“Οι θησαυροί της Ελληνικής Γαστρονομίας”. Μιά όμορφη γιορταστική εκδήλωση για τη παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα..

10846185_915241305176343_2568300315408357981_n

Την Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου, στο NJV Athens Plaza, παρουσία πολλών καλεσμένων που αψήφησαν την κακοκαιρία αλλά κυρίως τον αποκλεισμό του κέντρου της Αθήνας -λόγω διαδήλωσης κατά την διάρκεια της πρώτης ψηφοφορίας της Βουλής για την εκλογή προέδρου-, παρουσιάστηκε το καινούργιο βιβλίο του Γιώργου Πίττα «Θησαυροί της Ελληνικής Γαστρονομίας».

250560_10203369842394487_4242763848088408064_n

Την εκδήλωση χαιρέτησε η υπουργός Τουρισμού Όλγα Κεφαλογιάννη, η οποία εκτός των άλλων αναφέρθηκε στη σημασία της γαστρονομίας στην διαμόρφωση διακοπών ποιοτικού επιπέδου και στην αναβάθμιση του Ελληνικού Τουρισμού, καθώς και στην συμβολή του Γιώργου Πίττα στην ανάπτυξη του προγράμματος Ελληνικό Πρωινό.

10363622_10203369829634168_1503834613826641209_n

Ακολούθησαν οι χαιρετισμοί του Γιώργου Τσακίρη, προέδρου του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος που τόνισε τη σπουδαιότητα του προγράμματος Ελληνικό Πρωινό και την ένταξη 400 ξενοδοχείων ήδη σ’ αυτό. Τέλος ο Άγγελος Ρούβαλης πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικού Οίνου περιέγραψε τις δυό μικρές επαναστάσεις που συντελούνται στον χώρο του ελληνικού κρασιού και της ελληνικής κουζίνας και πως αυτές περιγράφονται παραστατικά στο βιβλίο του συγγραφέα.

10858592_10203369830354186_3798228071414786868_n

Για το βιβλίο μίλησαν, η Μερόπη Παπαδοπούλου η διευθύντρια του  «Οινοχόου» της Καθημερινής, ο Στέλιος Κούλογλου, η Μπήλιω Τσουκαλά και βεβαίως ο Γιώργος Πίττας.

10848023_915240768509730_2441374627943350831_n

Πρώτη εκ μέρους των ομιλητών, μίλησε για το βιβλίο η Μερόπη Παπαδοπούλου:

«Η πρώτη γαστρονομική ανάμνηση που έχω από τον Γιώργο Πίττα , είναι ένα σακί πατάτες!

Ένα καλοκαιρινό μεσημέρι πολλά χρόνια πριν, όταν είμαστε πολύ νέοι, στη Σαντορίνη. Μεγάλη παρέα τρώμε στον Περίβολα στον Εξωμύτη δεν θυμάμαι ακριβώς, όταν περνάει ένα Ντατσούν διαλαλώντας την πραμάτεια του. Πατάτες από τη Νάξο. Πετάγεται ο Πίττας από το τραπέζι και γυρίζει με ένα μεγάλο σακί πατάτες.

10885352_10203369830834198_7057283476178856449_n

Δεν είμαστε πολύ φίλοι ακόμα τότε και ντράπηκα να τον ρωτήσω, τον κοίταξα μόνο με απορία, γιατί εκείνα τα χρόνια των περισσοτέρων μας το μυαλό, μηδέ του δικού μου εξαιρουμένου- ήταν αλλού κι όχι σε προϊόντα με ονομασία προέλευσης. Ομως η ιδέα , ο σπόρος είχε ήδη βρεί γόνιμο έδαφος στο ανησυχο μυαλό του Πίττα…

Σήμερα που ο Γιώργος τελείωσε το πόνημα του με τα 100 προϊόντα θησαυρούς της ελληνικής γαστρονομίας δεν μπορώ παρά να θυμηθώ εκείνες τις πατάτες και ανοίξω αμέσως στη σελίδα 241 όπου στο κεφάλαιο Πατάτες Νάξου θα δούμε τις σχετικές πληροφορίες.

10857944_915240835176390_7658803366894864830_n

Καλωσορίσατε στο βιβλίο Οι Θησαυροί της Ελληνικής Γαστρονομίας.

Η καθημερινότητα τοποθετημένη ιστορικά, τοπικά, γαστρονομικά. Γιατί οι 100 θησαυροί δεν είναι τίποτα άλλο παρά η καθημερινότητά μας. Μια καθημερινότητα που δεν έχουμε συνηθίσει να της δίνουμε σημασία με αποτέλεσμα πολλές φορές , τις περισσότερες , να την απαξιώνουμε.

Τούτο το βιβλίο έρχεται να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Να καλύψει ένα μεγάλο κενό που έχει γίνει ακόμα μεγαλύτερο με την δημόσια μανία μαγειρικής που έχει πέσει σαν επιδημία τα τελευταία χρόνια. Συνταγές παντού, σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές, σε περιοδικά σε βιβλία , ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια…

10386753_10203369829994177_4426879931407642922_n

Όλοι μαγειρεύουν τις περισσότερες φορές χωρίς να ξέρουν τι.

Οι άνθρωποι του κρασιού λένε «αν έχεις καλή πρώτη ύλη, καλό σταφύλι ,τότε είναι σίγουρο πως μπορείς να κάνεις καλό κρασί».

Το ίδιο ισχύει φυσικά και στη μαγειρική .

Πόσοι όμως ξέρουν την πρώτη ύλη τους , την ιστορία , τις διαφοροποιήσεις , την προέλευσή της.

Πόσοι όταν πάνε να ψωνίσουν, το απλούστερο σας λέω , ελιές ,ξέρουν ότι έχουμε 9 ποικιλίες ελιάς με προστατευόμενη ονομασία προέλευσης. Γιατί άλλη η θρούμπα της Θάσου κι άλλη της Χίου, άλλη η ελιά της Καλαμάτας κι άλλη του Πηλίου.

map

Πως μπορούμε να μιλάμε γενικά για τυριά αν δεν ξέρουμε ότι μόνο η Κρήτη έχει τουλάχιστον 10 τύπους

Στη σελίδα 137 στο κεφάλαιο Ζυμαρικά ενθουσιάστηκα διαβάζοντας ότι τα περίφημα ορεκιέτι των γειτόνων ιταλών τα φτιάχνουν αιώνες τώρα στη Χίο και στη Λήμνο και τα λένε «Αυτούδια». Εμαθα ακόμα ότι στη Ρόδο φτιάχνουν τα Κουλουρία, στη Φολέγανδρο τα Ματσάτα, τα Μιρμιτζέλια στη Πάρο και τις Γκογκλιες στην Εύβοια.

Όλα τα κεφάλαια αυτό κλείνουν με την παρουσίαση κάποιων γνωστών παραγωγών παίρνω την αφορμή να αναφερθώ στη σημαντική δουλειά που έχει κάνει ο Γιώργος όσον αφορά τους παραγωγούς.

Πρώτη ύλη ναι αλλά κάποιος την παράγει. Τα πράγματα μπαίνουν για και ακόμα φορά στη θέση τους.

Οι παραγωγοί είναι το πρώτο βιολί στην ορχήστρα των γεύσεων του βιβλίου.

Μικροί και μεγάλοι, οικοτεχνίες αλλά και βιομηχανίες, βιολογικοί και συμβατικοί, όλοι έχουν τον δικό τους ρόλο καθορισμένο και αναντικατάστατο.

Ο Γιώργος Πίττας κράτησε τις ισορροπίες με την μαεστρία που μόνο ένας άνθρωπος υπεράνω συμφερόντων μπορεί να κάνει χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Θέλω να τον συγχαρώ ιδιαιτέρα γι αυτόν τον τομέα και τον τρόπο που τον χειρίστηκε.

DSC_8545

Είχα τη χαρά να έχω παρακολουθήσει διάφορα στάδια της δημιουργίας του βιβλίου από την αρχή σχεδόν , παρ’ όλα αυτά όταν το κράτησα ολοκληρωμένο και τυπωμένο στα χέρια μου ήταν σαν να το έβλεπα για πρώτη φορά.

Το διάβασα όλο, όπως πιστεύω πως θα κάνετε κι εσείς.

Είναι το αλφαβητάρι που έλειπε, ένα αλφαβητάρι απλό, κατανοητό, με ειλικρινείς φωτογραφίες , γνήσια αποτυπώματα εμπειριών γεύσης.

Ένα αλφαβητάρι απαραίτητο γιατί αν δεν μάθεις την αλφαβήτα πως θα μάθεις να διαβάζεις;

Μετά τα Πανηγύρια στο Αιγαίο, την Αθηναϊκή Ταβέρνα, Τα καφενεία της Ελλάδας νομίζω πως μπορώ να χρίσω τον Γιώργο Πίττα τροβαδούρο του λαϊκού μας πολιτισμού και να ευχηθώ στους Θησαυρούς της Ελληνικής γαστρονομίας να έχουν την τύχη που τους αξίζει. Να είσαι καλά Γιώργο να μας δίνεις πάντα χαρές.»

10420783_915240918509715_7186780968329927867_n

Η Μπήλιω Τσουκαλά με την σειρά της είπε να εξής:

«Αγαπητοί Φίλοι,

Θα ήθελα να ξεκινήσω με μερικούς αριθμούς: 354 σελίδες, 650 φωτογραφίες, 100 προϊόντα, 200 παραγωγοί. Το 6ο βιβλίο του Πίττα, Οι Θησαυροί της Ελληνικής Γαστρονομίας, 5 χρόνια συστηματικής έρευνας, επιτόπιας καταγραφής, και φωτογράφισης. Πολλά χρόνια ταξίδια, πάνω από 10 χρόνια. Γιατί το πρώτο υλικό μαζευόταν ήδη από τα προηγούμενα ταξίδια του στο Αιγαίο και σ’ όλη την Ελλάδα, για τα 5 βιβλία του που έχουν προηγηθεί: Τα Σημάδια του Αιγαίου το 2007, το Πάρος-Οδοιπορικό στον Τόπο και τον Χρόνο (2008), την Αθηναϊκή Ταβέρνα (2009), Τα πανηγύρια στο Αιγαίο (2011) και τα Καφενεία της Ελλάδας (2013).

Οι αριθμοί είναι σημαντικοί, καμιά φορά πάρα πολύ σημαντικοί και κρίσιμοι, όπως καλή ώρα απόψε με την 1η ψηφοφορία για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, που γίνεται εδώ απέναντι.

1456725_915240688509738_9035746526521421040_n

Όμως συχνά οι αριθμοί δεν μπορούν να πουν όλη την αλήθεια. Είναι οι άνθρωποι που έχουν σημασία πίσω από τους αριθμούς. Αυτοί οι άνθρωποι, οι παραγωγοί, (μερικοί είναι εδώ σήμερα μαζί μας, κάτι που μας δίνει μεγάλη χαρά) είναι οι βασικοί πρωταγωνιστές του βιβλίου του Πίττα που παρουσιάζουμε σήμερα.

Εάν δεν υπήρχαν αυτοί, δεν θα υπήρχαν τα προϊόντα. Αυτά τα μοναδικά προϊόντα της ελληνικής γης, που ξέρουμε από τα παιδικά μας χρόνια, μ’ αυτά μεγαλώσαμε, αλλά ίσως ποτέ δεν τα γνωρίσαμε αληθινά, δεν τα προσεγγίσαμε με σεβασμό και γνώση, όπως το κάνει ο Πίττας σε τούτο το βιβλίο. Γιατί? Γιατί μια από τις παθογένειες της νοοτροπίας του νεοέλληνα ήταν να τα σνομπάρει. Καμιά φορά να ντρέπεται γι’ αυτά. Ήταν τα φαγητά του τόπου του, του χωριού του, αυτά που μαγείρευε η γιαγιά του ή η μάνα του, που στην εποχή της ξενολαγνικής φούσκας, δεν είχαν θέση, δίπλα στα σούσι τα reyban και τα 4 wheel drive.

