήθειες και γευστικά πρότυπα. Η συντήρηση των τροφίμων γινόταν με πολλούς τρόπους. Με την αποξήρανση στον ήλιο ή στον φούρνο συντηρούσαν τα παξιμάδια, τα ζυμαρικά, τα ντοματάκια, τα σύκα, τα δαμάσκηνα και τις σταφίδες. Μέσα στην άλμη ή το αλάτι συντηρούσαν τα τυριά, τα ψάρια και τον πελτέ ντομάτας. Στο λίπος, κομμάτια κρέας.

Τέλος με το ζαχάρωμα και το βράσιμο έφτιαχναν τα γλυκά του κουταλιού και διατηρούσαν τα φρούτα όλη τη χρονιά (σύκο, σταφύλι, βύσ­σινο, νεράντζι, κίτρο, κυδώνι, μανταρίνι, περγαμόντο).

Η βάση της μαγειρικής του Αρχιπελάγους στηρίζεται στα άγρια χόρτα, στα λαχανικά, τα όσπρια, το κριθαρένιο ψωμί, το λάδι, το κρασί, ελάχιστα στο κρέας και σπανίως στο ψάρι και τα θαλασσινά. Εκείνο που αξίζει να θαυμάσει κανείς είναι η ποικιλία στους τρόπους παρασκευής και η φαντασία στο πάντρεμα των υλικών. Τα αγριόχορτα, η παπαρούνα, η τσουκνίδα, τα μυρώνια, τα ραδίκια, οι τσοχοί, οι γαλατσίδες, τα αγριομάρουλα, οι καυκαλίθρες, τα σέσκουλα, το μάραθο, η γλιστρίδα, η ρόκα, το αγριόπρασο, η κάπαρη, τα βλίτα, το κρίταμο, τρώγονται με πολλούς τρόπους.

 Ωμά νοστιμίζουν τις φρέσκιες σαλάτες, βρασμένα, με λάδι και λεμόνι, απελευθερώνουν πλούτο αρωμάτων και γεύσεων, τσιγαριστά μπαίνουν σε ομελέτες, ή σαν γέμιση σε πίτες, ψητές ή τηγανητές. Επίσης μαγειρεύονται με όσπρια και αγκινάρες και χρησιμοποιούνται στους ψευτοκεφτέδες, τους κεφτέδες του φτωχού ή του πιστού, αναλόγως εάν αφορούν εποχές ένδειας ή νηστείας.

Τα χόρτα συνδυάζονται επίσης με φρέσκα ή παστά ψάρια (μπακαλιάρος με σέσκουλα, σουπιές με σπανάκι,) ή ταιρι­άζουν αρμονικά με κρέας για το κυριακάτικο τραπέζι (αρνάκι με σπανάκι, αρνάκι με αγκινάρες και μάραθα) .

_MG_8218

Από τα δημητριακά, αφού πρώτα τα αλέσουν στους μύλους, φτιάχνουν το αλεύρι της χρονιάς. Κάθε Σάββατο ζυμώνουν και ψήνουν το ψωμί της εβδομάδας, τα παξιμάδια, τα κουλούρια, τους λουκουμάδες, τα ξεροτήγανα και όλων των ειδών πίτες και γλυκίσματα. Από τ’ αλεύρι φτιάχνουν όμως στα σπίτια τους και μια μεγάλη ποικιλία ζυμαρικών

Από τις ντομάτες οι νοικοκυρές φτιάχνουν ντοματοπελτέ και ξερά ντοματάκια, που θα χρησιμοποιηθούν τον χειμώνα για σάλτσες, ενώ τουρσιά (βουτηγμένα στο αλάτι ή στο ξίδι) γίνονται η κάπαρη, τα καπαρόφυλλα, τα αγγουράκια, σκόρδα, κρεμμύδια και αμπελοβλάσταρα.

Το κρέας, για τους κατοίκους των νησιών του Αιγαίου, ήταν ένα είδος πολυτελείας που το γεύονταν μόνο στις γιορτές, ενώ οι πλούσιες οικογένειες το έτρωγαν και τις Κυριακές.

Αγαπημένα παριανά πιάτα, που ακόμα μαγειρεύονται σε πολλά σπίτια στο νησί είναι τα κάλφα με σκορδαλιά (Λευκιανή συνταγή), ρεβίθια του φούρνου σε πήλινο  τσουκάλι,  αγκινάρες με κουκιά, ρύζι με γλυκοκολόκυθο, αμπελοφάσουλα με σκορδαλιά. Τα κολόπια ή χορτοφουσκωτές είναι πίττες στο φούρνο, γεμισμένες με χόρτα της εποχής και διακρίνονται για την νοστιμιά τους.

 Άλλα χαρακτηριστικά τοπικά φαγητά που συναντούμε σε οικογενειακά γεύματα είναι : Μαυρομάτικα φασόλια με σέσκουλα,  σαλιγκάρια με μυρμηγκέλι (χειροποίητο κριθαράκι), μπακαλιάρος με σπανάκι, λαγός στιφάδο. Ένας αγαπημένος μεζές για τους μερακλήδες είναι τα μανιτάρια.

 Οι Παριανοί λατρεύουν τα μανιτάρια και την χαρά της απόλαυσής των την μοιράζονται με τους φίλους τους, όχι όμως και τις θέσεις των μανιταρότοπων, που τις βαστούν επτασφράγιστο μυστικό.

GIORGOS & VAGELIS MUSHROOM 1

 Τα πιό διαδεδομένα μανιτάρια της Πάρου είναι οι ερυθροαμανίτες, τα λαόρτια, οι γλυστρίτες, οι κουμπαρίτες, οι αγκαθίτες, οι λαρδαμανίτες και οι μοσχαμανίτες

Τα μανιτάρια, το κρέας των φτωχών, τρώγονται αλευρωμένα τηγανητά ή ψητά στη σχάρα, πάντα με τη συνοδεία λεμονιού.

 Οι συλλέκτες των μανιταριών στις περιπλανήσεις τους δεν αμελούν να μαζέψουν και καραβόλους (σαλιγκάρια), που αφθονούν μέχρι την άνοιξη σ’ όλα τα νησιά και μαγειρεύονται με πολλούς τρόπους (κοκκινιστά στην κατσαρόλα, τηγανητά με δενδρολίβανο, στιφάδο, με ρύζι ή με πλιγούρι).

Απ’ όλους τους Παριανούς, οι Λευκιανοί αγαπούν πέρισσότερο τα σαλιγκάρια, γι’ αυτό και το περιπαιχτικό παρατσούκλι τους είναι «Καραβολάδες».

Στην Πάρο δέν έλειπαν τα ψάρια τα οποία όμως δεν ήταν προσιτή τροφή στους αγρότες, την πλειοψηφία δηλαδή του πληθυσμού του νησιού. Πλανώδιοι πωλητές μετέφεραν με τα γαιδουράκια τους, μαριδάκια, χταπόδια, παλαμίδες, γόπες (το ψάρι των πτωχών) και τα πουλούσαν στους κατοίκους των χωριών της ενδοχώρας. Τις γόπες μάλιστα για να διατηρηθούν, τις αλάτιζαν, τις περνάγαν με κλωστή από τις ουρές τους και τις απλώναν για να ξεραθούν στον ήλιο, το λεγόμενο μπορτολίνο. Κακκαβιές από σκορπίνες και δράκαινες, αχινοί, καλαμάρια,σουπιές, αστακοί και  πρώτα ψάρια υπήρχαν μόνο στα σπίτια   των ψαράδων. Αντίθετα στα σπίτια της ενδοχώρας    κάθε λογής τυριά συνόδευαν τις σαλάτες και συνδιαζόνταν σε πίτες και σε ομελέτες. Η μυζήθρα, η ξυνομυζήθρα, το τουλουμίσιο, το κεφαλοτύρι, το ανθότυρο και η παριανή γραβιέρα φτιαχνόταν από τις νοικοκύρες με τον παραδοσιακό τρόπο, διατηρώντας   έτσι τις θρεπτικές ουσές του γάλακτος σε μορφή τυριών όλο τον χειμώνα.

PAROS 08A 093

Τέλος πολλά  γλυκά της Πάρου είχαν σαν βάση το τυρί, το μούστο και το μέλι, που ήταν τα κύρια προιόντα του νησιού. Ευτυχώς οι νοικοκυρές βαστούν την παράδοση και έτσι σε σπίτια μπορούμε σήμερα να γευθούμε γλυκά όπως τις μυζηθρόπιτες, τα ραφιόλια, τα παστέλια, τα παστέλια από μουσταλευριά και τα μουστοκούλουρα. 

 

2. Η γαστρονομία σαν παραγων εμπλουτισμού του τουριστικού προιόντος

Τα τελευταία δέκα χρόνια, ο παγκόσμιος τουρισμός χαρακτηρίζεται από δύο τάσεις. Η κυρίαρχη τάση είναι η συγκεντροποίηση των μεγάλων τουριστικών tour operator, με αποτέλεσμα αφ’ ενός την αποδυνάμωση των μικρών πρακτορείων (των specialistes) και αφ’εταίρου την ικανότητα  2-3 εταιριών να κατευθύνουν το σύνολο του μαζικού τουρισμού (charter) σε   όλο και φθηνότερους προορισμούς και όπου αλλού τους υπαγορεύουν τα συμφεροντά τους. Η δεύτερη τάση είναι  η αναδυώμενη τάση των internet users. H χρήση του διαδικτύου γιά την εξευρεση του τουριστικού προορισμού ξεκίνησε δειλά-δειλά πριν είκοσι  χρόνια και σήμερα το 25% της παγκοσμίου αγοράς επιλέγει και κάνει διακοπές ερχόμενη απ’ευθείας σε επαφή με τα ξενοδοχεία και τα μεταφορικά μέσα. Η τάση αυτή, χρόνο με το χρόνο, συνεχώς αυξάνεται και αυτό γιατί μιά νέα κοινωνική τάξη με νέα  τουριστικά ενδιαφέροντα το χρησιμοποιεί κατά κόρο. Η νέες αυτές κοινωνικές ομάδες, μεσαίων εισοδημάτων και υψηλού μορφωτικού επιπέδου,  σε αντίθεση με τον μαζικό τουρισμό και τους γιάπηδες που καταναλώνουν φίρμες, επώνυμες μάρκες και απολαμβάνουν την γοητεία της χλιδής και της πολυτέλειας, θέλουν να γνωρίσουν τις λεπτομέρειες πίσω από τις φευγαλέες εικόνες. Οι  ψαγμένοι αυτοί περιηγητές, έχουν χρήματα αλλά παράλληλα έχουν ευαισθησίες σχετικά με το περιβάλλον, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τους τοπικούς πολιτισμούς και την πολιτισμικότητα. Τους Bobos,  (σύντμηση του bourgeois-boheme) όπως ονομάστηκαν, τους γοητεύουν οι εντυπωσιακές εμπειρίες, οι περίπατοι σε παρθένα μονοπάτια, οι πολιτιστικές κληρονομιές, oi τοπικές γαστρονομίες, η συναναστροφή με τους ανθρώπους της χώρας που επισκέπτονται και απεχθάνονται τον εγκλεισμό τους στα άσυλα των all inclussive ξενοδοχείων.

Με βάση τα νέα αυτά δεδομένα της παγκοσμοιοποίησης του τουρισμού, είναι προφανές ότι κάθε τόπος πρέπει να κάνει ό,τι είναι δυνατόν προκειμένου να διαφοροποιηθεί και να προβάλει τη δική του μοναδική ταυτότητα.

_MG_7097 NNNN

H τοπική κουζίνα κάθε νησιού δεν αποτελεί μονον μιά εκφραση γευστικής ταυτότητας, μιά παράμετρο της πολιτιστικής κληρονομιάς αλλά και ενα σαφέστατο συγκριτικό πλεονέκτημα και  μιά σημαντική πηγή πόρων για την οικονομία του. Μην μας διαφεύγει οτι μιά απο τις τρεις κυριώτερες απολαύσεις των τουριστών σε κάθε τουριστικό προορισμό είναι και η απόλαυση του φαγητού.

Το ζητούμενο λοιπόν είναι πώς με βάση τα τοπικά υλικά και τις παραδοσιακές συνταγές  που τείνουν να εξαφανισθούν θα συγκροτηθεί μιά  σύγχρονη παριανή κουζίνα που θα προσφέρεται απο πιστοποιημένους επαγγελματίες και θα δίνει γαστρονομικές απολαύσεις στους πολυάριθμους επισκέπτες του νησιού.

 

3. Δράσεις για την διαμόρφωση της σύγχρονης παριανής κουζίνας.