Τί κάνει λοιπόν ο Πίττας? Αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να κοιταχτούμε στον καθρέφτη και να δούμε επιτέλους ποιοί ήμαστε. Κυρίως μετά τα χρόνια της κρίσης, ο Έλληνας να μάθει την Ελλάδα. Και η Ελλάδα είναι ο πολιτισμός της, η γαστρονομία της, οι παραγωγοί της, τα προϊόντα της.

10850267_915240201843120_234536716055140856_n

Ερχεται λοιπόν να μας δείξει μέσα από την καταγραφή αυτών των 100 προϊόντων της ελληνικής γης και τους κυριότερους παραγωγούς τους, ότι εδώ υπάρχει ένα άλλο μοντέλο ανάπτυξης.

Το κάνει με μια βαθειά αγάπη και σεβασμό. Γιατί ο Πίττας αγαπάει πολύ την Ελλάδα. Και την ξέρει καλά. Ξέρει και τα όμορφα και τα άσχημά της. Και αυτά που μπορούν να την απογειώσουν, αλλά και εκείνα που είναι η τροχοπέδη της. Τα ξέρει γιατί είναι ένας άνθρωπος της πιάτσας, δεν ήταν κλεισμένος σε ένα γραφείο να λέει πώς πρέπει να γίνουν τα πράγματα, έκανε ο ίδιος πράγματα. Δοκιμάστηκε, και πέτυχε ως επιχειρηματίας και γνώρισε στο πετσί του τι σημαίνει επιχειρείν στην Ελλάδα και κυρίως τί σημαίνει επιχειρείν πιστεύοντας στην ελληνικότητα, όχι αντιγράφοντας.

10389557_915240115176462_4521494859377796959_n

Το βιβλίο αυτό είναι μια βαθειά βουτιά στην ελληνικότητα. Μέσα από την ιστορία, τη διατροφική αξία των προϊόντων, των τόπων καταγωγής τους, τις ιστορίες των παραγωγών τους, τον γαστρονομικό χάρτη της χώρας μέσα από τα μοναδικά ελληνικά προίόντα της ελληνικής γης, ο Πίττας επιχειρεί μια ολιστική προσέγγιση της γαστρονομιάς. Και μας μαθαίνει τί παράγουμε ως χώρα, την ιστορία των προϊόντων μας, και τους κυριότερους παραγωγούς αυτών των προϊόντων.

Για να το κάνει αυτό ο Πίττας να γυρίζει την Ελλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη. Και επιστρέφει, κατάκοπος μεν, αλλά και χαρούμενος. Με τη χαρά του ανθρώπου που έχει συναντήσει ( ανθρώπους-τοπία- δραστηριότητες ) που γεμίζουν την ψυχή του. Που τού δίνουν το χαμόγελο της αισιοδοξίας. Με δυο λόγια, εκείνου του ανθρώπου που έχει συναντήσει μια άλλη Ελλάδα.

Αυτό το βιβλίο τί λέει λοιπόν? Λέει ουσιαστικά ότι η Ελλάδα μπορεί να αναπτυχθεί εάν πιστέψει στον εαυτό της και ξαναβρεί τις ρίζες της. Όχι με μια προσέγγιση φορκλόρ ούτε γενικά ρομαντικού επιπέδου. Αλλά με μια απελευθερωμένη από συμπλέγματα επιχειρηματικότητα. Και κυρίως με μια αλλαγή νοοτροπίας.

10846050_10203369830994202_5433655802125817207_n

Όταν έκανα το Έχει Γούστο στην τηλεόραση, είχαμε εντάξει στην εκπομπή μία ενότητα που την είχαμε ονομάσει «Ένας τόπος-Ένα προϊόν». Ήταν το 2008, πολύ πριν αρχίσει αυτή η μόδα με τις μαγειρικές που κατέκλυσε το τηλεοτπικό σύμπαν. Ψάχναμε λοιπόν τότε με τους συνεργάτες μου να βρούμε ανθρώπους απ’ όλη την Ελλάδα και τους καλούσαμε να έρθουν στο στούντιο για να παρουσιάσουν τα τοπικά προϊόντα της περιοχής τους, να αναδείξουμε έναν γαστρονομικό πολιτισμό που ήταν ζωντανός μεν στις τοπικές κοινωνίες, αλλά παραγκωνισμένος από τα πιάτα της nouvelle cuisine και τα τότε κυρίαρχα γαστριμαργικά πρότυπα. Είχε τεράστια απήχηση αυτή η ενότητα. Μας έπαιρναν οι τηλεθεατές και οι Έλληνες της Διασποράς και έκλαιγαν στο τηλέφωνο γιατί τους θυμίζαμε προϊόντα, ιστορίες και συνταγές του τόπου τους.

Αυτή την Ελλάδα λοιπόν αξίζει να την γνωρίσουμε και να την αγαπήσουμε…»

10341743_10203369828154131_1039048532880547331_n

Ο Γιώργος Πίττας ευχαρίστησε τους ομιλητές για τα καλά τους λόγια ενώ επικεντρώθηκε στα λάθη που έκανε η ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια καθώς “…θεωρήσαμε οτι ο εκσυγχρονισμός ήταν να τρώμε παρμεζάνα και όχι να παράξουμε τις συνθήκες για να γίνουν τα τυριά μας καλά και γνωστά σαν την παρμεζάνα.

Καταναλώσαμε αγαθά, υπηρεσίες και σύμβολα αντί να παράξουμε αναπτυξιακές δομές και θεσμούς που να παράγουν ποιοτικά αγαθά και καινοτόμες υπηρεσίες”.

10625105_915241895176284_8911846011894073110_n

Ο συγγραφέας μετά από διάφορες επισημάνσεις κατέληξε σ’ αυτό που θεωρεί ότι συμπυκνώνει το περιεχόμενο του βιβλίου του: “ Προϊόντα και άνθρωποι, γεύσεις και συνταγές, μύθοι και ιστορία, παράδοση και λογοτεχνία, τόποι και τοπία, ήθη και έθιμα, δρώμενα και τελετουργίες, θεωρίες και επιχειρηματικότητα ξετυλίγονται μέσα στις σελίδες του και δένουν σε μια αλυσίδα αξιών και δραστηριοτήτων που μπορούν να συγκροτήσουν τον βασικό πυλώνα μιας νέας οικονομικής ανάπτυξης της χώρας (Τοπίο – Περιβάλλον – Αγροτική Οικονομία – Προϊόντα – Γαστρονομία – Πολιτισμός -Τουρισμός), αλλά και του νέου υπαρξιακού και πολιτισμικού μας αναπροσδιορισμού»

10850247_915241761842964_3603579206236842423_n

Οι ομιλίες ολοκληρώθηκαν με την προβολή ενός πεντάλεπτου slideshow που ήταν μιά πρόταση για την ανάπτυξη του Γαστρονομικού Τουρισμού κάθε περιοχής και που καταχειροκροτήθηκε.Την παρουσίαση ακολούθησε μπουφές με ιδιαίτερες νοστιμιές από διάφορα μέρη της Ελλάδας κρασιά ευγενή προσφορά από τον Οινοφόρο και το κτήμα Τριανταφυλλοπούλου από την Κω και μουσική από το συγκρότημα «Παλαϊνά Σεφέρια».

10885072_10203369842794497_762462340227649528_n

Την εκδήλωση ετίμησαν πάνω από 250 άτομα μεταξύ των οποίων διακρίναμε πολλούς παραγωγούς τροφίμων όπως τον Μάνο Δομαζάκη της “Cretafarms”, τον Νίκο Καλογιάννη της ποτοποιίας “Πλωμάρι Ούζο Ισιδώρου Αρβανίτη”, τον Ζαφείρη Τρικαλινό, τον Γιώργο και την Αλέκα Πίττα από το μέλι “Αττική”, εκπρόσωπους της οικογένειας Καλλικούνη της Finest Roots,  και άλλους πολλούς από παρεμφερείς κλάδους, όπως και τον Θανάση Παναγούλια από την Forum S.A και τον Νίκο Βελισσαρόπουλο από την σχολή τουριστικών επαγγελμάτων Le Monde.

10686799_915241128509694_5386718476282232522_n

Το στέκι του Σωτήρη στην Βραχιά στις όχθες του Αξιού.

DSC_2469

Οι διανοούμενοι στη Θεσσαλονίκη είχαν μια ιδιαίτερη παράδοση: για τον καφέ ή το κρασί τους σύχναζαν σε στέκια περιθωριακά. Εκεί, ακόμη και σήμερα, κοντά στην εργατιά και τους ανθρώπους της βιοπάλης, μοιράζονται στιγμές απαραίτητες για την ισορροπία και το μέτρο της ζωής.

Μια σειρά τέτοια στέκια βρίσκονταν στο Καλοχώρι, στο Δέλτα του Αξιού. Ανάμεσα σε βαλτόνερα, βοσκοτόπια και υγρότοπους με χιλιάδες πουλιά (τσικνιάδες, φλαμίνγκο, πελεκάνους), ξεφύτρωναν κάποιες παραγκοταβέρνες. Παράνομες μεν, πανέμορφες και ιδιαίτερα χρήσιμες δε. Στέκια των ψαράδων, κάποιων κτηνοτρόφων –μοναδικές οάσεις σε ολόκληρο το Δέλτα–, αν γνώριζες το λαβύρινθο των χωματόδρομων μέχρι να φτάσεις εκεί.

Τα πιο γνωστά στις παρέες της Θεσσαλονίκης ήταν το «Μπαγκλαντές» και το «Νησί της Αφροδίτης», στέκια κάποιων καθηγητών της Αρχιτεκτονικής, με επικεφαλής τον Δημήτρη Φατούρο (τα κρατούσαν κρυφό μυστικό), στα οποία πήγαιναν για ν’ αποτοξινωθούν από το μπετόν της πόλης και να ησυχάσουν.

Όλες αυτές οι παραγκοταβέρνες έπαψαν να λειτουργούν τον Ιούλιο του 2007 με εισαγγελική παρέμβαση, αφού κρίθηκαν παράνομες και αυθαίρετες, όταν ιδρύθηκε το Εθνικό Πάρκο Δέλτα Αξιού-Λουδία-Αλιάκμονα.

Αν υπάρχει κάποιο σύγχρονο στέκι που θυμίζει λίγο την ατμόσφαιρα εκείνη είναι αυτό του Σωτήρη στη Βραχιά. Στις όχθες του ποταμού Αξιού και σ’ ένα απείρου κάλλους φυσικό τοπίο που φέρνει στο νου εικόνες από τροπικό δάσος βρίσκεται το στέκι «Αξιός» του Σωτήρη. Εδώ, κάτω από την παχιά σκιά των πλατανιών, μπορεί κανείς ν’ απολαύσει φρέσκα ψάρια, σπιτικές τηγανητές πατάτες, χταποδάκι, καλαμαράκια, κουτσομούρες και βεβαίως τη σπεσιαλιτέ του, που δεν είναι άλλη από τους κολοκυθοκεφτέδες. Η περίοδος λειτουργίας του είναι ίδια με τη σχολική (!), από Σεπτέμβριο μέχρι και Ιούνιο, και το ωράριο από μεσημεράκι ως τη δύση. Γιάννης Μπουτάρης, Θόδωρος Αγγελόπουλος, Κώστας Καραμανλής ήταν οι σημαντικότεροι πελάτες του Σωτήρη, ενώ από ατυχίες θυμάται τις φορές που έχει πλημμυρίσει το μαγαζί, ευτυχώς χωρίς μεγάλες ζημιές, καθώς ο ποταμός δεν είναι ορμητικός και τα νερά φουσκώνουν σιγά σιγά δίνοντας προειδοποιητικά σημάδια. Το στέκι του Σωτήρη είναι μοναδικό, ιδιαίτερα το χειμώνα με βροχή.