Α. Καταγραφή όλων των τοπικών προιόντων που βρίσκονται σε αφθονία και μπορούν να αποτελέσουν την πρώτη ύλη της μαγειρικής. Όλοι οι τύποι τυριών (σπιτικά και τυποποιημένα), μέλι, ντόπια κρέατα, αλλαντικά, ψάρια, θαλασσινά, σαλιγκάρια, κάππαρη, ρίγανι και διαφορα όσα άλλα βότανα. Απο τα οινοπνευματώδη τα κρασιά (σπιτικά και εμφυαλωμένα) και την τοπική σούμα.

Β. Αξιοποίηση του υλικού των βιβλίων που αναφέρονται στην παριανή κουζίνα όπως της Υπαπαντής Ρούσου «της Πάρου οι νοστιμιές», της Γιάννας Σεργή «παραδοσιακές γεύσεις από τις Λεύκες Πάρου», της Αργυρώς Μπαρμπαρήγου-Παπαδάκη και άλλων σχετικών όπως του γράφοντος «Πάρος, οδοιπορικό στον τόπο καο στο χρόνο» για την  διαμόρφωση του κορμού της παριανής κουζίνας.

 Γ. Δημιουργία μιας επιτροπής που θα θέσει τις προδιαγραφές οι οποίες θα δίνουν την δυνατότητα σε επαγγελματίες του χώρου εστίασης να χαρακτηρισθούν ως ταβέρνες με τοπική παραδοσιακή κουζίνα λαμβάνοντας και το κατάλληλο σήμα.

ERESOS 1 (18)

Σαν προυποθέσεις σε γενικές γραμμές θα μπορούσαν να τεθούν.

  1. Στη λίστα κρασιών να υπάρχει μιά λίστα τοπικών κρασιών με τουλάχιστον δέκα ετικέτες. Επίσης να υπάρχει και ένας αντιπροσωπευτικός των σπουδαιότερων του Αιγαίου. Σαντορίνη, Σάμος, Κρήτη, Λήμνος, Ρόδος.
  2. Στο μενού να υπάρχει ένας ικανός αριθμός απο τα παριανά φαγητά.

Δεν θα βλάπταν και άλλα δέκα απο το ευρύτερο Αιγαίο. Η χρησιμοποιήση τοπικών πρώτων υλών όπως το λάδι, το ξύδι, τα οπωρικά, τα ντόπια κρέατα, τα αλλαντικά και τα τυροκομικά κλπ.

  1. Οι σερβιτόροι να είναι εκπαιδευμένοι ώστε να υποστηρίζουν τις ποιότητες των κρασιών και των εδεσμάτων.
  2. Το περιβάλλον των χώρων να είναι ευπρεπές και έχει τη  κατάλληλη ατμόσφαιρα.
  3. Οι τιμοκατάλογοι να είναι  από πλευράς περιεχομένου, εικόνας και μετάφρασης άρτιοι. Ο τιμοκατάλογος είναι ο καθρέπτης του καταστήματος.
  4. Οι ιδιοκτήτες και το προσωπικό να έχουν ήδη την καλή φήμη ότι σέβονται τον πελάτη, χρησιμοποιούν τοπικά υλικά και έχουν μεράκι για να δημιουργούν νέους συνδιασμούς και προτάσεις.
  5. Οπωσδήποτε τέλος, να τηρούνται όλες οι σχετικές  αγορανομικές και υγιειονομικές διατάξεις.    

Οι προδιαγραφές  αυτές ή όσες χρεισθούν θα προέλθουν προφανώς  απο τις απαιτήσεις του προγράμματος.

 Δ. Θα ορισθεί ο τρόπος πιστοποίησης και ο τρόπος ελέγχου της τήρησης των προδιαγραφών καθ’ όλη την διάρκεια του έτους. Τα μέλη των επιτροπών που απαρτίζουν τις επιτροπές  επιλογής, πιστοποίησης θα πρέπει να χαρακτηρίζονται με βάση τις θεωρητικές και τις πρακτικές τους δράσεις, απο την σταθερή τους εμμονή και πίστη στις αξίες των τοπικών κουζινών.    

IMAGE 179 xxx

Ο φάρος του Αρμενιστή στη Μύκονο

SDIM8544 X

Ο φάρος του Αρμενιστή στην Βόρειοδυτική πλευρά της Μυκόνου μαζί με τον φάρο Παπάργυρα, στη Λειβάδα της Τήνου, σηματοδοτούν το στενό θαλάσσιο πέρασμα ανάμεσα στη Τήνο και τη Μύκονο, το σπουδαιότερο πέρασμα από τα νησιά των Κυκλάδων πρός το Βόρειο Αιγαίο. Ένα πέρασμα, μπουγάζι με  συχνές ομίχλες, δυνατούς αέρηδες και γερές τρικυμίες τις περισσότερες μέρες το χρόνο. Σε μιά τέτοια τρικυμία πρίν εκατό τριάντα περίπου χρόνια (1887) ναυάγησε το ατμόπλοιο Volta της Αγγλικής εταιρίας Eastern Telegraph  και αποτέλεσε την αφορμή γιά την επίσπευση της  κατασκευής του φάρου. Μέχρι την εποχή εκείνη όλες οι θάλασσες ήταν σκοτεινές και μόνο μετα την ανακάλυψη του φωτιστικού μηχανήματος της Sautter-Lemmonier, που πρωτοπαρουσιάσθηκε στη διεθνή έκθεση του Παρισιού το 1889, αρχισαν να δημιουργούνται παγκοσμίως  αλλά και στην Ελλάδα δίκτυα φάρων. 

SDIM8540 X

Ο Φάρος του Αρμενιστή, ολοκληρώθηκε το 1891 όπως φαίνεται και από την επιγραφή που βρίσκεται  στην είσοδο του. Αποτελείται από το κυρίως κτήριο, έναν οκταγωνικό πύργο 8 ύψους μέτρων,  διαμέτρου 3 μέτρων και από βοηθητικά κτίσματα που τον περιζώνουν, τα 6 δωμάτια των φαροφυλάκων, την κουζίνα, την τουαλέτα, την στέρνα, τις αποθήκες.

Από  τα τέλη του προπερασμένου αιώνα στον φάρο του Αρμενιστή δημιουργήθηκε ένα κυτταρο ζωής καθώς στους χώρους του ζούσαν οι οικογένειες των οποίων οι άνδρες αποτελούσαν τις βάρδιες λειτουργίας του. Οι φαροφύλακες ανήκαν και ανήκουν μέχρι τις μέρες στο Σώμα των φαροφυλάκων της Υπηρεσίας Φάρων του Πολενικού Ναυτικού. Η θητεία τους σε κάθε φάρο διαρκούσε γύρω στα δύο χρόνια, παρεκτός κι αν ο φάρος βρισκόνταν στο τόπο τους, οπόταν μπορούσαν να υπηρετήσουν περισσότερα χρόνια.

Ο φάρος του Αρμενιστή δεν ανήκει στους δύσκολους και δυσπρόσιτους φάρους και  γι αυτό θεωρείτο  πολύ καλή περίπτωση για τους Μυκονιάτες φαροφύλακες που είχαν σε κοντινή απόσταση τις μόνιμες κατοικίες των οικογενειών τους. Μαζί με τους Μυκονιάτες υπηρέτησαν όμως στον Αρμενιστή φαροφύλακες  και από άλλα μέρη της Ελλάδος, μάλιστα πολλές φορές με τις πολυμελείς οικογενειές τους.

 SDIM8557 X

Η δουλειά του φαροφύλακα ήταν δύσκολη. Αντιμέτωπος καθημερινά με τις πιο δύσκολες συνθήκες της φύσης, έπρεπε στην διάρκεια της βάρδιας του, να ανάψει τον φάρο, να είναι μετά πάνω στον κλωβό – το φωτιστικό μηχάνημα – για ρυθμίζει το συρματόσχοινο με το βαρίδι που αποτελούσε τον μηχανισμό περιστροφής – περίπου όπως ο μηχανισμός του ρολογιού – σε τακτά χρονικά διαστήματα, Η εργασία ήταν σκληρή και εξαιρετικά υπεύθυνη. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο φαροφύλακας είχε τον καθαρισμό από τα υπολοίματα της καύσης, τον ανεφοδιασμό σε καύσιμα, την άντληση του νερού από την ομβροδεξαμενή, τις προμήθειες, το μαγείρεμα και το προσωπικό του νοικοκυριό. Βέβαια στις καλωσύνες, που υπήρχαν αρκετές ακόμα και στο καταχείμωνο, βρίσκονταν  η εικαιρία για ψάρεμα, για κυνήγι – ειδικά λαγών και αγριοκούνελων – για συλλογή σαλιγκαριών, μανιταριών, αγριόχορτων και βοτάνων.

 Το 1985 ο τελευταίος φαροφύλακας Δημήτρης Κοντοδήμας κλειδώνει για πάντα το φάρο του Αρμενιστή, ύστερα από έναν αιώνα ανθρώπινης παρουσίας, καθώς ο φάρος αυτοματοποιημένος πλήρως και αναβαθμισμένος σε εμβέλια φωτοβολίας από τα 23 στα 35 ναυτικά μίλια  δεν χρειάζεται πιά την καθημερινή φροντίδα, ο δε παλιός μηχανισμός επισκευάσθηκε και τοποθετήθηκε στο Ναυτικό Μουσείο Αιγαίου στη Χώρα της Μυκόνου.

SDIM8542 X

Ο φάρος του Αρμενιστή όπως άλλωστε και όλοι οι φάροι του Αιγαίου, αποτελούν σημάδια καθοριστικά και χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας του Αρχιπελάγους.

Κατ’ εξοχήν σύμβολα της ναυτικής ζωής συμπυκνώνουν τις αξίες που εκφράζει η θάλασσα: τη γοητεία της εξερεύνησης, την περιπέτεια και την επικινδυνότητα του ταξιδιού, το κάλεσμα της στεριάς, την ανάγκη γιά σταθερά σημεία αναφοράς στη διάρκεια μιάς πορείας.

Αγέρωχα, επιβλητικα  κτήρια ή αλλού απλούστερες  κατασκευές, σε κάθε περίπτωση  σημαντικά μνημεία της Αρχιτεκτονικής.

Μνημεία της Ναυτικής Ιστορίας της Ελλαδας.

Μνημεία της Ειρήνης γιατί η ναυσιπλοία απαιτεί ειρήνη για την ελεύθερη διαξαγωγή της.

Μνημεία της ιστορικής εξέλιξης των τεχνολογιών.

Αλλά κυριώς μνημεία ζωής, μιάς ιδιόμορφης ζωής από ανθρώπους που σίγουρα, λογω των ιδιόμορφων συνθηκών θα πρέπει να είχαν ή να απέκτησαν εξαιρετικές σχέσεις με την φύση και τον εαυτόν τους. 

 SDIM8556 X

Την ζωή αυτή των ανθρώπων που ζούσαν στον φάρο του Αρμενιστή, αλλά  και πολλά  άλλα στοιχεία   από την  λειτουργία  του φάρου, θέλησαν να ζωντανέψουν ο Νίκος Μπένος-Πάλμερ και η Βανέσσα Ζουγανέλη στην έκθεση, εγκατάσταση  που έστησαν στα ερειπωμένα βοηθητικά κτίσματα του φάρου του Αρμενιστή. Η προετοιμασία της έκθεσης δεν ήταν τόσο περιπετειώδης – παρ’ οτι διήρκεσε περί τον ένα χρόνο – όσο η διαδικασία της παραχώρησης της αδειας  για την χρήσιμοποιήση των χώρων του φάρου από την Υπηρεσία Φάρων του Πολεμικού. Η τελική θετική έκβαση του εγχειρήματος – που υποστηρίχθηκε σθεναρά από τον Δήμο Μυκονίων, από την ΚΔΕΠΑΜ, από το Ναυτικό Μουσείο Αιγαίου και τον Πολιτιστικό-Λαογραφικό σύλλογο Γυναικών Μυκόνου – αλλά κυρίως η μεγάλη επιτυχία της έκθεσης, θα πρέπει να αποτελέσει ένα προηγούμενο και για την αξιοποίηση άλλων φάρων και το στήσιμο παρόμοιων εκθέσεων και σ’ άλλα νησιά του Αιγαίου (μου ‘ρχεται στο μυαλό μου η Πάρος).

    SDIM8537 X

Η εκθεση περιέλαβε κατ’ αρχάς τους ίδιους τους εγκαταλελειμμένους, χώρους, που από εικαστικης πλευράς είχαν από μόνοι τους εξαιρετικό ενδιαφέρον. Σε κάποια σημεία υπήρχε  φωτογραφικό υλικό από στιγμιότυπα της καθημερινότητας. Σε δυό δωμάτια σκοτεινά προβάλλονταν, στο πρώτο  ένα βίντεο ντοκουμέντο γιά την ζωή του φάρου του Αρμενιστή και στο δεύτερο ένα slides show με φωτογραφίες από φάρους στο Αιγαίο. Σ’ άλλο χώρο είχαν εκτεθεί εξαρτήματα του φάρου, ενώ στην είσοδο βρισκόνταν καθημερινά – επί ένα μήνα περίπου – οι δυό καλλιτέχνες και ένας καθημερινός αυτοπροσκάλεστος Μυκονιάτης, ένας συμπαθέστατος παππούς που έφτιαχνε  με βούρλα φύμωτρα, σκουπάκια και που με τη παρουσία του έδινε, μιά ανάσα ζωής,  ένα τόνο χειρωνακτικής δράσης στον ερημωμένο χώρο.

Το βίντεο ήταν καταπληκτικό.  Συγκινητικές αφηγήσεις ανθρώπων, πολύτιμα ντοκουμέντα ζωής αλλά και   στοιχεία της λειτουργίας του φάρου, την διαχείρηση της καύσιμης ύλης από την πρωτογονη περίοδο, στο πετρέλαιο και τον εξηλεκτρισμό, το σύστημα περιστροφής και ρύθμισης της περιοδικότητας της φωτοβολίας.

Το υλικό της έκθεσης και η ιστορία του φάρου, αποτυπώθηκε σε μία εξαιρετικά καλόγουστη δίγλωσση έκδοση που επιμελήθηκε η Φρατζέσκα Χανιώτη και συνέγραψε ο Νίκος Μπένος-Πάλμερ.

Η έκθεση συγκέντρωσε πλήθος κόσμου που αφήνοντας σε ένα σημείο τ’ αυτοκίνητό τους, συνέχιζαν πεζοί απολαμβάνοντας την άγρια ομορφιά του τοπίου. Οι παλιοί Μυκονιάτες θυμήθηκαν τις παλιές και ξεχασμένες στιγμές τις ζωής τους, οι νέοι γνώρισαν ένα κομμάτι της ιστορίας του τόπου τους, ενώ οι  υπόλοιποι Ελλαδίτες και  αλλοδαποί είχαν την ευκαιρία να σχηματίσουν μιά  ενδιαφέρουσα εικόνα για μιά παραγνωρισμένη πλευρά της  ζωής στο Αιγαίο Αρχιπέλαγος.

 

Γιορτή κρασιού στον ΄Εμπωνα της Ρόδου

005Την πρώτη βδομάδα του Σεπτέμβρη ο δήμος Ατταβύρου διοργάνωνει στον Έμπωνα την γιορτή του Κρασιού, οπου εδώ και πενήντα χρονια οι κάτοικοι της περιοχής, καλλιεργούν τα αμπέλια τους, φτιάχνουν το κρασί τους και το γιορτάζουν με χορούς και με τραγούδια.

004

Ο Έμπωνας  σκαρφαλωμένος στην βοριοδυτική πλευρά του Αττάβυρου του ψηλώτερου βουνού της Ρόδου (1215 μ.) είναι ένα χωριό που ζει με και από το κρασί. Στο κέντρο της μεγαλύτερης αμπελουργικής περιφέρειας του νησιού με 2000 στρέμματα, φιλοξενεί τις εγκαταστάσεις οχι μόνον των δυό μεγάλων παραγωγών κρασιού (ΕΜΕΡΥ, CAIR) αλλά και πολλών μικρών οικογενειακών οινοποιείων (Αλεξανδρή, Θαρρενού, Κουνάκη, Παπαμιχαήλ).

 Οι τοπικές ποικιλίες που καλλιεργούνται στο νησί είναι το Αθήρι, το Αμοριανό (παραλλαγή της Μαντηλαριάς) και το Μοσχάτο. Απο τις  28 ονομασίες προέλευσης που έχει η Ελλάδα οι δύο βρίσκονται στην Ρόδο. Στο νησί καλλιεργούνται  σε δύο αμπελουργικές ζώνες 7000 στρέμματα αμπελιού. Η μία είναι οι πεδινές περιοχές και η δεύτερη οι πλαγιές του όρους Αττάβυρος. 

 001

 Στις απότομες πλαγιές του Αττάβυρου ανάμεσα σε μικρούς ελαιώνες και σε πυκνά δάση από θηλυκά κυπαρίσια και πεύκα, σε εδάφη που καλύπτονται τις περισσότερες φορές από πέτρες και χαλίκια αναπτύσεται καλύτερα  το Αθήρι, η πιό αρχαία ελληνική ποικιλία. Και ενώ Αθήρι θα βρούμε και σ’ άλλες περιοχές του Αιγαίου, την Χαλκιδική, την Σαντορίνη και την Κρήτη, μόνο στην Ρόδο παράγεται κρασί ΟΠΑΠ (Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας) με 100% την ποικιλία αυτή.

Πάνω ακριβώς από τον Έμπωνα  σε υψόμετρο 700μέτρων βρίσκεται  το Χαρακάκι. Η περιοχή που κατά γενική ομολογία  έχει τον καλύτερο αμπελώνα της Ρόδου. Σε μιά πράγματι εντυπωσιακά απότομη και άγρια βουνοπλαγιά, με θέα το Αιγαίο και τη Χάλκη, ωριμάζουν τα εκλεκτώτερα σταφύλια του Αθηριού. Από την περιοχή αυτή που δεν ξεπερνά τα 100 στρέματα   η οινοποιεία ΕΜΕΡΥ παράγει το Αθήρι της Βουνοπλαγιάς ίσως το καλύτερο Αθήρι της Ρόδου (εδώ τα αμπέλια ζορίζονται και οι στρεμματικές αποδόσεις περιορίζονται αλλά το κρασί αποκτά τις πιό έντονες γεύσεις από κίτρο, βερύκοκο, μπανάνα).

 002

Η ΕΜΕΡΥ είχε το 2007 την μεγάλη χαρά να δει το κρασί της ΡΟΔΟΣ  , ποικιλία Αθήρι, να κατατάσεται μέσα στην λίστα των 100 καλύτερων κρασιών  του Wine Spectator ( το άλλο ελληνικό, ήταν και αυτό από το Αιγαίο το Σαντορίνη του Σιγάλα). Επί κεφαλής της ΕΜΕΡΥ που ιδρύθηκε το1923, βρίσκεται η Μαρία Ειρήνη Τριανταφύλλου που παράλληλα με ανάπτυξη της οικογενειακής της εταιρίας συμμετέχει ενεργά σε πλείστες οργανώσεις του κλάδου. Μέλος ΔΣ της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Οίνου και Αμπέλου, μέλος του ΔΣ του Συνδέσμου Ελληνικού Οίνου, μέλος ΔΣ της Παγκόσμιας Ένωσης Γυναικών Κρασιού, πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνίδων Κρασιού και της προσωρινής επιτροπής της Περιφερειακής  Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Αμπέλου και Οίνου  Νήσων του Αιγαίου είναι χωρίς άλλο μιά από τις πιό δραστήριες Ελληνίδες επιχειρηματίες. Ευτυχώς που ασχολείται με το κρασί, γιατί εδώ χρειάζεται πολύ δουλειά και ενθουσιασμός, που  άλλωστε ξεχείλιζε καθώς μας περιέγραφε στο οινοποιείο  της ΕΜΕΡΥ της δυνατότητες του Αθηριού και των ελληνικών κρασιών γενικώτερα, να διεισδύσουν στις μεγάλες αγορές της Αμερικής, του Καναδά, Ρωσσίας, Ιαπωνίας.

Απαραίτητη προυπόθεση  να επικεντρωθούν στην ποιότητα, όπως έλεγε, και να έχουν υπομονή.

 003

 Ο δήμαρχος του Αταβύρου ο Νίκος Τσουκαλάς ήταν μιά άλλη έκπληξη. Τον γνώρισα στην Λήμνο στο 1ο Συνέδριο Οινοτουρισμού  γιατί μόνον αυτός και ο δήμαρχος της Κρήτης Ν.Καζαντζάκης από όλους τους προσκαλεσμένους δημάρχους του Αιγαίου, είχαν προσέλθει και είχαν ενδιαφερθεί σοβαρά για το θέμα. Στον Εμπωνα στο χωριό του, αυτός με τους συνεργάτες του ήταν η ψυχή της γιορτής γιατί δεν είναι και μικρό πραγμα να υποδέχεσαι πάνω από δυο χιλιάδες επισκέπτες. 

Σαν νέος δήμαρχος εκτός των έργων υποδομής (σχολεία, διαχείριση νερών, προστασία περιβάλλοντος και προστασία του δασικού πλούτου) ονειρεύεται να βρεθεί στην περιοχή του, η χρυσή τομή αγροτικής και τουριστικής ανάπτυξης και αγωνίζεται συστηματικά γι’ αυτό.

 Παρ’ ότι τα εισοδήματα που προκύπτουν από τα αμπέλια είναι πολύ μικρά, οι νέοι ασχολούνται με αυτά σαν πάρεργο ή σαν δευτερη εργασία γιατί δεν θέλουν να παρατήσουν τον κόπο των παπούδων τους. “Ενας αμπελοκαλλιεργητής με δέκα στρέμματα αμπέλι δέν βγάζει τον χρόνο όσα βγάζει ένας δημόσιος υπάλληλος σ’ ενα μήνα” έλεγε με παράπονο ένας γέρος αγρότης.

“Βέβαια αυτό συμβαίνει γιατί η τιμή συγκέντρωσης σταφυλιών είναι χαμηλή 0.35 Ε και γιατί πουλάνε μόνο σταφύλι στους κρασάδες χωρίς να σκεφθούν να κάνουν από μόνοι τους κάποια παραγωγή”. Πάντως σ’ολους αυτούς τους μικρούς κλήρους των νησιών του Αιγαίου για να επιβιώσει η αμπελοκαλλιέργεια θα πρέπει να την δούμε όχι όπως παλιά σαν την κύρια απασχόληση.

Θα είναι μία απασχόληση, με ένα συμπληρωματικό εισόδημα, ανθρώπων που αντλούν απο την εργασία αυτή ένα κύρος, μιά περηφάνεια, μιά σωματική άσκηση και μιά χαρά ζωής. Μιά δραστηριότητα που θα τους επιτρέπει να επικοινωνούν και συνεργάζονται με την φύση και την δημιουργία. 

  Νομίζω πάντως, ότι όλες αυτές τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς, τους έχει στο μυαλό του συνεχώς ο δήμαρχος και κινείται προς την σωστή κατεύθυνση.

Ο δήμαρχος  του Αττάβυρου εκτός των δημιουργικών του οραματισμών και  διοικητικών του ικανοτήτων  έδειξε και άλλα χαρίσματα. Με κατηύθηνε υποδειγματικά έτσι ώστε να επισκευθώ σε μιά βραδυά τρία μοναδικά πανηγύρια που γιόρταζαν την ιδια μέρα στην Ρόδο. Το μοναστήρι της Παναγιάς Τσαμπίκας κοντά στον Αρχάγγελο, το μοναστήρι της Παναγιάς στον Άμαρτο της Κριτυνίας και το μοναστήρι της Παναγιάς της Σκιαδανής παρότι απέχουν μεταξύ τους 150 χιλιόμετρα,  με  τους κατάλληλους χειρισμούς  και οχι τοσο ανώδυνα κατορθωθηκε  να τα επισκεφθώ και να συλλέξω σημαντικά στοιχεία για την έρευνά μου

Αστυπάλαια – Το πανηγύρι της Παναγίας της Φλεβαριώτισσας

astypalaia

Η Αστυπάλαια, Αστυπαλιά ή Αστροπαλιά, το βορειοδυτικώτερο νησί της Δωδεκανήσου, με πληθυσμό περί τους χίλιους κατοίκους, είναι κατα βάθος ένα Κυκλαδονήσι. Στην μέση του πελάγους σε σχήμα μιάς πεταλούδας, απέχει ισόποσα (περί τα 25 ναυτικά μίλια) τόσο από τα δυό Κυκλαδονήσια Αμοργό και Ανάφη όσο και από την Κω, αλλά η αρχιτεκτονική του, η μουσική του και η καρδιά του όπως αντελήφθηκα,  είναι πιό κοντά στις Κυκλάδες.