Λίγα λόγια για τους Θησαυρούς της Ελληνικής Γαστρονομίας

Την ελληνική γαστρονομία την πολιορκούσα από το πρώτο μου βιβλίο. Ποτέ όμως μετωπικά, πάντοτε με πλαγιοκοπήσεις, μ’ έναν αντάρτικο πόλεμο.

cover-GASTRONOMY1

Τόσο στο πρώτο μου βιβλίο «Τα σημάδια του Αιγαίου» (2007) όσο και στα υπόλοιπα: «Πάρος, ταξίδι στον τόπο και τον χρόνο» (2008), «Η Αθηναϊκή Ταβέρνα» (2009), «Πανηγύρια στο Αιγαίο» (2011), «Τα καφενεία της Ελλάδας» (2013) η γαστρονομία έπαιζε τον ρόλο της, μαζί με άλλους συμπρωταγωνιστές όπως η χαρά της διασκέδασης, η απόλαυση της συνεύρεσης, συνδεση του φαγητού με τη συνοχή της οικογένειας ή της κοινότητας.

DSC_1830

Αυτή τη φορά, στην έκδοση Οι θησαυροί της ελληνικής γαστρονομίας, η επίθεση είναι ολομέτωπη, στην καρδιά της ελληνικής γαστρονομίας. Το βιβλίο αυτό στοχεύει στην παρουσίαση των σπουδαιότερων τροφίμων της ελληνικής γης και των σημαντικότερων παραγωγών τους, που ουσιαστικά προσφέρουν την πρώτη ύλη για τη διαμόρφωση της ελληνικής κουζίνας.

DSC_6581

Οι «Θησαυροί της ελληνικής γαστρονομίας» είναι ένα βιβλίο που θα μας κάνει να αγαπήσουμε πιο πολύ την Ελλάδα. Στις σελίδες του θα δούμε, θα γνωρίσουμε, θα θυμηθούμε και θα εκπλαγούμε από τα τόσα προϊόντα και τρόφιμα της ελληνικής γης, που μαζί τους πολλοί από εμάς μεγαλώσαμε, χωρίς να ξέρουμε την ιστορία τους, τη διατροφική τους αξία και τη σημασία τους στην οικονομία της χώρας.

DSC_8545

Τα 100 προϊόντα που παρουσιάζονται θα μας ταξιδέψουν σ’ ένα γαλαξία από δεδομένα, που το καθένα του, σαν ξεχωριστή ψηφίδα, θα συνθέσει το ψηφιδωτό του γαστρονομικού μας πολιτισμού. Ορισμένα απ’ αυτά έχουν ταυτιστεί με τη ζωή του Έλληνα τόσο στο παρόν όσο στο κοντινό παρελθόν, αλλά και στο απώτερο, που φτάνει μέχρι την ελληνική μυθολογία. Άλλα πάλι τρόφιμα κουβαλούν στην πλάτη τους ιστορίες μεγαλειώδεις, όπως η σταφίδα Κορινθίας, που τον 19ο αιώνα καταλάμβανε σπουδαίο ρόλο στην ελληνική οικονομία, εξασφαλίζοντας το 70% των ελληνικών εξαγωγών και έναν τεράστιο πλούτο στις περιοχές καλλιέργειας και εμπορίας της, άλλα είναι οι σύγχρονοι γαστρονομικοί πρεσβευτές της χώρας όπως η φέτα, το γιαούρτι, το λάδι, το ούζο ενώ άλλα, όπως η κάππαρη ή το φραγκόσυκο, είναι φυτά που χαρακτηρίζουν ιδιαίτερα τοπία της ελληνικής γης.

SDIM5836

Κάθε προϊόν παρουσιάζεται σε χωριστό κεφάλαιο με συγκεκριμένη δομή. Μέσα από μια ιστορική προσέγγιση, καταγράφεται η διαδρομή του προϊόντος στο χρόνο μέχρι σήμερα, και στη συνέχεια γίνεται αναφορά στη διατροφική του αξία και παρουσιάζονται ο τρόπος παραγωγής του (άλλοτε ο παραδοσιακός και άλλοτε ο σύγχρονος) και κάποιες συνταγές που το αναδεικνύουν. Τέλος, γίνεται αναφορά στη σημερινή του σπουδαιότητα, όσον αφορά τον όγκο παραγωγής του και τη συμμετοχή του στην οικονομία της χώρας.

DSC_8837

Ειδικά για τις μυθικές και τις ιστορικές αναφορές, παρατίθεται υλικό που πιστοποιεί τη διαχρονικότητα πολλών προϊόντων μέσα από γεύσεις και συνταγές που έχουν φτάσει ως τις μέρες μας αλλά και μέσα από τη συμμετοχή τους, ανά τους αιώνες, σε γαστρονομικές τελετουργίες και λατρευτικά έθιμα του γεωργικού και του ποιμενικού βίου. Όλα αυτά τα παραδοσιακά έθιμα δίνουν τη δική τους νότα στην ταυτότητα ορισμένων προϊόντων.

DSC_5891

Τη γενική περιγραφή τροφίμων και συνταγών συχνά διανθίζουν μικρά αποσπάσματα από την ελληνική λογοτεχνία: από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τη Μαρία Ιορδανίδου, τον Νίκο Καζαντζάκη, τον Μενέλαο Λουντέμη κ.ά., που επιβεβαιώνουν με γλαφυρότητα και συναίσθημα, μέσα από περιγραφές, αφηγήσεις και διαλόγους, τη στενή σχέση που είχαν τα τρόφιμα και η μαγειρική με την εποχή και τα πρόσωπα.

DSC_6498

Και εκεί που οι ιστορίες και οι γευστικοί πειρασμοί μάς έχουν ανοίξει την όρεξη, έρχονται οι παραγωγοί, οι άνθρωποι που μοχθούν για να υπάρχουν αυτά τα προϊόντα στο πιάτο μας. Έλληνες με μεράκι και έμπνευση, επιχειρηματίες με γνώση και πείσμα, συμπολίτες μας που μάς κάνουν περήφανους, γιατί τα προϊόντα τους κατακτούν επάξια τις διεθνείς αγορές και κάνουν γνωστή την ελληνική γαστρονομία στα πέρατα του κόσμου.

Αγ.Δημήτρης

Προϊόντα και άνθρωποι, γεύσεις και συνταγές, μύθοι και ιστορία, παράδοση και λογοτεχνία, τόποι και τοπία, ήθη και έθιμα, δρώμενα και τελετουργίες, θεωρίες και επιχειρηματικότητα ξετυλίγονται μέσα στις σελίδες του και δένουν σε μια αλυσίδα αξιών και δραστηριοτήτων που μπορούν να συγκροτήσουν τον βασικό πυλώνα μιας νέας οικονομικής ανάπτυξης της χώρας (Τοπίο – Περιβάλλον – Αγροτική Οικονομία – Προϊόντα – Γαστρονομία – Πολιτισμός -Τουρισμός), αλλά και του νέου υπαρξιακού και πολιτισμικού μας αναπροσδιορισμού.

DSC_4617

Οι «Θησαυροί της Ελληνικής Γαστρονομίας» είναι ένα βιβλίο που επιχειρεί ν’ αντιμετωπίσει την ελληνική γαστρονομία ως όλον, δίνοντάς μας ταυτόχρονα γερές δόσεις εθνικής αυτογνωσίας, ελπίδας και προοπτικής.

DSC_4745

Πριν προσεγγίσουμε το κυρίως θέμα του βιβλίου που είναι τα 100 προϊόντα και οι 200 παραγωγοί τους, τα πρώτα κεφάλαια μας προετοιμάζουν καταλλήλως με τα   : «Περί γαστρονομίας», «Η ιστορία της ελληνικής κουζίνας», «Η ελληνική κουζίνα τον 19ο και 20ό αιώνα» και «Η κρίσιμη εικοσιπενταετία (1990-2015)».

DSC_1642

Σε μια δεύτερη ενότητα, τα κεφάλαια: «Η νέα ελληνική κουζίνα», «Γαστρονομία και τουρισμός», «Ελληνικό πρωινό», «Επώνυμα ελληνικά προϊόντα – Προϊόντα ΠΟΠ και ΠΓΕ», «Μεζέδες», «Γαστρονομικές τελετουργίες», «Η κουζίνα των πανηγυριών», «Οι προοπτικές του αγροδιατροφικού τομέα», «Nτιζάϊν και ελληνικά τρόφιμα» αντιμετωπίζουν μεν τα ελληνικά προϊόντα και την ελληνική κουζίνα ως μέρος των διεθνών τάσεων της γαστρονομίας, αλλά επιχειρούν, παράλληλα, να συνδέσουν την ελληνική γαστρονομία με την ουσία της και το βαθύτερο νόημά της δηλαδή με τις ρίζες της, τις τελετουργίες που συνδέονται με το καθημερινό ή το γιορτινό φαγοπότι, τα δρώμενα και έθιμα του λαού, με πρακτικές δηλαδή της ελληνικής παράδοσης όπως αυτή εξελίχθηκε τους τελευταίους αιώνες.

DSC_4271

Η παράθεση των οκτώ «γαστρονομικών περιοχών» της χώρας, με την τοπική κουζίνα τους και τα χαρακτηριστικά προϊόντα τους, δημιουργεί έναν γαστρονομικό χάρτη, το πλαίσιο στήριξής όπου θα τοποθετηθούν στο χωρικό τους περιβάλλον τα 100 προϊόντα.

Το βιβλίο «Οι θησαυροί της ελληνικής γαστρονομίας» του Γιώργου Πίττα κυκλοφόρησε στα βιβλιοπωλεία από τις 6 Δεκέμβρη 2014. Η έκδοση είναι έγχρωμη, διαστάσεων 28Χ24 όπως  όλες εκδόσεις του συγγραφέα και έχει 352 σελίδες και 650 φωτογραφίες, η δε τιμή του 40 ευρώ.

«Καφενεία της Ελλάδας» στην Αθηναϊδα. Αποσπάσματα των ομιλιών του Τάσου Μπίρη, της Μπήλιως Τσουκαλά και του Ηλία Προβόπουλου.

Image

Tην παρουσίαση του Βιβλίου έκαναν με την σειρα τους ο αρχιτέκτων Τάσος Μπίρης, ο δημοσιογράφος-στιχουργός Λευτέρης Παπαδόπουλος και οι  δημοσιογράφοι Ηλίας Προβόπουλος και Μπήλιω Τσουκαλά. Θα παρουσιασθούν αποσπάσματα από τις εξαίρετες  ομιλίες, πλήν αυτής του «προέδρου» που έγινε από στήθους και που βέβαια σκόρπισε όπως πάντα το γέλιο και την έκπληξη με τον ανατρεπτικό, ασυμβίβαστο και προκλητικό του λόγο.