Ο επισκέπτης που θα φθάσει για πρώτη φορά στο νησί, θα εντυπωσιασθεί τόσο πολύ από την Χώρα, το Κάστρο της, τις γειτονιές γύρω απ’ αυτό, τα σοκάκια, τους ανεμόμυλους, τα καφενεία της και τους ανθρώπους της και δύσκολα να ξεκολήσει για να επισκεφθεί το υπόλοιπο νησί που έχει ενδιαφέροντες εξοχές και αξιοθέατα.

SDIM7893

Η αλήθεια είναι ότι  το Κάστρο της Αστυπαλιάς είναι από δυό τρία πιό όμορφα του  Αιγαίου Αρχιπελάγους. Το Κάστρο χτισμένο τον 15ο αιώνα από τον Βενετό   ευγενή Quirini, ορθώνεται στην κορυφή του βράχου πάνω στα ερείπια της αρχαίας ακρόπολης. Κτισμένο με έναν τέτοιο τρόπο ώστε oι κατοικιες και τα αρχοντικά διπλα – δίπλα, να δημιουργούν ταυτόχρονα  το εξωτερικό τοίχος και το εσωτερικό τείχος ενώ οι εγκάρσιοι τείχοι να τα ενώνουν και να τα περιβάλουν. Τα εξωτερικά τείχη έχουν ύψος περί τα 15 μέτρα και υποστηρίζονται από μεγάλες αντιρήδες, που άλλοτε στηρίζουν βράχους που με την σειρά τους υποδέχονται τα τείχη. Η στρατηγική θέση του νησιού και οι ασφαλείς όρμοι του, συνέβαλαν στο μεγάλωμα του οικισμού μέσα στο Κάστρο, που σε περίπτωση ανάγκης,  έφθανε να χωρά έως 4000 κατοίκους. Αργότερα τον 19ο αιώνα  μετά την πάταξη της πειρατείας ο οικισμός επεκτάθηκε  εκτός των τειχών με την διαμόρφωση εξωτερικών περιφερειακών γειτονιών, η πόλις μεσα στα τείχη ερήμωσε  ενώ στην είσοδο του Κάστρου πάνω από την πύλη  κτίσθηκε η Παναγιά η Καστρινή. Τα σπίτια εκτός των τειχών  θαυμάζουμε σήμερα μέσα στα στενά καλντερίμια με  τις εξωτερικές ξύλινες σκάλες και τα καφασωτά ξύλινα κάγκελα.

Τα εσωτερικά των σπιτιών έχουν έναν ιδιόμορφο χαρακτήρα που χαρακτηρίζουν το Αστυπαλιώτικο στυλ. Ο κρέβατος του ζευγαριού πάνω στο πατάρι, με τις αμουσιές (κουρτίνες), τις κρίντζολες (τα διακοσμητικά ράφια για να τοποθετούνται τα σκεύη), ο  σοφάς (όπου κοιμούνται τα παιδιά) και ο αποκρέβατος είναι οι τυπικές κατασκευές με τις οποίες διαμορφώνεται εξοπλισμός ενός τυπικού σπιτικού.

Το  καφενείο της πλατείας του χωριού από τις αρχές του 20ου αιώνα (πίσω από το Δημαρχείο), και το παλιό  καφενείο στην γειτονιά Σαράι που έχει μετραπεί τώρα στο παντοπωλείο, είναι δυό από τους δημόσιους χώρους της Χώρας που αξίζει  να επισκεφθεί κανείς και να πάρει μιά μυρωδιά απ’ τους ανθρώπους του νησιού.

Η Αστυπαλιά όπως όλα τα Δωδεκάνησα  ενώθηκαν με την Ελλάδα το 1948. Το 1956 ο μεγάλος σεισμός στο ρήγμα Αμοργού – Αστυπαλιάς προκάλεσε τσουνάμι με παλοιριακά κύματα ύψους είκοσι μέτρων που δημιούργησαν μεγάλες καταστροφές σε πλεούμενα, καλλιέργιες και κτίσματα. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία θυμούνται το γεγονός ενω χαρακτηριστικά μου έλεγε μιά γιαγιά : “Aκούσαμε το βοητό πάνω από το Κάστρο είδαμε το πρώτο κύμα, μετά, το τράβηγμα των νερών και όλος ο γιαλός είχε γίνει ξηρά και μετά το δεύτερο κύμα. Πήγαμε στην κατοικιά μας στο Λιβάδι, ανοιξαμε το σπίτι μας και τι να δούμε! Πάνω στον καναπέ σωρός τα χταπόδια!”

SDIM7925

Οι κάτοικοι της Αστυπαλιάς σήμερα είναι  ψαράδες, κτηνοτρόφοι με 10.000 αιγοπρόβατα – έχοντας απόλυτη αυτάρκεια  ντόπιου κρέατος – , κάποιοι γεωργοί ενώ οι υπόλοιποι ασχολούνται με την οικοδομή και τον τουρισμό. Στο νησί τα τελευταία χρόνια γινήκαν σημαντικά έργα (αεροδρόμιο, ΧΥΤΑ, τεχνική λίμνη για την περισυλλογή των ομβρίων, βιολογικός καθαρισμός, νέο απάνεμο λιμάνι) γεγονός που μαζί με το καλοδιατηρημένο οικιστικό περιβάλλον, κάνει την Αστυπάλαια να είναι από τους πιό ενδιαφέροντες τουριστικούς προορισμούς  αλλά και δημιουργει καλές συνθηκες διαβίωσης για τους ντόπιους.

Το πιό γνωστό πανηγύρι της Αστυπάλαιας,  ( ειδικά γιά τους κατοίκους της) είναι αυτό της Παναγιάς της Φλεβαριώτισσας και έτσι με την πρώτη ευκαιρία πήρα το πλοίο της γραμμής και να σου  με στο νησί.

SDIM7977

Το μοναστήρι της Παναγιάς  Φλεβαριώτισσας είναι ένα συγκρότημα που αποτελείται από τον κυρίως ναό και μιά σειρα χαμηλών κτισμάτων που σχηματίζουν αναμεταξύ τους ένα ευρύχωρο προαύλιο. Μιά πανέμορφη κάτασπρη εκκλησία, – κυκλαδίτικου ύφους -  καμαροσκέπαστη σταυροειδούς τύπου, με τρούλο που στηρίζεται σε τέσσερα οξύκορφα τόξα γοτθικού τύπου, μπορεί να υποδεχθεί πάνω 50 πιστούς. Στο βορεινό τείχο της, βρίσκεται μέσα σε μιά   μικρή σπηλιά ένα παρεκκλήσι. Εδώ σύμφωνα με τη παράδοση βρέθηκε η εικόνα της Παναγιάς. Ήτανε λέει,τα παλιά τα χρόνια, ένας τσομπάνης που χρησιμοποιούσε το σπήλαιο αυτό γιά να σταβλίζει τα ζώα του. Μιά βραδιά βρίσκει σε μιά μικρή κοιλότητα την εικόνα της Παναγιάς με ένα καντήλι αναμένο μπροστά της. Τρομαγμένος μιά και δυό παίρνει την εικόνα και την μεταφέρει  στη Χώρα. Την επομένη το βράδυ που πάει πάλι στα ζώα, γεμάτος έκπληξη την ξαναβλέπει μπροστά του. Αυτή την φορά η έκπληξή του και η απορία του εντοπίζεται στο πώς βρήκε τον δρομο η Παναγιά – δυό ώρες δρόμος – και ξαναγύρισε στο ίδιο μέρος. Την τοποθετεί σ’ ένα σακί και την σκεπάζει καλα-καλά, για να μη δεί τον δρόμο και τη ξαναπάει στην Χώρα. Την επομένη η Παναγιά  πάλι στη θέση της. Κάπως έτσι – γιατί υπάρχουν πολλές παραλλαγές του μύθου -  πάρθηκε η απόφαση να κτιστεί η εκκλησιά σ’αυτό το σημείο. Κατόπιν την βορεινή πλευρά κτίστηκαν δυό-τρία κελιά-κατοικιές που παλιά φιλοξενούσαν  όσους διανυκτέρευαν γιά το πανηγύρι και ενα μικρό πανηγυρόσπιτο. Μην ξεχνάμε ότι μέχρι πρίν λίγα χρόνια στην μονή έφθανε κανείς από ένα δύσβατο μονοπάτι και δεν ετίθετο θέμα να το διασχίσεις παρά μόνο στο φως της ημέρας. Σήμερα σε μιά κατοικιά ζει ένας  τσομπάνος που είναι συνάμα και ο φύλακας της μονής.  Μέχρι το 1980 περίπου στο πανηγύρι ερχόνταν το πολύ 60- 80 άτομα και μετα βίας χωρούσαν στο πανηγυρόσπιτο, έναν στενόμακρο χώρο 50 τετραγωνικών μέτρων. “Είμασταν ο ένας πάνω στον άλλονε, τα όργανα, τα κρασιά, τα φαγητά, οι ανθρώποι, οι χορευτές. Ερχόταν όμως ο κόσμος γιά την χάρη της αλλά και για να γλεντήσει συνάμα. Δεν υπήρχαν τότες άλλες διασκεδάσεις. Πόσα και πόσα ειδύλλια δεν γινήκαν εδώ και πόσοι και πόσοι δεν γνώρισαν εδώ τις μέλλουσες γυναίκες τους. Τα τελευταία τριάντα χρόνια η επιτροπή της τέλεσης του πανηγυριού έφτιαξε πολλά έργα. Ηλεκτροδότησε τη μονή, έφτιαξε το δρόμο, δημιούργησε κλειστούς χώρους για να χωρέσουν πάνω από τριακόσια άτομα. Σ’ αυτό βοηθούσαν όλοι. Άλλοι με τα χρήματά τους – ακόμα και συνταξιούχοι δίναν χρήματα για την ανακαίνιση -, άλλοι με την εθελοντική εργασία τους, άλλοι προσφέροντας τα υλικά. Είμαστε ευχαριστημένοι γιατί σήμερα το πανηγύρι της Παναγιάς της Φλεβαριώτισσας, αν και μες το καταχείμωνο, είναι το πιό προσφιλές του νησιού. Μπορεί το πανηγύρι της Πορταϊτισσας τον Αύγουστο να είναι πιό μεγάλο, αλλά στο δικό μας γλεντάν  και χαίρονται οι Αστυπαλιώτες”. Αυτά και άλλα πολλά μου εκμυστηρεύτηκε η καρδιά του πανηγυριού ο Γιάννης Σταβλάς  μέλος της επιτροπής μαζί με τους Μαριάκη, Νικολάκη, Ποδότα και τον πατέρα Δημήτριο.

SDIM7914

Πριν έλθει η ώρα του πανηγυριού έπρεπε να εντοπίσω τις προετοιμασίες του γεύματος. Ετσι την προπαραμονή της Υπαπαντής με οδήγησαν στο τόπο που θα ετοίμαζαν τα χαρακτηριστικά φαγητά του νησιού, τον Λαμπριανό, τα γιαπράκια, τα πουγκιά, τις λαμπρόπιττες. Στο Λιβάδι στο περιβόλι της οικογένειας του Γιάννη Σταβλά, οι γυναίκες είχαν αναλάβει την προετοιμασία των Λαμπριανών. Ο Λαμπριανός είναι το πασχαλινό αρνί που μαγειρεύεται όμως στο φούρνο με γέμιση.

Τρεις γυναίκες με πολλά κότσια η Φρόσω Καμπούρη, η Σπυριδούλα Κούκα και η Φρόσω Σταβλά παρέλαβαν  έξι προβατίνες, σκέτα μοσχάρια, δεκαπέντε κιλά το καθένα και αρχινήσαν την δουλειά. Καθάρισμα των συκωταριών, αφαίρεση  των ποδιών και του λίπους, της κεφαλής, τεμαχισμός. Ο μπαλτάς στα χέρια τους ήταν σαν να βαστάγαν ένα σουγιαδάκι και σε τέσσερεις ώρες είχε τελειώσει η δουλειά. Η δουλειά των ανδρών – γιατί σ’ όλα νησιά  του Αιγαίου, στα πανηγύρια, τα κρέατα είναι αποκλειστικά δουλειά των αδρών -  είχε περαιωθεί από τις τρεις κυράδες με τον καλύτερο τρόπο.

Αμέσως μετά μαγείρεψαν την γέμιση. Τα ψηλοκομμένα συκωτάκια με το τσιγαρισμένο κρεμμυδακι  και τα μπαχάρια αφού σιγοβράσουν  και ετοιμασθούν, αναδεύονται και βράζουν για πέντε λεπτά με το ρύζι. Η γέμιση μετά τοποθετείται μέσα στη κοιλιά του ζώου, το οποίο ράβεται καλά και μετά μπαίνει στο φούρνο όπου ψήνεται σε σιγανή φωτιά όλο το βράδυ.

SDIM7919

Σ’ άλλα σπίτια, οι γυναίκες ετοίμαζαν τα γιαπράκια (ντολμάδες από λάχανο ή αμπελόφυλλα) αλλού τα πουγκιά ( τηγανητά πιττάκια με τυρί ή με χόρτα εποχής) και αλλού ότι μεζέδες ήθελε κάθε νοικοκυρά. Όλα αυτά θα τα μεταφέραν το απόγευμα της παραμονής στο μοναστήρι, λίγο πρίν τον Εσπερινό.

Στο μοναστήρι ανεβήκαμε με τα πόδια. Μιά διαδρομή από την Χώρα, οπου  αμαξιτός χωμάτινος δρόμος περνάει πάνω στην κορυφογραμμή και σε 7 χιλιόμετρα φθάνει στη Μονή.

Αρκετός κόσμος ανέβαινε με τα πόδια, έτσι  από έθιμο αλλά και γιατί ο καιρός αν και φυσούσε, ήταν για χειμώνα πολύ καλός, ενώ οι περισσότεροι διάλεξαν την σίγουρη και γρήγορη λύση των αυτοκινήτων. Αφού τελείωσε ο Εσπερινός όπου μάλιστα χοροστάτησε ο Μητροπολίτης Λέρου-Καλύμνου και Αστυπαλιάς, ο κόσμος έπιασε θέση για το φαγητό και το γλέντι.

“ Οι  ψυχές του πανηγυριού, η θρυλική ζυγιά των μουσικών, ο Νικήτας Καστρινός στο βιολί και ο Ιορδάνης στο λαγούτο χαθήκαν πρόσφατα, τους πήραν τα χρόνια. Αφήσαν κάποια νέα παιδιά – μαθητές τους -  σαν απογόνους αλλά δυστυχώς φέτος χτύπησε ο ένας σε ατύχημα λίγες μέρες πριν το πανηγύρι και έτσι αναγκαστήκαμε να “εισάγουμε” μουσικούς από την Ρόδο”, με πληροφόρησε ένας ντόπιος που παρεπιπτόντος γνώρισε την γυναίκα του, τότε μιά δεκαεξάχρονη, σ’ αυτό το πανηγύρι.

Δυστυχώς η “εισαγωγή” του 2009 δεν ήταν και ότι το καλύτερο, με τα αρμόνια και τα ηλεκτρικά βιολιά να σου τρυπούν τ’ αυτιά, αλλά ήταν τέτοια η διάθεση του κόσμου για  γλέντι που τελικά έστω και μ’αυτές τις συνθήκες διασκέδασαν και χόρεψαν μέχρι τα χαράματα.

“ Ο Νικήτας ο Καστρινός, ήξερε όλους τους ντόπιους με τα ονόματά τους, τα παρατσούκλια τους, τις χαρές, τους καϋμούς τους και τα τραγούδια που τους άρεσαν. Τους έπλεκε στιχάκια ανάλογα με τα κέφια τους  και με τη μουσική του, τούς έκαμε να πετούν. Δεν είναι τυχαίο βέβαια, ότι οι χορευτές τον αντάμοιβαν με γερή χαρτούρα. Αλλά ο Νικήτας εκτός των άλλων ήταν και δίκαιος. Την χαρτούρα, πάντα την μοίραζε στα ίσα με το ταίρι του, τον Ιορδάνη παρ’ όλο που αυτός ήταν η φίρμα”.

SDIM7976

Τα μέλη της επιτροπής μοιράσαν τάχιστα στους προσκαλεσμένους τις τεράστιες  πιατέλες με τα φαγητά και το κρασί και άρχισε ο χορός.  Πρώτα χόρεψαν οι επίσημοι.

Στα ταξίδια μου στα νησιά  του Αιγαίου, διαπίστωσα ότι σ’ όλα, μα σε τα πανηγύρια πάνω από 200 άτομα, θα συναντούσα όχι μόνο τις τοπικές αρχές κάτι που ήταν απόλυτα φυσικό, αλλά και τους νομάρχες, περιφερειάρχες, βουλευτές του νομού με τους απαραίτητους διοικητικούς υπαλλήλους. Κάτι η θρησκευτική τους ευλάβεια, κάτι η χαρά της διασκέδασης με φίλους και γνωστους, κάτι η επαφή με τα προβλήματα του τόπο επ’ ευκαιρία, αλλά και η επικοινωνία με την εκλογική  τους πελατεία – που αλλού να  βρεις άλλωστε μαζεμένο τόσο κόσμο -, ή και όλα αυτά μαζί συντείνουν στην σταθερή και σθεναρή παρουσία τους.

Στο συγκεκριμένο πανηγύρι χειμωνιάτικα με αρκετά μποφόρια στο πέλαγο, παρευρέθησαν απαξάπαντες οι βουλευτές του νομού Δωδεκανήσων, τέσσερεις τον αριθμό  και οι οποίοι ανά πολιτική παρέα χόρεψαν με την σειρά τους . Μετά τα μεσάνυχτα αρχίσαν οι πρώτες διαρροές, οι επίσημοι, οι επισκέπτες, οι νέοι. Ηταν την ώρα που άρχιζε το κέφι. Στα τραπέζια των αναχωρούντων που ηταν και τα πρώτα κοντά στην πίστα άρχισαν να καταφθάνουν οι τσομπαναρέοι, που ήταν σε κατάστασης αναμονής μέχρι εκείνη την ώρα. Το κέφι είχε φθάσει γύρω στο αποκορύφωμα κατά της τρεις. Εκείνη την ώρα πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Είχαμε να κάνουμε δυό ώρες περπάτημα. Ο καιρός είχε πέσει και έκανε μιά γλυκιά ξαστεριά. Βοηθούσης της κατηφόρας ουτε που καταλάβαμε για πότε φθάσαμε. Σημειωτέον, ένα στα δυό αυτοκίνητα που περνάγαν, σταματούσαν αυθορμήτως για να μας πάρουν μαζί τους. Ηταν το πνεύμα του πανηγυριού…

SDIM7981

Όπως πάντα όλα τα νέα του πανηγυριού, τα παραληπόμενα, τα παραπολιτικά, τις εκπλήξεις, τις παρεξηγήσεις – γιατί δεν υπάρχει πανηγύρι χωρίς παρεξηγήσεις – , θα τις μάθαινε κανείς το πρωϊ  στο καφενείο του χωριού, όπου ξαναζωντανεύουν οι διαφορετικές εκδοχές των συμβάντων. Αυτή τη φορά συμφώνησαν όλοι, ότι το φετεινό  πανηγύρι ήταν  από τα πιό πετυχημένα απ’ όλες τις πλευρές.

Μαστιχοχώρια – Εσωτερικοί κόσμοι

_MG_1001v

Τον Στράτο Βογιατζή τον γνώρισα  την άνοιξη του 2008  στην Πάρο. Ένα αφιέρωμα στον εναλλακτικό τουρισμό του νησιού μου, από το περιοδικό  Passport,  ήταν η αφορμή να βρεθούμε μαζί για μιά εβδομάδα, αυτός σαν φωτογράφος και γώ  σαν ξεναγός του. Δεν χρειάστηκαν και πολλά για να εκδηλωθεί μιά έντονη συμπάθεια και ένας αμοιβαίος σεβασμός. Τόσο πάνω στη δουλειά, αλλά κυρίως τις ώρες της ξεκούρασης όταν πίναμε τα κρασάκια μας, αργά το βράδυ, κουρασμένοι  από τις διαδρομές και σχολιάζοντας τον κόσμο που αποτυπώναμε σε φωτογραφίες και κείμενα. Ηταν από τις σπάνιες φορές στη ζωή που σκιρτά η ψυχή, καθώς συναντάς ανθρώπους με τις ίδιες ευαισθησίες, τους ίδιους ρομαντισμούς, τον ίδιο θαυμασμό για τον Αιγαιοπελαγίτικο λαϊκό πολιτισμό, αλλά και την ίδια θλίψη και θυμό γιά την  χείριστη διαχείριση αυτού του απίστευτου πολιτιστικού κεφάλαιου από την σύγχρονη κοινωνία μας.

Θυμάμαι τις ατέρμονες συζητήσεις μας. Θέμα μας, οι άνθρωποι του Αιγαίου Αρχιπελάγους. Οι ντοπιολαλιές τους, τα χωρατά τους, οι θυμοσοφίες τους, ο χαρακτήρας τους όπως διαμορφώθηκε μέσα σε εξαιρετικα δύσκολες συνθήκες επιβίωσης. Οι άνθρωποι που σε κερδίζουν με την πρώτη ματιά. Γιατί τα πρόσωπά τους είναι καθαρά,  οι κουβέντες τους κοφτές, τα λόγια τους μεστά, με μια πικρή σοφία να εναλλάσσεται, εκεί που δεν το περιμένεις, με έναν μοναδικό αυτοσαρκαστικό χιούμορ.

_MG_1990

Ο Στράτος μπήκε μεσ’ την καρδιά μου σαν ένας ονειροπόλος καλλιτέχνης, ένας τρυφερός σκεπτικιστής, αλλά και σαν ένας μαχητής κάποιων αξιών που βρίσκονται σε μεγάλη έλλειψη στις μέρες μας.

Ξανασυναντηθήκαμε κάποιες φορές και μετά χαθήκαμε. Όταν μου ζήτησε να προλογίσω το βιβλίο του ξαφνιάστηκα. Αρχικά αρνήθηκα. Πώς θα μπορούσα εγώ ένας ερασιτέχνης φωτογράφος, να σχολιάσω το έργο ενός τόσο ταλαντούχου επαγγελματία;

Επέμεινε πιεστικά, “δες το υλικό και γράψε ο,τι θές”.  Ο Στράτος ήταν απόλυτος, αφοπλιστικός και ενέδωσα. Το θέμα άλλωστε ήταν ελκυστικώτατο, τα Μαστιχοχώρια,

Οταν μου έστειλε το υλικό – εξήντα φωτογραφίες – ανυπόμονος άρχισα να τις παρατηρώ. Ενθουσιασμός, με τις πρώτες φωτογραφίες. Χρώματα συνταρακτικά, κάδρα μαγικά, λεπτομέρειες εξαίρετες, ατμόσφαιρες καταπληκτικές, χώροι απίστευτης ομορφιάς. Καθώς προχωρούσα, άρχισαν να με ζώνουν  τα φίδια. Πουθενά ανθρώποι. Επιτάχυνα τον ρυθμό μου. Οι φωτογραφίες περνάγαν γρήγορα  και ανυπόμονα από τα χέρια μου. Πού να ‘ναι οι Ανθρώποι;

O Στράτος μού την είχε σκάσει. Δεν υπήρχαν άνθρωποι! Ούτε ένας για δείγμα.

Η απουσία των ανθρώπων ήταν το χαρακτηριστικό στοιχείο όλων των φωτογραφιών του. Οταν ο αιφνιδιασμός πέρασε. ηρέμησα, χαλάρωσα, χαμογέλασα.

Μάζεψα τις φωτογραφίες και τις πέρασα άλλη μια πιό αργή και ψύχραιμη ματιά. Οι άνθρωποι ήταν εκεί. Πίσω από κάθε απουσία κρυβόταν μιά έντονη παρουσία. Ηταν εκεί, πάνω στο στρώσιμο του σεμέν, στη φορεσιά του καναπέ, στο στόλισμα του μπουφέ. Ο Στρατής είχε δίκιο. Είχαμε πολλά να πούμε γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Είχαμε πολλά να πούμε για τα Μαστιχοχώρια.

_MG_6697

Ο Στρατής συνέλαβε με το φακό του το αποτύπωμα ενός τόπου που ξεπερνάει τα όρια του γεωγραφικού του προσδιορισμού. Τα Μαστιχοχώρια είναι ένα κομμάτι της Χίου, τόσο φορτωμένο και φορτισμένο από ιστορία, που γίνεται πρωταγωνιστής σ’ ένα έργο γραμμένο με δόξα, φήμη, πλούτο, πόνο και εγκατάλειψη.