Image

 

Τάσος Μπίρης. Ομότιμος Καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ

…Πρώτα γεννήθηκε «Η Αθηναϊκή Ταβέρνα». Ακολούθησαν τα «Πανηγύρια στο Αιγαίο». Και τώρα σειρά έχουν «Τα καφενεία της Ελλάδας».

Βεβαίως, για να γίνει αυτός ο μετασχηματισμός μέσα σε μια τετραετία (που φυσικά κρύβει πολλαπλάσιο προηγούμενο χρόνο προετοιμασίας), χρειάζεται να έχει προϋπάρξει ένα αρχικό ισχυρό προσωπικό έναυσμα. Αυτό που ονομάζουμε ιδέα. Τίποτε σημαντικό δεν γίνεται χωρίς αυτήν. Χρειάζεται όμως στη συνέχεια και εμμονή στην Ιδέα. Χρειάζεται επίσης πολλή και συστηματική δουλειά. Γιατί δεν συνενώνονται από μόνα τους, ως δια μαγείας…

…Εκτιμώ ότι το επίμονο ενδιαφέρον του Πίττα, δηλαδή η ιδέα του -με τη συγκροτημένη μορφή που πια μας παρουσιάζεται σήμερα- επικεντρώνεται στον δημόσιο ελληνικό κοινωνικό χώρο (ιδίως τον λαϊκό) σε όλες του τις εκφάνσεις και δράσεις…

Έτσι, στα «καφενεία» -όπως και στα προηγούμενα βιβλία του- χρησιμοποιεί μια γραφή οικονομική, δομική, καθόλου λυρική, απαλλαγμένη από αισθητισμούς. Ταυτοχρόνως όμως είναι και γραφή ζωντανή, ως κατάθεση βιωμένων «επί τόπου του έργου» προσωπικών εμπειριών, παρατηρήσεων,  συζητήσεων, αλλά και αντικειμενικών ιστορικών, τεχνικών, ακόμη και γαστριμαργικών, πληροφοριών και παρατηρήσεων. Κατά τη περιπλάνηση που κάνουμε μέσα από τα κείμενά του στα καφενεία του τόπου μας, είναι ο ίδιος συνεχώς παρών μαζί μας συνεχώς πάνω, αλλά και μέσα στο θέμα του. Προσέξτε όμως: Είναι ταυτοχρόνως και όσο «μακριά» χρειάζεται, ώστε να μην το πνίγει (μαζί μ’ αυτό και εμάς) με προσωπικού χαρακτήρα περικοκλάδες για την «μεγάλη αγάπη» που τρέφει για την εμμονή του. Είναι σαν να κάθεται διακριτικά στο βάθος του μαγαζιού και από εκεί να παρατηρεί τα τεκταινόμενα, σιωπηλός όπως συνηθίζει…

 Έτσι -εάν θέλουμε- μπορούμε να διαισθανθούμε  την υποδόρια αμφισημία του δημόσιου κοινωνικού χώρου, το διαυγές, αλλά και σκιερό του φως, που είναι και η αμφισημία της ίδιας της ζωής (κατά τον τίτλο του κειμένου μου). Αμφισημία μάλιστα, που σημαδεύει το καφενείο ως κοινωνικό χώρο στον ίδιο τον πυρήνα της υπόστασής του.

Πιστεύω ότι ο Πίττας, χωρίς περίσσιους συναισθηματισμούς, την υπαινίσσεται συνεχώς στο βιβλίο του.

Το πετυχαίνει κυρίως μέσω των πολύ προσεγμένων εικόνων που συνοδεύουν τα κείμενά του. Εκεί το καφενείο δεν παρουσιάζεται (ευτυχώς) ως χώρος «εξαιρετικής αισθητικής ωραιότητας», αλλά κυρίως ως χώρος συντροφικός, οικείος, ζωντανός, με το διφορούμενο σημάδι αυτής της ζωής αποτυπωμένο βαθειά σε όλα τα χαρακτηριστικά του.

Ώστε το διαυγές φως της οικείας συλλογικής κοινωνικότητας, να αφήνει χώρο και για το απαραίτητο σκιερό φως ή ημίφως της μοναχικότητας, που ζητά την ησυχία και ερμητικότητά της. Κάτι που, στον αχανή, άναρχο, απροστάτευτο δημόσιο χώρο της πόλης, είναι δύσκολο να γίνει.

Στο καφενείο υπάρχει λοιπόν θέση για την παρέα, την κουβέντα, το χωρατό, ακόμη και τις μικρό-αντεγκλήσεις. Υπάρχει όμως και προστατευμένη θέση και χώρος για τη σιωπή, τις ελάχιστες κινήσεις, το σεβασμό στις μοναχικές παρουσίες και τις σκέψεις τους…

 Image

 

 

Μπήλιω Τσουκαλά, Δημοσιογράφος

Εάν λοιπόν έχουμε να πάρουμε ένα μάθημα από αυτές τις ιστορίες των ανθρώπων που βρήκε ο Πίττας και κατέγραψε «Στα Καφενεία της Ελλάδας», πέρα από το προφανές, δηλαδή την αξία αυτών των καφενείων ως μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας μας, είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί έζησαν στα δύσκολα, επιβίωσαν στα τραγικά, δεν το έβαλαν κάτω, δεν τα παράτησαν, έμειναν όρθιοι και περήφανοι στη μοίρα τους, άρχοντες μέσα στη φτώχεια τους. Πολυμήχανοι σαν τον Οδυσσέα όταν χρειαζόταν, μετατρέποντας το καφενείο τους σε …πολυχώρο παροχής πολλαπλών υπηρεσιών ( στο βιβλίο θα βρούμε και καφενεία που λειτουργούν σαν παντοπωλεία, τσαγκαράδικα, ψιλικατζίδικα, πρακτορεία, χασάπικα, κουρεία, κλπ.), οι ιδιοκτήτες των καφενείων της Ελλάδας συνοψίζουν, κατά τη γνώμη μου, το δράμα αλλά και το μεγαλείο της Ελλάδας: από το τίποτα στο όλα, από το μικρό στο μεγάλο, από το ελάχιστο στην υπέρβαση. Και όλα αυτά να μπορούν σε μια στροφή της ιστορίας να γίνουν και αντίστροφα!!!

Αυτή την Ελλάδα την αγαπάει ο Πίττας βαθειά. Και την σέβεται μέσα στις αντιφάσεις της. Αυτή την Ελλάδα καταγράφει στα βιβλία του και αυτή προσπαθεί να μας κάνει να θυμηθούμε και να διασώσουμε.

Γιατί από αυτή την Ελλάδα, που σιγά-σιγά εξαφανίζεται, μπορούμε να διδαχθούμε πολλά. Η χαρά της καθημερινότητας, σε καιρούς δύσκολους. Η αντιπαλότητα, που δεν γίνεται μίσος ούτε ταξικό ούτε φυλετικό. Η συμβίωση με τον άλλο, όσο διαφορετικός κι αν είναι από εμάς. Η άποψη της αισθητικής του χώρου, που υπαγορεύεται από εσωτερικές ανάγκες και όχι από μόδες.

Αυτή η Ελλάδα που ο Πίττας μάς δείχνει, είναι η Ελλάδα που χρειαζόμαστε για να θυμηθούμε την ταυτότητά μας, να μη χάσουμε το μπούσουλα, να πορευτούμε στα δύσκολα ξέροντας ότι κάποιοι, με πολύ λιγότερα από εμάς, μπόρεσαν όχι μόνο να επιβιώσουν, αλλά να μη χάσουν και το χαμόγελο και τη διάθεση για καλαμπούρι.

Image

Ηλίας Προβόπουλος. Δημοσιογράφος

Τον Γιώργο Πίττα τον γνωρίζω αρκετά χρόνια. Στην αρχή παρακολουθούσα από μακριά το έργο του και κάποια στιγμή που ήρθε η ώρα να γνωριστούμε, γίναμε φίλοι και πολλές φορές συνταξιδεύσαμε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας ή έτυχε να ανταμώσουμε σε κάποιο μέρος της Ελλάδας που δεν θα πίστευε κανένας… Ήταν η εποχή που δούλευα στην Ελευθεροτυπία, σαν άρχισα να γνωρίζω τον Γιώργο μέσα από τα πρώτα βιβλία του, κυρίως το εξαιρετικό, μνημειώδες βιβλίο του «Τα σημάδια του Αιγαίου» και τον ζήλευα που μπορούσε να ταξιδεύει και να γράφει τέτοια πράγματα αλλά κυρίως τον θαύμαζα, για τον τρόπο που δούλευε.

Ο Πίττας έχει ένα τρόπο τον οποίο παρακολούθησα και κατέγραψα στις περιπλανήσεις μας – μαζί πήγαμε στο Ανατολικό Αιγαίο, στην Κάρπαθο, την Κάσο, τη Νίσυρο, την Κώ για τα πανηγύρια και μαζί πάλι στην Ήπειρο, τη Δυτική Ελλάδα και τα Άγραφα για άλλα πράγματα που μας ενδιέφεραν. Ο Γιώργος πρώτα – πρώτα, λόγω των δουλειών του και των  ενασχολήσεών του, ξέρει να κινείται άνετα μέσα στο χώρο, είτε πρόκειται για ταβέρνα ή καφενείο επί του προκειμένου και γνωρίζει λεπτομέρειες που πιθανόν να αγνοούν οι μαγαζάτορες και οι θαμώνες. Αυτή η δυνατότητα ενισχύεται με τις μελέτες και τα διαβάσματά του. Δείτε τις παραπομπές και τη βιβλιογραφία και θα καταλάβετε πως χειρίζεται και παντρεύει τις πρωτογενείς πληροφορίες με το αρχειακό υλικό. Είναι απίστευτο αλλά ξέρει να μιλήσει το ίδιο για μια ταβέρνα,για ένα καφενείο, για ένα ξυλουργείο, για ένα ταρσανά και για ένα σωρό άλλα πράγματα που μπορεί να αφήσουν το συνομιλητή του με ανοιχτό το στόμα.

Δεν το κάνει όμως ποτέ μπροστά στους ανθρώπους που θέλει να μιλήσει και να αποσπάσει τις πληροφορίες που θέλει. Τους αφήνει να μιλήσουν αυτοί πρώτα, μόνο καμιά κουβέντα πετάει που και που κι αυτό για να σπρώξει παρεπέρα τη συζήτηση και ξέρει να σταματάει την κατάλληλη στιγμή. Τότε είναι, μιας και μιλάμε για ταβέρνες, πανηγύρια και καφενεία που αρχίζουν και οι γύροι με τα κεράσματα και λειτουργούν έτσι ώστε να ζεσταίνεται περισσότερο η ατμόσφαιρα αλλά ο Γιώργος είναι πάντα σε ετοιμότητα για να τσιμπήσει μια ακόμη λέξη, μια φράση, να αποτυπώσει μια κίνηση, να βάλει μια φωτογραφία…

Τα καφενεία της Ελλάδας

Image

Τα καφενεία της Ελλάδας, χώροι συνάντησης των ανδρών, τόποι παιγνιδιών και απολαύσεων, τόποι συνεύρεσης και κοινωνικής συναναστροφής, τόποι ενημέρωσης αλλά και πολιτικών αντιπαραθέσεων, επαγγελματικών συναλλαγών αλλά και τόποι των γλεντιών της παρέας, τόποι του καλαμπουριού και της πλάκας, αποτελούν την καρδιά της ανδρικής κοινωνίας κάθε τόπου, ο χώρος οπου συζητιώνται και επιλύονται όλων των ειδών ανδρικά ζητήματα.