Είναι πολύ δύσκολο στις μέρες μας να αντιληφθεί κανείς το ρόλο που έπαιζε η μαστίχα στην ανάπτυξη και την οικονομία της Χίου τους τελευταίους πέντε αιώνες. Οταν οι Γενοβέζοι την ανακάλυψαν τον 14ο  αιώνα και την διέδωσαν  σ’ Ανατολή και Δύση, μέχρι και ο Χριστόφορος Κολόμβος  αναγνώρισε τη μοναδικότητά της λέγοντας, ότι σαν το μαστίχι της Χίου δεν βρήκε πουθένά.  Στις χώρες της Ανατολής η μαστίχα είχε συνδεθεί  πολύ στενά  με τον τρόπο ζωής και τις παραδόσεις  των Μωαμεθανών. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο Κοράνι ο Μωάμεθ συνιστούσε την χρήση της στο νερό, αλλά και στο ψωμί. Επί Τουρκοκρατίας, ο Σουλτάνος υποκύπτει στις παρακλήσεις της αγαπημένης του μητέρας, Βαλιδέ Χανούμ, που είχε ιδιαίτερη αδυναμία στη μαστίχα, και της προσφέρει ως δώρο το νησί, δίνοντάς του ειδικά προνόμια, αφού τροφοδοτούσε με μαστίχα  το χαρέμι του και τη μητέρα του. Αργότερα, όλα αυτά τα εμπορικά  δίκτυα διανομής της μαστίχας χρησιμοποιήθηκαν  και για άλλα προϊόντα του νησιού, αλλά κυρίως για τη δημιουργία και άνδρωση  του εφοπλισμού της Χίου.

Αν για τους μεγαλεμπόρους και τη διοίκηση, το μονοπωλειακό προϊόν της μαστίχας ήταν πηγή τεράστιων κερδών και εσόδων, για τα Μαστιχοχώρια ήταν απλώς το μοναδικό  μέσο επιβίωσης. Σε μια έκταση εικοσιπέντε χιλιάδων περίπου στρεμμάτων,  δύο εκατομμύρια δενδρίλια δάκρυζαν κάθε χρόνο και το πολύτιμο αυτό δάκρυ έδινε ζωή στα 24 Μαστιχοχώρια.

Το κάθε  ένα απ’ αυτά τα Μεσαιωνικά  χωριά κτίστηκε με μια διάταξη οχυρωματικού τύπου, με τα εξωτερικά σπίτια να δημιουργούν το αμυντικό τείχος που προστάτευε τον οικισμό από τις επιδρομές και τις λεηλασίες των πειρατών.

Λιθόστρωτοι στενοί δρόμοι, με πολλά αδιέξοδα για να αποπροσανατολίζουν τους επίδοξους εισβολείς, συνδέουν τα στριμωχμένα μονοόροφα σπίτια. Στο ισόγειο βρίσκονταν οι στάβλοι, οι αποθήκες για τα γεωργικά προιόντα, τα πατητήρια και μεγάλα πυθάρια χωμένα στη γη για το λάδι και το κρασί . Στον όροφο, γύρω από έναν κεντρικό υπαίθριο χώρο – κάτι σαν τον σημερινό ακάλυπτο – το “πουντί” χρησίμευε για τον ηλιασμό και αερισμό των δωματίων. Τέλος τα δώματα των ορόφων, σχεδόν στο ίδιο ύψος, δημιουργο ύσαν ένα ενιαίο επίπεδο, έτσι ώστε οι ταράτσες να χρησιμοποιούνται και σαν πέρασμα από το ένα σπίτι στο άλλο σε περίπτωση κινδύνου. Η κατασκευή των σπιτιών με  χοντρούς πέτρινους τοίχους, εξασφάλιζε δροσιά το καλοκαίρι και ζεστασιά το χειμώνα, ενώ οι  μεγάλοι φούρνοι και τα τζάκια-πυροστιές, που θέρμαιναν και αυτά τις ψυχρές μέρες, επέτρεπαν  στους κατοίκους να μαγειρεύουν τον χειμώνα μέσα στα σπίτια τους.

_MG_9894

Αυτά τα σπίτια, στα Μαστιχοχώρια φωτογραφίζει ο Στράτος και αυτονών των σπιτιών προσπαθεί να αφουγκραστεί τον εσωτερικό τους κόσμο. Να συλλάβει την ψυχή των ανθρώπων που τα κατοίκησαν και να πιάσει το νόημα της ζωής τους μέχρι την στιγμή που τα εγκατέλειψαν.

Γιατί η ζωή έχει τα γυρίσματά της. Από τη μία ακμές, πλούτη, μεγαλεία και χαρές και από την άλλη παρακμές, φτώχιες, εγκατάλειψη και ξεριζωμοί.

Και εκεί που είσαι νικητής και θριαμβευτής, νοιώθεις ξαφνικά να φεύγει η γη κάτω από τα πόδια σου και να χάνεις τα πάντα. Ομως, νά, εκεί μέσα στην  εγκατάλειψη και στην ερημιά μπορεί να ξεφυτρώνει μια ελπίδα, μια καινούρια ζωή και ένα νέο νόημα.

Τί νόημα άραγες να ψάχνει να βρεί ο Στράτος στα ερειπωμένα σπίτια της πατρίδος του;

Ο Στράτος επισκέπτεται και φωτογραφίζει αρχοντόσπιτα, λαϊκά σπίτια, κελάρια, αποθήκες, παντοπωλεία, κουρεία, καφενεία. Χρησιμοποιεί το ταλέντο του, την ευαισθησία του και τη γνώση του για  να διαχειρισθεί το φως, τις σκιές, τον άνεμο, τα χρώματα, τις μυρωδιές, τις γεύσεις της πατρίδας του. Αποτυπώνει χώρους παρατημένους από χρόνια, αντικείμενα με μια στρώση σκόνης απάνω τους  που θυμίζει Πομπηία και Ακρωτήρι στη Σαντορίνη. Εκεί  η καταστροφή ήλθε ξαφνικά και τους βρήκε απροετοίμαστους.

Εδώ η εγκατάλειψη έγινε σε αργούς ρυθμούς, προηγήθηκε η φάση μικρών αποχωρισμών που δεν έκλειναν την πόρτα οριστικά πίσω τους.

Τα σπίτια είναι σιγυρισμένα, τα πράγματα μοιάζουν αφημένα, ώσαν κάποιοι να   φύγαν για καλοκαιρινές διακοπές και θα επιστρέψουν.

Οι άνθρωποι  μπορεί να λείπουν, έχουν αφήσει όμως τα ίχνη τους. Την νοικοκυροσύνη τους, στο στρώσιμο των καναπέδων, στην τοποθέτηση των αντικειμένων της κουζίνας. Την κοκεταρία τους στα αντίκειμενα πάνω στους μπουφέδες, στα κεραμικά απο το Τσανακαλέ, στις κούκλες,  στα σερβίτσια και στα κρύσταλλα. Τις μνήμες τους και το νήμα με το παρελθόν  στις οικογενειακές φωτογραφίες με τους προγόνους να έχουν άγρυπνο το μάτι τους στην επόμενη γενιά. Στους τοίχους άθικτα τα σύμβολά τους, σταυροί της χριστιανοσύνης και η ελληνική σημαία.  Την ελπίδα τους για μια κοινωνία δίκαιη την στηρίζουν στην πίστη τους στην εκκλησία αλλά και στον κομμουνισμό. Χριστός και Στάλιν, αντάμα.

Τα χρώματα στους τοίχους πολυκαιρισμένα δημιουργούν καταπληκτικές ματιέρες. Μάλιστα κάπου ένας χάρτης της Ελλάδας κολλημένος σε ένα τοίχο ωχριά

μπρος την πλαστικότητα του τοίχου που διακρίνεται πίσω του. Απλωμένα στο πάτωμα αποξηραίνονται το μαστίχι πλάι στα αγριοβότανα του βουνού, ενώ το αεράκι που μπαίνει από το παράθυρο τα χαϊδεύει με τη δροσιά του.  Τα μικρά χιώτικα τοματάκια, οι ρέστες,  κρεμασμένες σε τοίχους και παράθυρα. Κρεβάτια ταπεινά σιδερένια ή οντάδες κοντά σε παραθύρια μικρά για να μπαίνει  με ρέγουλα το φώς.

_MG_8530

Σπίτι όσο χωρείς, γη όσο θωρείς. Τα σπίτια, ανεξαρτήτως μεγέθους και κατασκευής, πλέουν στα χρώματα. Χρώματα στην μεγαλοπρέπειά τους, απόκοσμα κι όμως τόσο ζωντανά, μπολιασμένα από τον χρόνο που ‘χει κάνει παρέα τους διαδρομές αιώνων. Λουλάκι, όχρα, όμπρα, κεραμιδί, φυστικί, ρόζ σε όλους τους τόνους, τις αποχρώσεις και τους συνδυασμούς λουσμένα στο φως να δημιουργούν ατμόσφαιρες μαγικές, νοσταλγικές, γαλήνιες,

Κάθε φωτογραφία του Στράτου είναι ένας πίνακας ζωγραφικής, που μπορεί κανείς  να κοιτάει με την ώρες. Ο Στράτος όμως ψάχνει για το νόημα, που σαφώς δεν είναι μια ρομαντική ματιά αποχαιρετισμού σε έναν κόσμο που χάθηκε.

Ψάχνει να βρεί και να μας στείλει το μήνυμα της ουσίας μιας εποχής που χάθηκε και που είναι από τα ζητούμενα των καιρών μας.

“Γονατίσαμε απ’ τα πολλά στολίδια μας”, λέει ο ποιητής. Το κυνήγι των σύγχρονων αξιών, του καταναλωτισμού και της ατομικής πορείας για την επίτευξη της ευτυχίας μάς απομάκρυναν από όλα αυτά που αντανακλώνται στις φωτογραφίες του Στρατή. Η ηρεμία, η απλότητα, η ταπεινότητα, η έλλειψη κομπορυμοσύνης και ξιπασιάς,  γενναιόδωρα αναδύονται απο τον φωτογραφικό κόσμο του Στρατή, για να μας δώσουν τη δικιά τους αλήθεια. Την έχουμε ανάγκη. Και μόνο να την αγγίξουμε με τη ματιά μας, έχουμε πάρει το μήνυμα.

Ενα χειμωνιάτικο Σαββατοκύριακο στη Μύκονο

_mg_3070

Η πρόσκληση για την διημερίδα που θα διοργάνωνε ο Πολιτιστικός – Λαογραφικός Σύλλογος Γυναικών Μυκόνου με θέμα “Μελέτες και έρευνες γιά την Μύκονο στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες” είχε φθάσει στα χέρια μου από τον περασμένο Νοέμβρη και βεβαίως πέταξα τη σκούφια μου. Μέσα στη μιζέρια  της Αθήνας, η προοπτική ενός ταξιδιού στην αγαπημένη μου Μύκονο καταχείμωνο, μου ανέβασε  το ηθικό. Ο  φετεινός χειμώνας  θα συμπεριλάμβανε και Μύκονο. Η απάντηση ήταν άμεση και θετική.

Ετσι  βρεθήκαμε το περασμένο Σαββατοκύριακο στο νησί, τέσσερεις αρχαιολόγοι, τρείς  αρχιτέκτονες, δυό κοινωνικοί ανθρωπολόγοι, δυό ιστορικοί, (οι περισσότεροι εξ όλων αυτών με σημαντική πανεπιστημιακή καριέρα) ένας πεζογράφος και τέσσερεις ανεξάρτητοι ερευνητές,  Οι ομιλίες έγιναν στο Γρυπάρειο Πολιτιστικό Κέντρο,  έναν Συνεδριακό χώρο υψηλών προδιαγραφών που αμφιβάλω αν έχουν πολλές πόλεις στην Ελλάδα. Τον συντονισμό και την άψογη οργάνωση είχαν αναλάβει η Άννα Καμμή (πρόεδρος του Συλλόγου Γυναικών Μυκόνου) και η Δέσποινα Νάζου (κοινωνική ανθρωπολόγος).

sdim8009

Η αίθουσα κατάμεστη. Κατ’ αρχήν την τίμησε ο Δήμαρχος Αθανάσιος Κουσαθανάς – Μέγας και πολλά μέλη του  Δημοτικού Συμβουλίου της Μυκόνου που παρακολούθησαν,  μάλιστα, το σύνολον των ομιλιών. Δάσκαλοι, εκπαιδευτικοί, νέοι επιστήμονες, τσαμπουνιέρηδες, και  πλήθος κόσμου συμπλήρωναν ένα ανομοιογενές κοινό που το ένωνε το ενδιαφέρον να αποκτήσουν πληροφορίες για τον τόπο τους και να μάθουν όσο περισσότερα γι αυτόν προκειμένου να απαντήσουν στα επίμαχα ερωτήματα “ποιοί είμαστε” και  “σε ποιό δρόμο θέλουμε να βαδίσουμε”.