Image

Στο καφενείο οι άντρες περνούν την ώρα τους, πίνουν τον καφέ τους παίζοντας χαρτιά ή παρτίδες τάβλι, βλέπουν ή ακούν τις ειδήσεις, σχολιάζουν τα γεγονότα, συζητούν –και κυρίως διαφωνούν- πολιτικά, έρχονται σε κέφι, πειράζονται, συναλλάσονται, κλείνουν δουλειές,  πίνουν το ούζο τους, τρώνε  το μεζεδάκι τους, τραγουδούν, παρακολουθούν ποδόσφαιρο στην τηλεόραση.

Image

Πάνω από όλα όμως το καφενείο είναι ο τόπος όπου ο άνδρας δηλώνει την παρουσία του στην κοινωνία των αντρών. Πάει στο καφενείο για να δει και να ειδωθεί, για να ακούσει και να ακουστεί. Χάθηκες απ’ το καφενείο, σημαίνει χάθηκες απο την πιάτσα, από την κοινωνική ζωή.

Image

Τί είναι αυτό που κάνει τα καφενεία της Ελλάδας ένα από τα πιο γοητευτικά δείγματα του πολιτισμού της;

Μικρά  διαμαντάκια γνησιότητας και αλήθειας, χαμένοι παράδεισοι κρυμμένοι στις εσχατιές της ελληνικής επικράτειας.

Ιστορίες ανθρώπων, που κουβαλούν την πίκρα της λησμονιάς, τον αγώνα της επιβίωσης, αλλά και την περηφάνεια της καταγωγής, την εμμονή της τοπικότητας, εκεί που τα χρόνια μετρούν σαν μέρες, και οι μέρες σαν αιώνες.

Image

 Μνήμες τόπων, με βαρύ το αποτύπωμα της ιστορίας, μέρη που «μιλούν» για όσα πέρασαν και είδαν, κομμάτια μιας Ελλάδας που δεν μπορεί να μην υπάρχει, γιατί είναι δεμένη με την κοινωνία των ανθρώπων που πάλεψαν γι’ αυτήν.

Image

Τα καφενεία της Ελλάδας ξεπερνούν τα όρια των λίγων τετραγωνικών τους, διαχέονται στο ελληνικό σύμπαν και δίνουν το αποτύπωμα μιας Ελλάδας που ξέρει να παλεύει και να επιβιώνει, όταν γνωρίζει την ταυτότητά της.

Image

Τα καφενεία της Ελλάδας, πρωταγωνιστές της καθημερινής  ζωής κάθε τόπου, χώροι κοινωνικότητας,  με όλους τους συμβολισμούς και τους μυστικούς κώδικες, αποτελούσαν  σημαντικό θεσμό των τοπικών κοινωνιών, μάρτυρες μιάς  εποχής όπου “των Ελλήνων  οι κοινότητες” διαμόρφωναν την ιδιαίτερη τους  ταυτότητα.   Και στις μέρες μας, όταν τα πολλά χωριά ερημώνουν, τελικά τα καφενεία είναι οι τελευταίοι χώροι κοινωνικής συνάθροισης, οι Ακρίτες που βαστούν την ζωή στις εσχατιές της χώρας.  Αν δεν φροντίσουμε να τα διαφυλάξουμε , να τα ανανεώσουμε και να τα εμπλουτίσουμε, θα έχουμε χάσει ένα τεράστιο πλούτο όχι μόνο του πολιτισμού της καθημερινότητας μας αλλά και της  ευρύτερης πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Image

 Πολλοί φίλοι με ρωτούν ποιά είναι τα πιό όμορφα καφενεία απο τα 300 που γνώρισα και βέβαια από τα 80 που κατέγραψα στα «Καφενεία της Ελλάδας»…και παρ’όλες τις αρνήσεις μου ν’ απαντήσω –γιατί καθένα έχει το χαρακτήρα του-  παραθέτω αυτά που πραγματικά είναι μοναδικά: Πρώτο και καλύτερο, το  καφενείο της Άμφισσας, το “Πανελλήνιον”. εκεί όπου γυρίστηκαν σκηνές απο τον Θίασο του Αγγελόπουλου και που η ατμόσφαιρά του παραπέμπει στον Μεσοπόλεμο.

Image

Ακολουθούν  το παλιότερο ίσως καφενείο της Ελλάδας στον Λαύκο του Πηλίου, εκεί όπου σύχναζε ο Παπαδιαμάντης, το Μεγάλο καφενείο της Τρίπολης, το καφενείο του Μπέη στην Νότια Μάνη αλλά και το πασίγνωστο στέκι του Κόττα στα Γύφτικα της Πάτρας.

ImageImage

Στην Κρήτη και στα νησιά του Αιγαίου κάθε καφενείο έχει το ενδιαφέρον του, αλλά τα Σαρανταυγά στο Ηράκλειο, το καφενείο στον Σίβας στην Μεσσαρά, ο Πρέκας και ο Χορευτής στην Αμοργό, το Houston στην Πάτμο,  ο Μουγγός στην Αστυπαλιά, της κυρα Ρήνης στην Λέσβο, των αδελφών Μοίρα στην Αίγινα κλέβουν την παράσταση.

Στην Ηπειρωτική Ελλάδα  ο Ναπολέων στους Καλαρρύτες Ηπείρου, ο Τρικενές στο Μεσολόγγι, το Τσινάρι στην Θεσσαλονίκη, το Διεθνές  και ο Νάσος της  Φλώρινας  κι ο Νικόδημος στην Λάρισα κάνουν την διαφορά, ενώ από τα Επτάνησα ξεχωρίζουν τα Ολύμπια, στο Λιστόν της Κέρκυρας.

Image

Η καταγραφή των Καφενείων της Ελλάδας, βάστηξε κάμποσα χρόνια και η οριστική γραφή του βιβλίου έγινε την διετία 2011-2012.

Το βιβλίο περιλαμβάνει στο πρώτο μέρος τα κεφάλαια της εισαγωγής όπου περιέχονται πληροφορίες γιά τα γενικά χαρακτηριστικά των καφενείων (η ιστορία των καφενείων, ο κόσμος και οι λειτουργίες των καφενείων, η αρχιτεκτονική και η διακόσμησή τους, οι μεζέδες, κλπ) και στο δεύτερο μέρος τα 80 πιό χαρακτηριστικά καφενεία.

Image

Τα κείμενα και οι φωτογραφίες είναι του Γιώργου Πίττα (pittas.g@gmail.com), την καλλιτεχνική επιμέλεια του βιβλίου υλοποίησε ο Σωτήρης Μαργέλος, την επεξεργασία φωτογραφιών ο Στέλιος Γιωργάτος, την γλωσσική  επιμέλεια η Λητώ Τσεκούρα, την μετάφραση στα αγγλικά η Ελένη Πουλάκου και την εκτύπωση το Φωτόλιο & Τypikon AE

Image

Eκδότης είναι η Κοιλάδα Λευκών ΑΕ και την διακίνηση στα βιβλιοπωλεία έχει αναλάβει το βιβλιοπωλείο Χριστάκης. Το βιβλίο, 256 σελίδων,  είναι δίγλωσσο διαστάσεων 24Χ28 και περιλαμβάνει 260 έγχρωμες φωτογραφίες. Χορηγός του βιβλίου είναι η Ολυμπιακή Ζυθοποιία που παράγει την μπίρα Φιξ.

Image

Τα Καφενεία της Ελλάδας, παρουσιάστηκαν τιμής ένεκεν στις Λεύκες Πάρου, για πρώτη φορά την 4/8/13 και 7/8/13 σε ελληνικό και γαλλικό κοινό αντιστοίχως, όπου διατέθησαν τα πρώτα 200 έντυπα. Στην Αθήνα θα παρουσιασθούν για πρώτη φορά στον Πολυχώρο της Αθηναΐδας στις 7 Οκτωβρίου, μαζί με την έκθεση φωτογραφίας από εικόνες του βιβλίου και την  παράλληλη προβολή της ταινίας «καφενείο ο Πάρβας» του Γεράσιμου  Ρήγα και ακολούθως θα  ξεκινήσει η διαθεσή τους στα βιβλιοπωλεία της χώρας.

Image

Έχουν προγραμματισθεί παρουσιάσεις στις περισσότερες πόλεις της Ελλάδας, ενώ παράλληλα έχουν γίνει προτάσεις για την παρουσίαση του έργου σε πόλεις της Ευρώπης, όπως στις Βρυξέλλες, στο Παρίσι και την Γενεύη.

Title (optional)Το χρονικό ενός περάσματος απο την Κρήτη.

 

 

 

  Με αφορμή μιά συμμετοχή μου σε ένα πάνελ ομιλητών στη γιορτή της Κρητικής Διατροφής στο Ρέθυμνο, αλλά και τις συναντήσεις μου με παραγωγούς και ξενοδόχους  για το πρόγραμμα «Ελληνικό Πρωινό» στη Κρήτη, είχα πρόσφατα την ευκαιρία να πραγματοποιήσω ένα  ταξίδι στη Μεγαλόνησο… Τα αποτελέσματα πλούσια και και τα συμπεράσματα αποκαλυπτικά. Σε πέντε ημέρες  διέτρεξα 1200 χιλιόμετρα, επισκέφτηκα καμιά εικοσαριά τοπικούς παραγωγούς, συνάντησα αρκετούς ξενοδόχους,  και ρίχνοντας κάτι κλεφτές ματιές στα καφενεία της Κρήτης –πως αλλιώς να βρείς τις διευθύνσεις σου παρά ρωτώντας στα καφενεία!-  κατανάλωσα, με κάποιους   πρόχειρους υπολογισμούς  πάνω από διακόσιες ρακές, οι περισσότερες, αν όχι όλες,  φυσικά κερασμένες. Γιατί μην ξεχνάμε στην Κρήτη βρισκόμαστε.

Στην τουριστική Κρήτη,  στα αστικά κέντρα και στις παραλίες του νησιού  δεν έμεινα και πολύ.  Πρόλαβα όμως να επισκεφθώ το all time classic  καφενείο Σαρανταυγά της Αγοράς του Ηρακλείου και να γνωρίσω την καινοτόμα πρόταση ξενοδοχίας του Creta Maris Beach Ressort. Το πρώτο, καφενείο-καπηλειό της Αγοράς  από το 1924 είναι ένας σταθμός της κοινωνικής ζωής της πόλης. Μιά σούδα 20 τραγωνικών και στους τοίχους της όλη η ιστορία του Ηρακλείου. Κείμενα του Ηρακλειώτη Μανώλη Ρασούλη, αφισσες από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, ξεθωριασμένες φωτογραφίες. Εξαίρετοι μεζέδες μα πάνω από όλα αυτή η παρεϊστικη ατμοσφαιρα, όπου όλα τα τραπέζακια -τέσσερα μέσα και άλλα τόσα έξω- γίνονται μια παρέα. Η ζωή του Έλληνα.

 Το δεύτερο είναι μια αντιπρόταση για τα ξενοδοχεία  all inclusive του μπιρ-παρά που έχουν κατακλύσει την τουριστική αγορά. Ο Αντρέας Μεταξάς πρωτοπορεί γιατί με τη νέα του φιλοσοφία στο  ξενοδοχείο του Creta Maris, που εκφράζεται μέσα από 3 λέξεις “Green Cretan All-Inclusive”, ανασηματοδοτεί την έννοια του all Inclusive παρέχοντας υπηρεσίες υψηλής ποιότητας  με προτεραιότητα στο περιβάλλον, στην κρητική διατροφή και στη σημασία της πολιτισμικής ταυτότητας σ’ όλες τις εκφάνσεις των υπηρεσιών του ξενοδοχείου. Είθε να τον ακολουθήσουν κι άλλοι. Πρώτο κρητικό ξενοδοχείο που εντάχθηκε στο πρόγραμμα «Ελληνικό Πρωινό» του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος.

 

 

 Ταξιδεύοντας στην ενδοχώρα του νησιού δεν πήρα καμιά οδό ταχείας κυκλοφορίας. Χρησιμοποίησα επαρχιακές οδούς και σε μία φάση από το Οροπέδιο του Λασιθίου προς Καθαρό και  Κριτσά πέρασα μέσα από έναν χωματόδρομο, όπου παρέα είχα μόνο τους γυπαετούς. Τα νοικιασμένα αυτοκίνητα με τουρίστες ελάχιστα. Εκεί πραγματικά ο κόσμος έχει καταλάβει την κρίση. Μπορεί οι πληρότητες στα ξενοδοχεία των πόλεων να παλεύουν να φθάσουν τα περυσινά επίπεδα, στην επαρχία η διαφορά είναι νύχτα με την ημέρα. Οι ξένοι ή  είναι μαντρωμένοι  στα ξενοδοχεία ή δεν έχουν πιά το ενδιαφέρον ή τα χρήματα να ταξιδέψουν για να ανακαλύψουν την πραγματική Κρήτη.

 Κι αν γλύτωσε η ενδοχώρα  του κρητικού τοπίου από τα μπετά, σήμερα  κινδυνεύει απο τα φωτοβολταικά. Σε τοπία που δεν έχουν σε τίποτε να ζηλέψουν από την Τοσκάνη, θάλεγα μάλιστα ότι έχουν και πολύ μεγαλύτερη ποικιλία καθότι, αναμειγνύονται  ελαιώνες, αμπελοτόπια, μποστάνια, δάση με καρυδιές, βαλανιδιές, κυπαρίσια και χαρουπιές… βλέπεις να ξεφυτρώνουν  κάτι τεράστια ραντάρ…Αν κάποιες επενδύσεις χρειάζονται περιβαντολογικές μελέτες είναι αυτές των φωτοβολταϊκών, γιατί η μόλυνση της αισθητικής  του τοπίου είναι ανυπολόγιστη.

 

Οι καφενέδες -γνωστή η αδυναμία μου- έχουν ακόμα ένα στίγμα από την παλιά Κρήτη.  Καφενεία κουρεία, καφενεία –μπακάλικα, καφενεία- χασάπικα, καφενεία-ραφεία κλπ. Εναλλαγές μεζέδων φυστίκια αράπικα, κεράσια, αχλάδια, καρπούζια, αντζούρια, τυράκια, παξιμάδια, ελίτσες, απάκια, ανθότυρα, φαγάκια. Λίγες κουβέντες, μεστές, σταράτες ουσιαστικές. Κουβεντολόι γιά τη ζωή, για το θάνατο, αλλά και για το τίποτα, γιατί και η ζωή κι θάνατος ένα τίποτα δεν είναι για τους Κρητικούς; Στον προφήτη Ηλία ξαναπήγα στο καφενείο της Ριρίκας. Το μαγαζί σκοτάδι, πένθος για έναν θάνατο νέου –τόχε κλείσει για ένα χρόνο- , «δεν έχω τίποτα παληκάρι μου αλλά κάτι θα βρούμε»  και στο πότε πήρε πάνω της, φώτισε το μαγαζί, φώτισε και το προσωπό της. Σε λίγο κατέφθασε η σκεπαστή ομελέτα, καλοψημένη  με το  φρεσκοτηγανισμένο λάδι και το ζουμερο περιεχόμενο,  οι βραστοί χοχλιοί, οι σαλάτες να κολυμπούν στο λάδι. Το απόλυτο γεύμα.

1. Στο θέμα των προϊόντων της Κρήτης τι να πρωτοπεί κανείς… οι γραβιέρες, τα ανθότυρα, τα κεφαλοτύρια αλλά και οι ξυνομυζήθρες, οι γαλομυζήθρες,  στα τυροκομεία του Τζουρμπάκη στις Καρίνες Ρεθύμνου, του Συνεταιρισμού Λασσιθίου, του Αλεξάκη στη Μεσσαρά, του Μανούσου Τσιτσιρίδη στ’ Ασκυφού, και τα πεντανόστιμα γάλατα του Συλλίγαρδου στην Νεάπολη Λασιθίου, σαν ενδεικτικά δείγματα μιας τεράστιας παραγωγής τυροκομικών επιβεβαίωσαν οχι μόνο την πρωταγωνιστική θέση των Κρητικών στην κατανάλωση τυροκομικών -πρώτοι στον κόσμο- αλλά και τις προόδους που έχουν κάνει στην τυροκομία. Αλλαντικά τυποποιημένα,  λουκάνικα κι απάκια απο τον Βαβουράκη και το Λεντάκη. Παξιμάδια απο τον Γρυνιαράκη στο Τυμπάκι, αλλά και σιουφικτά και καλογερικά παραδοσιακά ζυμαρικά από την Μέλκο που έχουν κυριεύσει τις αγορές. Εκατοντάδες εταιρείες εκσυγχρονίζονται, πιστοποιούνται και προσπαθούν να συνθέσουν γεύσεις παλιές με σύγχρονες τεχνολογίες.

2. Η Κρήτη χαρισματική, περήφανη, λαβωμένη μετρά τα τραύματά της και ετοιμάζεται για την μεγάλη αντεπίθεση.  

 

 

DSC_6771

DSC_6771

Το αμυγδαλωτό που γλύκανε τη Σοφία Λώρεν πρίν 55 χρόνια.

Image

Λαβωμένο από τον πόλεμο, την κατοχή, τη φτώχεια και την ερημιά το ιστορικό νησί της Ύδρας άρχισε δειλά-δειλά από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 να παίρνει τ’ απάνω του. Είναι η εποχή που άρχισε να ασκεί γοητεία στους ανθρώπους των γραμμάτων και της τέχνης. Τα σπίτια, τα περισσότερα εγκαταλειμένα,  μεταμορφώνονται σε όμορφα σπίτια διάσημων καλλιτεχνών που τα αναστηλώνουν  με ιδιαίτερη φροντίδα και σεβασμό.

Image

Η σχολή Καλών Τεχνών εγκαθίσταται στο αρχοντικό Τομπάζη και ο πρώτος της διευθυντής  ζωγράφος Περικλής Βυζάντιος αλλά και ο διάδοχός του Παύλος Παντελάκης αποτελούν μια εγγύηση γιά την σωστή αρχιτεκτονική αποκατάσταση των κτιρίων,  αφού με σοβαρότητα και σχολαστικότητα ελέγχουν τις κατασκευές υπρασπίζοντας με πάθος  τη διατήρηση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του νησιού. Οι κινηματογραφικές ταινίες “ Το κορίτσι με τα μαύρα”  με την Ελλη Λαμπέτη, του Κακογιάννη (1956), “Το παιδί με το δελφίνι” με τη Σοφία Λόρεν (1957), και η  “ Φαίδρα” με τη Μελίνα Μερκούρη και τον Αντονυ Πέρκινς (1962) συντελούν  ώστε το νησί να αποκτήσει μιά διεθνή φήμη.

Image

Ένα από τα λιγοστά καφενεία του λιμανιού, εκεί όπου οι πρώτοι επισκέπτες έπιναν τον καφέ τους, τσιμπολογούσαν και θαύμαζαν τον οικισμό, ήταν το μεγαλοπρεπές καφεζαχαροπλαστείο “τα Κυβέλεια” του Δήμητριου Τσαγκάρη, που βρισκόταν εκεί που στεγάζεται  σήμερα το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Ιδρυτής του από το 1930 ο Αριστείδης Τσαγκάρης ο οποίος προσέφερε και εμπορεύτηκε για πρώτη φορά υδραίικα αμυγδαλωτά που μέχρι εκείνη τη εποχή φτιαχνόταν μόνο σε σπίτια για ιδιοκατανάλωση σε γιορτές και ευχάριστα γεγονότα. Το 1957 το αναλαμβάνει ο Δημήτρης Τσαγκάρης και η γυναίκα του Αννα και είναι αυτοί που θα γλυκάνουν όλους τους νεοαφιχθέντες καλλιτέχνες, κοσμικούς,  έλληνες και αλλοδαπούς φίλους του νησιού. Η κυρ-Άννα από τότε είναι αυτή που βαστά τη συνταγή και συνεχίζει την τέχνη του αμυγδαλωτού μέχρι της μέρες μας.

Image

Τι κι άν ο γιός της ο Κυριάκος (Κούλης) ανέλαβε το ζαχαροπλαστείο το 1995 όταν έχασε τον άντρα της, τι κι άν μπήκε και ιδιαίτερο ζήλο –σπάνιο για τις νέες γενιές που προτιμούν τα “γράμματα”- ο  εγγονός της Δημήτρης, η κυρ- Άννα βαστά τα κουμάντα στην παραγωγή του αμυγδαλωτά.Για όλα τα άλλα γλυκά του ζαχαροπλαστείου που μετεφέρθη σε πάροδο του λιμανιού υπάρχουν τεχνίτες ζαχαροπλάστες. Τα αμυγδαλώτα της Υδρας  όμως τα φτιάχνει μόνη της όταν αποχωρίσει και ο τελευταίος τεχνίτης! Είχα τη χαρά να εισχωρήσω στα άδυτα του εργαστηρίου χάρη σε μιά μιά μακρόχρονη σχέση που είχα με την οικογένεια, αλλά κυρίως γιατί  η γυναίκα μου Μπήλιω από παιδάκι, ζώντας τα καλοκαίρια της στην Ύδρα,  τιμούσε ιδιαιτέρως τα αμυγδαλωτα.

Image

Η κυρία Αννα μιά γλυκιά 85χρονη γιαγιά, που στα νειάτα ήταν πανέμορφη κοπέλλα (το παρατήρησα ψάχνοντας στο αρχείο της να βρω φωτογραφίες  της Σοφίας Λόρεν ανεκάλυψα μιά υδραία καλονή) με περιμένε για να μου κάνει το ιδιαίτερο μάθημα. Ξεκινώντας σημείωσα  τα υλικά της συνταγής που ήταν όλα κι όλα τέσσερα. Τ’ αμύγδαλα, το ανθόνερο, το συμιγδάλι, και τέλος η ζάχαρη. Ούτε λόγος βεβαίως για τις αναλογίες που είναι και το σημαντικότερο! Αφού πήραν μιά βράση τα αμύγδαλα η κυρ-Άννα με τις φούχτες της  τα έρριξε στον αποφλειωτή δυό και τρεις φορές και όσα δεν καθάρισαν τα πάστρεψε  με τα χέρια της. Αμέσως μετά τα πέρασε όλα απο την αλεστική μηχανή.

Image

Σε ένα καζάνι που είχε το χλιαρό ροδόνερο ανακάτεψε το αλεσμένο αμύγδαλο με το σιμιγδάλι και αφού ανάδεψε για κάμποση ώρα μου διαμήνυσε ότι είμασταν έτοιμοι για το στρώσιμο του μείγματος. Όπερ και εγένετο και  το φρέσκο αμυγδαλωτό ήταν έτοιμο για ζαχάρωμα… Εδώ στα εύκολα,  κατέφθασαν για βοήθεια ο γιός της και ο εγγονός της που την βοήθησαν…κυρίως για να αποθανατισθούν κι αυτοί… στο κόψιμο και στο πακετάρισμα, που θα γινόταν λίγο αργότερα όταν θα κρύωνε ο δίσκος με το μείγμα. Το ψητό αμυγδαλωτό που γίνεται σε σχήματα, μπαίνει στο φούρνο μορφοποιημένο σε αχλαδάκια ή ροδέλες και αφού ψηθεί ζαχαρώνεται. Η αφεντιά μου προτιμά το άψητο αμυγδαλωτό που είναι πολύ ζουμερό και εύγεστο. Περί γούστου ουδείς λόγος γι αυτό και παράγονται και οι δύο τύποι.