Δεν θα ‘λειπαν βέβαια από την συνάντηση αυτή  και οι πένες της “Μυκονιάτικης”, της εφημερίδας που κατα την ταπεινή μου γνώμη ήταν, ότι καλύτερο κυκλοφόρησε στο Αιγαίο, την δεκαετία του 90,  από πλευράς αισθητικής, κειμένων και περιεχομένου, ο Δημήτρης Ρουσουνέλος, η Φρατζέσκα Χανιώτη, η Δέσποινα Νάζου, ο Γιώργος Ξυδάκης, η Μαρίνα Αγγελετάκη, ο Νίκος και ο Παναγιώτης Κουσαθανάς  (δεν παρευρέθηκαν στην εκδήλωση οι υπόλοιποι τρεις, ο  Νίκος Ξυδάκης, ο Μιχάλης Μπορνόβας και η Αλέκα Αγγελετάκη).

Παρ’ όλο που οι ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες ανακοινώσεις πρόκειται σε εύθετο χρόνο να παρουσιασθούν σε μιά έκδοση, ανυπομονώ να πω δυό κουβέντες για αυτές που μου κάναν την μεγαλύτερη εντύπωση.

23

Οι αρχαιολόγοι Γεωργία Ταμπακοπούλου, Βάγια Μαστρογιαννοπούλου και Νένα Γαλανίδου αναφέρθηκαν, η κάθε μιά από την σκοπιά της, στα ευρήματα του  οικισμού της Φτελιάς, ενός από τους πρωιμότερους οικισμούς της Νεότερης Νεολιθικής εποχής στο Αιγαίο (6.000 π.Χ).

Ο ιστορικός Δημήτρης Δημητρόπουλος, περιγράφοντας τις συνθήκες διαβίωσης στη Μύκονο του 18ου αιώνα, αναφέρει τις κανονιστικές ρυθμίσεις και τους όρους κοινωνικής συμβίωσης που προσδιόριζαν με σαφήνεια έως και λεπτομερείς οριοθετήσεις δρόμων,  διανοίξεις πορτών και παραθύρων, του  παραδοσιακού οικισμού της Χώρας.

Η Δήμητρα Νάζου μάς μετέφερε στη δεκαετία του 60, όταν τα υφαντά της Μυκόνου ήταν το επίκεντρο της διεθνούς μόδας, αλλά  παράλληλα δίναν εργασία στους τετρακόσιους αργαλιούς του νησιού.

Ο αρχιτέκτων Αριστείδης Ρωμανός, που το 1972 είχε εκπονήσει την χωροταξική  μελέτη της Μυκόνου, προτείνοντας από τότε τη δημιουργία του λιμανιού στον Τούρλο και τη χάραξη του περιφερειακού δρόμου, αναφέρθηκε στα πολεοδομικά -περιβαλλοντικά προβλήματα που απασχολούν το νησί, παρουσιάζοντας κάποιες προτάσεις επίλυσής τους.

Η θέση του αρχιτέκτονα Κωστή Δασκαλάκη ότι “ο χωροταξικός σχεδιασμός,  αντί να διασώσει τις περιοχές που αναλαμβάνει να προστατεύσει, λόγω της μεγάλης καθυστέρησης της υλοποίησης  του Ειδικού Χωροταξικού, ανοίγει την όρεξη στους κερδοσκόπους να χτίσουν εκεί που κάποτε θα απαγορευτεί η δόμηση”, έκανε ιδιαίτερη αίσθηση και προκάλεσε ενδιαφέροντα διάλογο.

Ο Μυκονιάτης συγγραφέας Παναγιώτης Κουσαθανάς παρουσίασε μερικά επιπρόσθετα λήμματα στη σχεδιαζόμενη δεύτερη έκδοση του “Χρηστικού Λεξικού του ιδιώματος της Μυκόνου” που αφορούσαν κυρίως στα Μυκονιάτικα εγκωμιάτα ( τα 2500 παρατσούκλια έναντι 400 μυκονιάτικων επωνύμων).

Ο Άγης Κελπέκης παρουσίασε ένα συγκλονιστικό ντοκυμαντέρ από   πανηγύρια με πρωταγωνιστές παλιούς και νέους οργανοπαίκτες της μυκονιάτικης  τσαμπούνας.

Την Διημερίδα έκλεισε παρουσιάζοντας ένα από τα θέματα του διδακτορικού της η κοινωνική ανθρωπολόγος Δέσποινα Νάζου με τίτλο: “Η τουριστική Μύκονος και η αγροτική Ρήνεια σε αλληλοεμπλεκόμενες τροχιές”.

img04693

Σ’ αυτό το υπέροχο ραβαϊσι, είχα  και εγω την χαρά και τη τιμή να μιλήσω για τα πανηγύρια του Αιγαίου και της Μυκόνου.  Παραθέτω μερικά αποσπάσματα απο τα αγαπημένα μου θέματα :

“Μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα η κοινωνία της Μυκόνου ήταν διαμορφωμένη στη τάξη των πλούσιων κτηματιών, στους εύπορους εμπόρους, στους αγρότες και στους μεροκαματιάρηδες…

Η τουριστική ανάπτυξη μετά τη δεκαετία του 60 έφερε μεγάλες αλλαγές στην κοινωνική οργάνωση του νησιού.  Το νησί χάρις την υψηλή αισθητική του τοπίου του και την φιλοξενία, την ανοιχτοσύνη και την ανεκτικότητα των κατοίκων του, έγινε ένας μύθος και ένα απο τα πιό επιθυμητά νησιά της υφηλίου. Οι πολλές  ευκαιρίες  που παρουσιάσθηκαν,  είχαν σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί  μαζί με τους μεγάλους επιχειρηματίες μια νέα τάξη κατοίκων που ασκούσαν ταυτόχρονα συμπληρωματικά, το επαγγέλμα του αγρότη, του οικοδόμου και του μικροξενοδόχου…

Το άνοιγμα της Μυκονιάτικης κοινωνίας στα νέα επιχειρηματικά δεδομένα, ο κατακλυσμός του νησιού των 10.000 κατοίκων από όλες τις φυλές του πλανήτη (κοσμικοί, καλλιτέχνες, ομοφιλόφιλοι, τρανσέξουαλ, χίππιδες, εκκεντρικοί,  ανθρώποι του κατεστημένου αλλά και του περιθωρίου, νεολαία αλλά και αυτοί που έρχονται να δούν όλους τους παραπάνω), η μετατροπή της υπαίθρου της Μυκόνου σ’ένα  τεράστιο οικόπεδο για την κατασκευή των εξοχικών κατοικιών των ευπόρων τάξεων όλου του κόσμου, ήταν φυσικό να αλλάξουν το σύστημα   αξιών και τον τρόπο ζωής των Μυκονιατών, όπως έγινε και σε τόσα αλλα μέρη που υπέστησαν το ίδιο πολιτισμικό σοκ.

Στη Μυκονο όμως η αλλαγή αυτή είχε μια ιδιόμορφη διάσταση.

img051513-copy

Οι σύγχρονοι Μυκονιάτες, (άλλοι πολύ και άλλοι λιγότερο) μπασμένοι μέχρι τα μπούνια στον κοσμοπολίτικο και καταναλωτικό τρόπο ζωής, διατήρησαν ταυτόχρονα, πολύ ζωντανή την ανάγκη να έχουν επαφή με ό,τι έχει απομείνει απ’ αυτό που τους θυμίζει την “παράδοση” και την “συνέχεια” του τοπικού τους πολιτισμού. Είτε από ενοχές για το κακό που έγινε στο νησί, είτε από  βιοτική ανάγκη προκειμένου να μην αποκοπούν από τις μνήμες τους, είτε σαν ιδεολόγημα, είτε σαν σύγχρονη επιλογή, οι Μυκονιάτες συμμετέχουν σ’ όλα τα παραδοσιακά τελετουργικά δρώμενα, από τους αποκριάτικους κουκούγερους και τα χοιροσφάγια μέχρι τα πανηγύρια.

Και είναι απίστευτο με πόση ζωτικότητα και δαιμονισμένη χαρά.

Παντού το ίδιο κέφι, το ίδιο γλέντι και η ίδια απαράμιλλη μυκονιάτικη φιλοξενία,  που δεν επιτρέπει να φύγει κανείς απο το πανηγύρι ακέραστος…

” εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε

μονό σας πεθυμήσαμε κι ήρθαμε να σας διούμε”

τραγουδά η θρυλική ζυγιά της Μυκόνου, ο Μπαμπέλης και ο Καντενάσιος, με την τσαμπούνα και το τουμπάκι…

img05145

Τα πανηγύρια της Μυκόνου δεν διαφέρουν πολύ απ’ αυτά των άλλων νησιών του Αιγαίου.  Μέρες πριν κάθε γιορτή οι εκκλησιές ασβεστώνονται, τα μπρούτζινα μανουάλια γυαλίζονται και ντύνονται με τις στολές τους και τις ποδιές τους, ενώ εξωτερικά σημαιοστολίζονται. Την παραμονή μοσχοβαλάνε από τους βασιλικούς και τα λουλούδια ενώ φωταγωγούνται από τα φρεσκοαναμμένα καντήλια και τα κεράκια των πιστών…

Από πλευράς οργανωτικής, στην Μύκονο λόγω κύρους αλλά και οικονομικής άνεσης, δεν υπάρχουν  πολυμελείς επιτροπές που να διοργανώνουν το πανηγύρι και να αναλαμβάνουν απο κοινού τα έξοδα. Εδώ κάθε νοικοκύρης κάνει μόνος του το κουμάντο του. Είναι θέμα κύρους να  κάμεις μόνος σου το πανηγύρι σου, και να ναι πλούσιο, να πετύχει και νάχει κόσμο και κέφι, αλλά ποτέ να μην υπερβαίνει το μέτρο…

Από πλευράς φαγητού, το ζουμί του κρέατος σε ποτηράκι, που δεν συνηθίζεται σε άλλα νησιά, είναι ένα ποίημα που ανοίγει το πλούσιο τραπέζι καθώς θα ακολουθήσουν το ερίφι γιαχνί, η παραδοσιακή κρεμμυδόπιττα, οι λαχανίδες με το λαρδί, τα ντολμαδάκια, η κοπανιστή, η λούζα και ο μπακαλιάρος σκορδαλιά. Όταν κάποιοι φίλοι ή γειτόνοι στείλουν πεσκέσι στο πανηγύρι κάποιο ερίφι γιά ενίσχυση,  τότε ο νοικοκύρης του πανηγυριού τους στέλνει την κεφαλή του ζώου βραστή σε μιά ειδική πιατέλα με τις ευχαριστίες του…

_mg_2994

Στις μέρες μας τα πανηγύρια όσο παν και λιγοστεύουν στα νησιά του Αιγαίου. Σ’ ορισμένα απ’ αυτά όπως η Άνδρος, η Σύρος, η Μήλος, η Σάμος, μετά βίας βαστιούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Αλλού πάλι, προσκαλούν δανεικούς μουσικούς από άλλα γειτονικά νησιά για να  διασκεδάσουν…

Η Μύκονος διαθέτει απ’ τα περισσότερα και πιό ζωντανά πανηγύρια των Κυκλάδων.

Η Μύκονος δεν έχει ανάγκη να επιστρατεύσει ξένους μουσικούς.

Η Μύκονος έχει τους δικούς της μουσικούς, τις  “ζύ’ες”  της (ζυγιές, ζευγάρια).

Οι μουσικοί της Μυκόνου,   – επι το πλείστον τσαμπουνιέρηδες, και λιγότερο βιολιά και λαγούτα – τρώνε, πίνουν, τραγουδούν και διασκεδάζουν μαζί με τον κόσμο του πανηγυριού. Είναι οι ενορχηστρωτές του γλεντιού, ειναι αυτοί που με τα καλαμπούρια και τα αστεία τους θα δημιουργήσουν το κέφι. Και είναι καλοί διασκεδαστές, γιατί διασκεδάζουν πρώτα αυτοί οι ίδιοι, ανάμεσα στις παρέες τους, τους γνωστούς και τους φίλους τους.

30203_mg_3020-copy

Οι τσαμπουνιέρηδες (σαμπουνιέρηδες στην Μυκονιάτικη διάλεκτο) με την τόσο εκφραστική και δυναμική μουσική, με τις βροντώδεις, συγκλονιστικές και πολλές φορές σπαραχτικές φωνές δεν έχουν καμιά ανάγκη από τα τεχνολογικά βοηθήματα των μεγαφωνικών εγκαταστάσεων. Οι ήχοι και οι μουσικές δημιουργούνται από φυσικά όργανα και μοιάζουν σαν να ξεπηδούν από τα έγκατα της γης, απο τα βάθη των αιώνων. Για αυτό το λόγο οι τσαμπουνιέρηδες εκπροσωπούν κατά τον καλύτερο τρόπο το πνεύμα της λαϊκής παράδοσης,  αλλά και της δύναμης της ζωής. Για τον ίδιο λόγο δεν γίνεται “σωστό” πανηγύρι χωρίς αυτούς…

Τα  σημαντικά οικογενειακά πανηγύρια της Μυκόνου ξεπερνούν τα πενήντα και ειναι πάντα ανοικτά σε όσους τα επισκεφθούν.