Image

Σε όλη τη διάρκεια της παρασκευής του υδραίικου αμυγδαλωτού θαύμασα τη δύναμη, τη μεθοδικότητα και τα κουράγια της κυρ-Αννας. Ενα από έσχατα δείγματα ανθρώπων που δεν έμαθαν στη ζωή τους τίποτα άλλο να κάνουν, παρά να δουλεύουν και να προσφέρουν.

Γιά το μέλλον μου έδωσε αισιοδοξία, η παρηγορητική στάση του εγγονού που αφού τελειώνει στη  σχολή  Le monde μαθήματα έντεχνης ζαχαροπλαστικής, αποφάσισε να παραλάβει την τέχνη της γιαγιάς. Και είναι σίγουρο με τόσο καιρό συμβίωση, μαζί με την τέχνη,  θάχει παραλάβει κι ένα κομμάτι από το ήθος και την νοοτροπία των ανθρώπων της παλιάς εποχής. Κι αυτό ίσως  του φανεί  το πιό σημαντικό και χρήσιμο εφόδιο.

Image

Τρία μικρά βιβλία για ιδανικούς ταξιδευτές

Τρία βιβλία μικρού μεγέθους, εξαιρετικής αισθητικής, αντλούν τη θεματολογία τους από τον ελληνικό πολιτισμό και φιλοδοξούν να γίνουν σειρά: «Τα πανηγύρια του Αιγαίου», «Τα καφενεία του Αιγαίου», «Μύκονος: το πνεύμα του πελεκάνου». Δράστες δυο έλληνες δεμένοι με το Αιγαίο, ο Γιώργος Πίττας και ο Δημήτρης Ρουσουνέλος. Συνοδοιπόροι σε παράλληλες συγγραφικές διαδρομές επί σειρά ετών. Σήμερα προχωρούν σε μια κοινή προσπάθεια με τα πρώτα βιβλία μιας σειράς εκδόσεων που ανιχνεύουν σε θάλασσες και σε στεριές την ομορφιά της Ελλάδας. Το ερευνητικό περιεχόμενο των εκδόσεων προϋποθέτει βαθιά μελέτη, γνώση και ταξίδια. Τα βιβλία απευθύνονται σε αναγνώστες, ιδανικούς ταξιδευτές, που δεν αρκούνται στην επιφάνεια των πραγμάτων και στην τουριστική εικόνα. Ο συνδυασμός κειμένου – φωτογραφίας και η επιμέλεια των συντελεστών του δημιουργικού γραφείου H2 Concept δίνουν στα μικρά αυτά βιβλία τα χαρακτηριστικά αντικειμένων που έχουν διαχρονική καλλιτεχνική αξία.

Πανηγύρια του Αιγαίου

Παρ’ όλες τις μεγάλες αλλαγές που έχουν γίνει στις τοπικές κοινωνίες των νησιών του Αιγαίου τα τελευταία πενήντα χρόνια, αλλαγές που ανέτρεψαν αιώνων ήθη και έθιμα και πρωταρχικά την ουσία της παραδοσιακής κοινότητας, τα πανηγύρια εξακολουθούν να αποτελούν ένα κοινό μέσο έκφρασης για τους περισσότερους πανηγυριστές. Συμμετέχοντας στα πανηγύρια αντιστέκονται στην αποξένωση από την παραδοσιακή τους κουλτούρα που είχε σαν κεντρική ουσία την συνοχή της κοινότητας . Παράλληλα με το καθαρά θρησκευτικό μέρος, το κοινό φαγοπότι με τις πολλές ώρες αυθόρμητης εθελοντικής εργασίας, το γλέντι, το τραγούδι και ο χορός  όλων των γλεντιστών, η μοναδική αίσθηση του ανήκειν κάπου, όλες αυτές οι καταστάσεις, δημιουργούν  αισιοδοξία και ελπίδες. Γιατί σ’ αυτά τα υπολείμματα κοινοτικής ζωής διαβλέπουμε  ίσως την  απάντηση στον ενιαίο και ολοκληρωτικό Παγκόσμιο πολιτισμό που απειλεί να μας ισοπεδώσει…

Στην υποκρισία των σύγχρονων κοινωνικών συναναστροφών και στη φυγή των «εικονικών» ταξιδιών, τα πανηγύρια έρχονται να μας υπενθυμίσουν ότι υπάρχει και η ζωή.

Η ζωή μαζί με τους άλλους.»

Σελίδες 82, τιμή 10 ευρώ

Ελληνικά, Αγγλικά, Γαλλικά

Καφενεία του Αιγαίου

Τα καφενεία είναι ο χώρος στον οποίο οι άνδρες περνούν τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο της ζωής τους. Φιλοξενούνται σε κτίσματα που συνήθως ακολουθούν το αρχιτεκτονικό ύφος του τόπου. Αλλού στεγάζονται σε μονοόροφα αιγαιοπελαγίτικα κτίσματα με δώμα, αλλού σε νεοκλασικά κτίρια με δίρριχτη στέγη και αλλού στο ισόγειο πέτρινων μεγαλοπρεπών  κτιρίων. Πολλά καφενεία έχουν ταυτιστεί με την ιστορία κάθε τόπου. Άλλα μεγάλα -κατασκευασμένα από δωρεές ευεργετών- ξεχωρίζουν από την μεγαλοπρέπεια τους αλλά  και από τις μνήμες που κουβαλούν. Θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές προβολές, προεκλογικές ομιλίες σπουδαίων πολιτικών και αλλά ενδιαφέροντα γεγονότα. Άλλα καφενεδάκια γράφουν ιστορία, αποτυπώνοντας τη μεγαλοσύνη των στιγμών, της ταπεινής βιοπάλης και της απλής καθημερινότητας. Ο Γιώργος Πίττας καταγράφοντας τα καφενεία του Αιγαίου και περιγράφοντας τους χώρους, τη διακόσμηση, τις χρήσεις, την τελετουργία του καφέ και του μεζέ, μας εισάγει στον κόσμο των τελευταίων καφετζήδων, έναν κόσμο όπου η ανθρωπιά, οι κανόνες συμβίωσης και η αλληλεγγύη περισσεύουν.

Σελίδες 98, τιμή 10 ευρώ

Ελληνικά, Αγγλικά, Γαλλικά

Μύκονος: Το Πνεύμα του πελεκάνου

Ένας ιδιότυπος θαμώνας των καφενείων του Γιαλού της Μυκόνου, αποτέλεσε για τον Δημήτρη Ρουσουνέλο και τη φωτογράφο Βιβή Χανιώτη, την αφορμή για να προβάλουν μια άλλη πτυχή του κοσμοπολίτικου νησιού. Ο Πέτρος ο πελεκάνος που αποτελεί το θέμα αυτής της έκδοσης, παραμένει από το 1958 μια συμβολική αξία για την τουριστική ψυχή της Μυκόνου που μας φέρνει πίσω στην αγνότητα των πρώτων χρόνων της ανάπτυξής της. Το διαχρονικό πνεύμα του πελεκάνου, στέλνει μήνυμα σημαντικό: μια βόλτα στο Γιαλό με δυνατό μελτέμι, αξίζει κι ας χαλάει το χτένισμα!

Σελίδες 66, τιμή 10 ευρώ
Ελληνικά, Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, Ισπανικά

Οι εκδόσεις «Κοιλάδα Λευκών» από την Πάρο και «Scala Gallery» από τη Μύκονο, προχωρούν από κοινού την εκδοτική αυτή προσπάθεια. Στέλνουν ένα μήνυμα, που αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις δύσκολες μέρες της περιόδου που διανύουμε: διαβατήριό μας στο σήμερα είναι τα σημάδια του πολιτισμού μας κι αξίζει να τα ψάχνουμε συνεχώς και να τα αναδεικνύουμε. Εκδηλώσεις, τόποι, σύμβολα, διαχρονικές αξίες, φυσικό περιβάλλον, είναι η μαγιά που αφρατεύει το ζυμάρι της σύγχρονης παρουσίας μας και κατοχυρώνει τον διακριτό μας ρόλο στον ευρωπαϊκό χώρο.
Η επιλογή του μεγέθους ( 15εκ. Χ 11εκ.) και ο μοντέρνος σχεδιασμός, καθιστούν τις μικρού μεγέθους αυτές εκδόσεις, αξιοπρόσεκτη επιλογή και πολύτιμο δώρο που θα συγκινήσει όποιον το λάβει.
Παράλληλα είναι ένας χαιρετισμός σε πρόσωπα, ένα χάδι σε πράγματα, είναι η ανάγκη των συγγραφέων να μιλήσουν για όμορφους κι αγαπημένους τόπους.

Πληροφορίες:  Κοιλάδα Λευκών, Γιώργος Πίττας     pittas.g@gmail.com    τηλ. 6936787949

Scala Gallery,    Δημήτρης Ρουσουνέλος    scala@otenet.gr   τηλ. 6944393323

Η διανομή των βιβλιών στα βιβλιοπωλεία (χοντρική πώληση) γίνεται από τον Αθανάσιο Χριστάκη ΑΕ. Ιπποκράτους 10-12. Τηλ 21036393361.

Τα όμορφα καφενεία της Κω αφορμή για την αποκάλυψη μιάς έρευνας.

Mε αφορμή μιά  πετυχημένη μου αποστολή στην Κω και τον εντοπισμό πανέμορφων παραδοσιακών καφενείων, ας ομολογήσω –για όσους δεν το γνωρίζουν ακόμα- οτι η έρευνα μου για τα καφενεία των νησιών του Αιγαίου βρίσκεται σε καλό σημείο. Οπόταν μπορώ να παρουσιάζω -που και που- κανένα απόσπασμα ξεκινώντας άμεσα απο ένα μέρος της εισαγωγής! Φυσικά με φωτογραφίες απο καφενεία του νησιού.

Χειμώνας στην Κέφαλο. Το καφενείο άδειο. Ας είναι καλά η φωτιά και η πανδαισία των χρωμάτων που σπάν την παγωνιά.

 Η γνωριμία μου με τα καφενεία  του Αιγαίου έγινε με έναν  ασυναίσθητο και χωρίς καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια τρόπο. Τόσα χρόνια που ταξιδεύω και γράφω για το Αιγαίο Πέλαγος τα καφενεία αποτελούσαν πάντα ένα σημαντικό σταθμό των ερευνών μου.   Εδώ θα ξαπόστανα όταν έφθανα σ’ ένα χωριό και δώ θα έπαιρνα τις πρώτες μου πληροφορίες.  Εδώ θα με περιμέναν -όταν με περιμέναν- οι κάποιοι γνωστοί ή οι πληροφοριοδότες μου.  Ραντεβού στο καφενείο του χωρίου. Εδώ θα καταστρωνόνταν τα σχέδια δράσης και εδώ η αρχική αμήχανη μοναξιά του νεοφερμένου,  θα ξεπερνιόταν  σε λίγο, καθώς ένας-ένας  οι θαμώνες  θα με περικυκλώναν γιά να μου δώσουν κι αυτοί  με χαρά τις πληροφορίες που γνώριζαν για να με βοηθήσουν. Και τα βράδυα μετά την λήξη  των διάφορων αποστολών,  όταν επέστρεφα αποκαμωμένος στο καφενείο εξιστορώντας  τα “κατορθώματα” μου  και επιβεβαιώνοντας τα στοιχεία που μου έδιναν και την ορθότητα των κατευθύνσεων τους, εδώ  ανάμεσα σε μεζέδες και σε ρακές  γλεντούσαμε τις ερευνητικές επιτυχίες μου. Αλλά πιό πολύ γλεντούσαμε τη χαρά της γνωριμίας  μας.

Η κυρά Διονυσία βαστά το καφενείο απόταν ήταν 18 χρόνων, πάει πάνω από μισός αιώνας.

Φυσικά δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στο βιβλίο μου “Σημάδια του Αιγαίο” τα καφενεία αποτελούσαν ένα απο τα χαρακτηριστικά σημάδια της ταυτότητας των νησιών του Αρχιπελάγους. Θάλεγα δε, ότι το κεφάλαιο  “Καφενεία” ήταν το πιό βιωματικό, και ήταν αυτό είχε προκαλέσει και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο αναγνωστικό κοινό.   Ίσως  γιατί τα καφενεία παραμένουν ακόμα τόποι ζωής,  τόποι ποιότητας σχέσεων, τόποι που διατηρούν ακόμα τη διαφάνεια τους, την αμεσότητά τους και την καθαρότητά τους.

Ο πρωινός καφές με τον Μανώλη Χαλκιδιό καθώς καταστρώνεται το πλάνο δράσης της ημέρας. Σε καφενέ βέβαια.

Η σχέση μου με τα καφενεία έγινε πιό στενή στα επόμενα ταξίδια οταν επιτάχυνα την έρευνα  για τα “Πανηγύρια στο Αιγαίο”. Εκεί, εκτος των προηγούμενων χρήσεων του καφενείου, έμαθα πολλά για το ρόλο των καφετζήδων στην οργάνωση των πανηγυρίων τα παλιά χρόνια, καθώς πολλές φορές ήταν αυτοί που “κλείναν” τους μουσικούς, μετέφεραν τα τραπεζοκαθίσματα, τα τρόφιμα και τα ποτά στο τόπο του πανηγυριού.   Στα καφένεια μετά απο κάθε σύγχρονο πανηγύρι θα σχολιάζονταν τα καθέκαστα και τα παραλειπόμενα. Εδώ στα καφενεία συνεπαρμένος,  θα γνώριζα την μουσική παιδεία των Ολυμπιτών της Καρπάθου και τους τραγουδιστικούς τους διαλόγους υπο την συνοδεία της λύρας.

Στους Ασωμάτους αποκαταστάθηκε εξαιρετικά το "Καζίνο" που κτίστηκε πριν 100 ακριβώς χρόνια.

Τον πρώτο μου καφενέ τον θυμάμαι  κοντά στα πέντε μου, οταν ο παπούς μου στην απογευματινή βόλτα μας,  συνήθιζε να με κερνάει σε έναν χώρο σκοτεινό, γεμάτο άνδρες, με καπνούς, φωνές και   τραγούδια απο ένα μηχάνημα που έβαζες δραχμές για να επιλεχθούν δίσκοι μουσικής αλλά μόνιμα βγαίναν ενός που τραγουδούσε με βαριά φωνή “Θα φύγω μανούλα θα παω στα ξένα”. Νέα Ιωνία γαρ δεκαετία του 1960. Δεν ένιωθα πολύ όμορφα, αλλά  θυμάμαι τη λαχτάρα της άφιξης του “υποβρυχίου” αυτής της κάτασπρης –σκέτη παραφωνία με το βρώμικο, για τα  παιδικά γούστα μου λόγω καπνών, περιβάλλοντος- γλυκιάς, δροσερής  λιχουδιάς  στο κουταλάκι που ήταν  μέσα στο ποτήρι με το νερό.

Ο Δημήτρης Αυγουλης αφηγείται την ιστορία αποκατάστασης του Καζίνο που έκανε έναρξη εργασιών μόλις πριν ένα μήνα.

Αργότερα στα δεκαεπτά μου  ένα καλοκαίρι, δοκίμασα την τελετουργία της ρακοκατάνιξης στη Σκοπέλο. Ημουνα με τον πρώτο μου έρωτα μιά δεκαπεντάχρονη κοπελούδα, το πρώτο μας ταξίδι μόνοι μας, και καθίσαμε για ρακές σ’ ένα καφενεδάκι στο λιμάνι. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα ποτέ πιεί πάνω από ένα-δυό ποτήρια ούζου. Ήλθε το πρώτο καραφάκι τσίπουρου –οι Σποράδες είναι επηρεασμένες απο τον Βόλο όπου η ρακή λέγεται τσίπουρο- με τον μεζέ, ήρθε το δεύτερο  και αυτό μας έκανε εντύπωση γιατί οτι ο μεζές ήταν διαφορετικός, όπως ορίζει το τοπικό έθιμο. Παρατηρήσαμε ότι γύρω μας  όλοι οι μεζέδες ήταν διαφορετικοί, παραξενευτήκαμε και είπαμε να τους δοκιμάσουμε, πίνοντας και  τα αναγκαστικά καραφάκια. Αρχίσαμε να παραγγέλνουμε αβέρτα τσίπουρα, ο καφετζής μας σέρβιρε κρυφοχαμογελώντας για το εγχείρημά μας. Η ώρα περνούσε όμορφα με την κουβεντούλα, ερωτευμένοι γαρ,  οι μεζέδες υπέροχοι, τα τσίπουρα ευκολόπιοτα. Θά χαν περάσει δυο-τρείς ώρες,  οπόταν το δέκατο τρίτο καραφάκι κατέφθασε με ένα μαρουλόφυλλο. Βλέποντας την έκπληξη μας ο καφετζής μας μάλωσε: “Δεν έχετε το Θεό σας παλιόπαιδα, μέχρι εδώ φθάναν οι μεζέδες μου. Φάτε το μαρουλόφυλλο και πηγαίντε σπίτι σας”. Επίλογος. Ένας Θεός ξέρει πως φθάσαμε στο ξενοδοχείο, αλλά αυτό που θυμάμαι καλά ότι το ξύλο που έφαγα από την Ελένη – την κοπέλα μου-  ανάμεσα σε γέλια και κλάματα     ήμασταν σούρα-  ήταν  ξύλο για όλες τις επόμενες αμαρτίες της ζωής μου.

Καφενείο Νιώτης. Σκηνικά άλλων εποχών.

 

Τα κριτήρια για την επιλογή των καφενείων που θα διάλεγα κτίστηκαν σιγά σιγά. Προφανώς μετρούσε πολύ το αισθητικό αποτέλεσμα δηλαδή το κτίριο με την διαμόρφωση του εσωτερικού χώρου, την διακόσμηση, τα αντικείμενα οι φωτογραφίες όπου αποτυπωνόταν η ταυτότητα του τόπο. Ο καφετζής, το κύρος του, η προσωπικότητά του, η ποιότητα των μεζέδων. το κοινό του, οι παρέες του και η παράδοση του χώρου σε γλέντια και δρώμενα. Κάποια στιγμή καθώς τα επεξεργαζόμουν για να τα κωδικοποιήσω, μου ΄λθε σαν αναλαμπή η αναγκαία συνθήκη επιλογής.  Ο καφές να είναι ελληνικός και να μην  στοιχίζει πάνω απο ένα-ενάμιση ευρώ γιατί δεν μπορεί να χρεώσεις παραπάνω την ανθρώπινη παρέα. Φανταστείτε τους συνταξιούχους μεσημέρι βράδυ πόσους καφέδες πρέπει να πίνουν και να πληρώνουν μηνιαίως για να βρίσκονται με τη παρέα τους.

Σημαντικότερος συντελεστής του καφενείου βέβαια ο καφετζής.

Καφενεία όλα αυτά τα χρόνια πρέπει να επισκέφτηκα γύρω στα πεντακόσια, η επιλογή ήταν δύσκολη. Προσπάθησα  στην τελική επιλογή μου να μορφοποιήσω ένα χαρακτηριστικό δείγμα που να συμπεριλαμβάνει καφενεία απο πολλά νησιά, διαφορετικές εποχές και σε χαρακτηριστικές φάσεις όπως πχ αποκριές, γιορτές κλπ.

Η καφετζού στον Κέφαλο έχει περάσει τα ογδόντα, αλλά δεν το βάζει κάτω.

Η προτίμηση μου βέβαια έγειρε προς τα  παλιά καφενεία εκείνα όπου

η ηλικία των καφεντζήδων ήταν γύρω στα ογδόντα χρόνια. Συναντήσα και 90ρηδες.  Όλοι αυτοί που γεννήθηκαν στο πρώτο τέταρτο του αιώνα, έζησαν πράγματα και καταστάσεις: την Κατοχή, τον Εμφύλιο, την περίοδο του “πολιτισμού της φτώχειας”1950-1970, την περίοδο της “τουριστικής ανάπτυξης 1970-1990 , και της 1990-2010  “καταναλωτικής λαίλαπας”… Ε, αυτοί όλοι είχαν πολλά  πράματα να μας πουν.

ΥΓ 1. Η έρευνα για τα καφενεία της Κως έγινε στο περιθώριο μιάς συνάντησης που είχα σαν εκπρόσωπος του ΞΕΕ με την Ενωση Ξενοδόχων Κω (Μηνάς Χατζημιχαήλ, Κωνσταντίνα Σβύνου, Μαίρη Τριανταφυλλοπούλου) εκπροσώπους της τοπικής αυτοδιοίκησης (Σπύρος Βασιλειάδης αντιδήμαρχος του πρωτογενούς τομέα), του πρωτογενούς τομέα ( Βιμέλ, Μέλισσα, Αναξίκλεια Ενωση Γυναικών Πυλίου) της τοπικής γαστρονομίας (Λύκειον Ελληνίδων δια των κυριών Κατσίλη και Χαρτοφύλλη), των ΜΜΕ ( Σταθμός, Kosvoice, Aegeanews)  με θέμα την ανάπτυξη του προγράμματος “Ελληνικό πρωινό”.

Με στόχο την ανάδειξη των τοπικών προϊόντων όλων των περιοχών της Ελλάδας που θα συμπεριληφθούν στο Ελληνικό πρωινό, το ξενοδοχειακό επιμελητήριο Ελλάδας σε συνεργασία με τις κατά τόπους ενώσεις ξενοδόχων ξεκίνησαν μία προσπάθεια για την ανάδειξη της τοπικής γαστρονομίας , την ενίσχυση της τοπικής οικονομίας της κάθε περιοχής, αλλά και την αναβάθμιση του τουριστικού προιόντος, αφού  οι επισκέπτες θα μπορούν να παίρνουν «μία γερή δόση Ελλάδας».

Η ομάδα του κώτικου πρωινού σε στιγμιότυπο "έρευνας πεδίου" στο Άριστον.

ΥΓ 2. Η καταγραφή των καφενείων έγινε με οδηγούς την αεικίνητη Μαίρη Τριανταφυλλοπούλου και τον Μανώλη Χαλκιδιό που χάρη τους εντόπισα θησαυρούς που θα ήταν αδύνατον να βρώ μοναχός μου. Τους ευχαριστώ από την καρδιά μου.


Αύγουστος 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

cover4.gif

paros-cover.gif