Μόνον όταν θα συναντήσει κανείς εκεί τους Μυκονιάτες να διασκεδάζουν αναμεταξύ τους και με τους προσκαλεσμένους τους, στα πανηγύρια τους, μπορεί να αντιληφθεί από που αντλούν τη δύναμη για  να αντιμετωπίζουν με τόση  επιτυχία τις σύγχρονες διεθνείς προκλήσεις και να αντιστέκονται τόσο σθεναρά στην πολιτιστική πλημύρα που απειλεί να τους πνίξει”.

_mg_3011

Όταν ήλθε η ώρα του αποχαιρετισμού, διοργανωτές, ομιλητές, εκπρόσωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης και κοινό είχαμε έντονα τα συναισθήματα της ικανοποίησης. Γιατί νοιώθαμε οτι  ολάκαιρη η Μύκονος ήταν εκεί. Με την ιστορία της, τον κόσμο της, την εξέλιξή της, τα προβλήματά της, τις αδυναμίες, τους προβληματισμούς της, τις επιτυχίες και τα πανηγύρια της. Αισιόδοξοι και οπλισμένοι από ακόμα μερικές δόσεις αυτογνωσίας και συλλογικότητας.

Απόντες βέβαια, αυτοί που αγαπούν την Μύκονο μόνο για κάποιο αποσπασματικό κομμάτι της, για τις παραλίες της και τα κοσμικά γλέντια της. Αυτοί που ίσως αδιάφορα πούν  : “Α, έγινε και μια  διημερίδα για την άλλη Μύκονο”,  χωρίς δυστυχώς να γνωρίζουν ότι η “άλλη” Μύκονος είναι αυτή η ολόκληρη, που ζει όλο τον χρόνο  και αγαπιέται από αυτούς που ξέρουν να την ζουν και να την  αγαπούν χειμώνα – καλοκαίρι.

_mg_2990

Υ.Γ. Ευχαριστώ τον Ηλία Νόκκα για τις εξαίρετες φωτογραφίες του από το πανηγυράκι του αγίου Χαραλάμπους και τον Μανώλη Βελιτζανίδη για το αδιάλειπτο babysitting του στο ανέβασμα των posts μου.

Πάρβας, άγονη γραμμή. Η σημαντικότητα της ασημαντότητας.

051a

Μετά από δυό μήνες επιστρέφω στο διαδίκτυο. Η απουσία μου ήταν λιγο πολύ ηθελημένη και είχα εξηγήσει και τους λόγους. Ακολούθησε μιά αποτοξίνωση από οτιδήποτε ηλεκτρονικό που δεν θα ταν απαραίτητα κάτι στεναχωρετικό αν η ζωή στη πόλη είχε ενδιαφέρον. Δυστυχώς είχε πολύ ενδιαφέρον, αλλά απολύτως αρνητικό. Ηταν δυό μήνες δύσκολοι, στενάχωροι, μελαγχολικοί. Να βλέπεις την Ελλάδα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 – ή τελος πάντων την ψευδαίσθηση  μιας σύγχρονης και ισχυρής Ελλάδας -, να μετατρέπεται σε περίγελο της οικουμένης. Η πατρίδα μας μιά κοινωνία που δεν μπορεί να λύσει κανένα πρόβλημα, να μη μπορεί να κάμει κανένα διάλογο, να μήν έχει την παραμικρή αισιοδοξία γιά το μέλλον  και να μην μπορεί να δημιουργήσει καμία προοπτική, για το πως θα αντιμετωπίσει την επερχόμενη κρίση . Μιά κοινωνία να παρακολουθεί άφωνη  τις αλαζονικές συμπεριφορές, την ακατάσχετη παπαρολογία, το απίστευτο ψέμα και την κραυγαλέα υποκρισία όλων αυτών που θα έπρεπε να δείχνουν το δρόμο της περίσκεψης, του προβληματισμού και της συνένεσης.

Περάσαν γρήγορα τα λιγότερα λαμπερά Χριστούγεννα και οι γιορτές, ώσπου μια μέρα είχα την τύχη να δω την ταινια του Γεράσιμου Ρήγα,  “Πάρβας, άγονη γραμμή”. Μιά ταινία μαγεία.  Μιά ταινία που μου άλλαξε την διάθεση. Δεν ξέρω αν μ’εχουν συγκινήσει  αλλες ταινίες, όσο αυτή. Το θέμα της  απλό. Η ζωή ενός γέροντα καφετζή στην Αμοργό. Η καθημερινή επανάλειψη των ίδιων κινήσεων επί χρόνια. Τό ψήσιμο του καφέ, δυό κοφτές κουβέντες με τους δυό τρείς πελάτες του μαγαζιού, ατελείωτες σιωπές, το σκάψιμο στο χωράφι, το πήγαινε έλα στο καφενείο. Όλα αυτά μιά με στωικότητα, μια δύναμη και με μιά καρτερικότητα μεταφυσική. Μιά Σισσύφια προσπάθεια να καλλιεργήσει τη χέρσα γη από τη μία και από την άλλή να βγάλει ένα ψευτομεροκάματο στο καφενείο με την γυναίκα του. Η κινηματογραφική γραφή λιτή, απέριτη, συγκινητική, χωρίς κραυγές και εντυπωσιασμους  ιδανικά αντίστοιχη  με το θέμα. Την προσπάθεια των ανθρώπων που ζουν στην άγονη γραμμή να τα καταφέρουν με τα λίγα που έχουν και να ζήσουν ευχαριστημένοι.

Η σημαντικότητα της καθημερινής ασημαντότητας.

sdim7910

Η σημαντικότητα της καθημερινής ασημαντότητας εναντίον της ασημαντότητας των σημαντικών. Δεν ξέρω γιατί, αλλά την ώρα που έβλεπα προσηλωμένος την ταινία, ταυτόχρονα περνάγαν στο μυαλό μου σε ένα ρυθμό καταιγιστικό σκηνές από μιά άλλη ταινία. Την ταινία της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας. Σκηνές απο την απίστευτη βουλιμία των νέων γενιών να καταναλώσουν τα πάντα και να μην χάσουν τίποτα από τη ζωή του lifestyle. Σκηνές απο τις προτροπές των σύγχρονων περιοδικών γιά τα εκατό πράγματα που πρέπει να κάνεις για να πεθάνεις ήσυχος ( ταξίδι στο Νεπάλ, περπάτημα στο Μάτσου Πίτσου, έξοδο με την τάδε μοντελοβίζιτα,   σούσι στο τάδε εστιατόριο της Νέας Υόρκης, ταϊ-τσί το δήνα ξενοδοχείο στις Ινδίες). Σκηνές από ακατάσχετο  πληθωρισμό ταξιδιωτικών αναμνήσεων και εντυπωσιακών εμπειριών από “ταξιδευτές” που δεν έχουν τίποτα πάρα πάνω να κάνουν παρά να κρύψουν μια γύμνια και μιά ασημαντότητα. Οι κομπασμοί των σπανίων περιηγήσεων που δεν έχουν σχέση  με την ουσία του ταξιδιού αλλά με το πλέον ματαιόδοξο τρόπο  νεοπλουτίστικης επίδειξης. Σκηνές από τον ακαταπαυστο νευρωτικό αγώνα επίδειξης των αποκτημάτων του πλούτου και της ευημερίας

Και ολα αυτά στο σε μιά κοινωνία που το ανικανοποίητο έχει χτυπήσει κόκκινο. και τίποτα πιά δεν την  ευχαριστεί.

Βγαίνοντας  από τον κινηματογράφο έφυγα με μιά γλυκιά αισιοδοξία. Την είδα και στα πρόσωπα των  άλλων. Ηταν η ταινία; Ηταν η θύμηση του γέροντα της Αμοργού, που τον είχα γνωρίσει στα ταξίδια μου όταν έγραφα το βιβλίο μου “Σημάδια του Αιγαίου”; Ηταν μιά άλλη φωνή που ανακάλυπτε στα νησιά της άγονης γραμμής το ήθος και τις αξίες ενός κόσμου που έχουμε ανάγκη να δούμε για να αναστοχασθόυμε την δική μας ζωή και τις αξίες μας ;

Ο Γεράσιμος Ρήγας έκανε στους Νεοέλληνες ένα σπουδαίο δώρο. Τον ευχαριστούμε, να ναι καλά.

ΚΛΕΙΣΤΟΝ ΛΟΓΩ ΠΕΝΘΟΥΣ

Αυτό τον μήνα τα “Σημάδια του Αιγαίου”
Θα σιωπήσουν, θα πενθήσουν και θα εγερθούν.

Το Δεκέμβρη δεν θάχουμε νέα πανηγύρια
(πανηγύρι :  ο τόπος που οι πάντες εγείρονται)
αλλά θα παρακολουθούμε με σκεπτικισμό
την πανελλήνια εξέγερση των νέων.

Θα πενθήσουμε για  τον αδικοχαμένο Αλέξη.
Θύμα ενός άθλιου αστυνομικού και ενός πανάθλιου συστήματος καταστολής.

Για τους δεκάδες απογοητευμένους νέους που λιώνουν και χάνονται από την χρήση ναρκωτικών, τους εκατοντάδες νέους που σκοτώνονται στους δρόμους αναζητώντας  στη ταχύτητα διέξοδο από τη μοναξιά και την ανία, τους χιλιάδες νέους που στύβονται σαν λεμονόκουπες που βλέπουν να σκοτώνονται καθημερινά οι ελπίδες τους και τα όνειρα τους, τους δεκάδες χιλιάδες μαθητές που δύσκολα να βρουν στο σχολειό και στο σπίτι, δασκάλους και γονείς να τους εμπνεύσουν και να τους κάμουν να πιστέψουν σε κάτι εξόν από την κονόμα, στους εκατοντάδες χιλιάδες νέους που αποχαυνώνονται στην τηλεόραση παρακολουθώντας εκπροσώπους  της γενιάς τους να ανταλλάσουν την αξιοπρέπεια τους για πέντε φράγκα.

Να πενθήσουμε για την απογοήτευση των νέων που μπαίνοντας στα ελληνικά πανεπιστήμια, μετά από τόσους κόπους,  θα αντιμετωπίσουν, από τους πρώτους κιόλας μήνες, το χάος και την αδιαφορία των καθηγητών τους.

Για τους λιγάκι μεγαλύτερους που ερχόμενοι με πτυχία από το εξωτερικό, αναγκάζονται να ξεφτιλισθούν και να δουλέψουν δοκιμαστικά τζάμπα στην αρχή, γιατί έτσι γίνεται εδώ, και μετά να ενταχθούν στη γενιά των 700 ευρώ.

Μια γενιά που θα ‘πρεπε να είναι η ελπίδα του τόπου, αλλά που βλέπει τα όνειρά της να καίγονται, πριν γεννηθούν. Χωρίς δικαίωμα ούτε στην ελπίδα.

Τον Δεκέμβρη μήνα, παραδοσιακά μήνα των γιορτών και της χαράς, τα “Σημάδια του Αιγαίου” θα πενθήσουν για τα αδιέξοδα της νεολαίας μας.

Θα πενθήσουμε  για τους εαυτούς μας,

Για την κοινωνία μας.

Για την αποτυχία μας.

Θα πενθήσουμε για μια κοινωνία που έχει πάψει προ πολλού να συναισθάνεται, να νοιώθει, να αγαπά, να νοιάζεται, να συμπάσχει, να δημιουργεί,  να χαίρεται.

Και αφού πενθήσουμε, έχοντας προσπαθήσει να καταλάβουμε τι μας συμβαίνει, ας αποφασίσουμε να σηκωθούμε από τους καναπέδες, ας αφήσουμε έστω για λίγο τη βολή μας, ας επιχειρήσουμε  να εγερθούμε.

Για να μην γίνει ο άδικος χαμός  αυτού του 15χρονου παιδιού, μόνο μια ευκαιριακή έκρηξη οργής, αλλά μια ευκαιρία να σκεφτούμε, να νοιαστούμε.

Να αλλάξουμε!

Στη μνήμη του Αλέξη.

Πατέρας ενός δεκαοκτάχρονου.

Επόμενη σελίδα: »