Αρχείο για Οκτώβριος 2008

Το πανηγύρι της Αγίας Ματρόνας στη Φοινικιά της Σαντορίνης

Η εκκλησιά της Αγίας Ματρόνας, με τον χαρακτηριστικό της φοίνικα, βρίσκεται στη ανατολική πλαγιά του κεντρικού δρόμου της Φοινικιάς και κτίσθηκε το 1859 – όπως το μαρτυρά η εγχάρακτη πλάκα στην είσοδο του ναού – από τον Φραγκίσκο Πλατή, καραβοκύρη της Οίας. Η Φοινικιά ήταν τα παλιά χρόνια η γειτονιά των αγροτών της Οίας. Η χωροταξική κατανομή του πληθυσμού του οικισμού την εποχή γύρω στον 18ο-19ο αιώνα ήταν σαφής. Στο φρύδι της καλντέρας οι καπετανέοι και οι καραβοκύρηδες ειχαν κτίσει τα επιβλητικά καπετανόσπιτά τους. Από κάτω τους στα γκρεμνά, τα πληρώματα και τα τσούρμα μέσα στις σπηλιές έφτιαχναν τα υπόσκαφα σπίτια τους. Στην Φοινικιά κατοικούσαν οι αγρότες για να ναι πλάι στα κτήματά τους. Εδώ βρίσκονταν όμως και οι κάναβες των αρχόντων και των υπόλοιπων κατοίκων της Οίας, όπου μέσα στα εντυπωσιακά μεγάλα υπόσκαφα φύλαγαν τα βαρέλια με το κρασί, τα υπόλοιπα γεννήματά τους, πολλές φορές τα ζώα και τα γεωργικά τους εργαλεία. Στις αρχές του 20ού  αιώνα υπήρχαν πάνω από 150 κάναβες που ερήμωσαν μετά τον πόλεμο. Σήμερα οι περισσότερες έχουν μετατραπεί σε ξενώνες, άλλες παραμένουν εγκαταλειμένες και ελάχιστες λειτουργούν όπως παλιά.

Κάθε υπόσκαφη κάναβα περιελάμβανε δυό πατητήρια. Στο μεγάλο, για το λευκό κρασί, πατιώντουσαν τα άσπρα σταφύλια (ασύρτικο, αηδάνι, αθήρι) και στο μικρό τα κόκκινα σταφύλια. Ο μούστος χυνόταν στους ληνούς και από εκεί πέρναγε στα βαρέλια γιά τη ζύμωση.

Τα σταφύλια κουβαλιόνταν στις κάναβες με τα γαϊδουράκια μέσα σε κοφίνια. Ήταν η εποχή της βεντέμας και όλος ο κόσμος βοηθούσε να τρυγηθούν τα σταφύλια από τον κάμπο της Οίας, που απλωνόταν ώσπου έφθανε το μάτι, μέχρι την θάλασσα του Κολούμπου. Μου ‘ρχονται στο  νού τα λόγια του δημάρχου της Θήρας Άγγελου Ρούσσου, γιού αμπελουργού : » Το αμπέλι εκείνη την εποχή ήταν η ζωή μας, ο κόσμος μας όλος. Ένας κόσμος με κούραση και υδρώτα, αλλά και με γλέντια, με πανηγύρια και χαρές, με πειράγματα και έρωτες που ανθίζανε γύρω από τα πατητήρια και ζυγιστήρια. Πόσοι και πόσοι από τους παλιούς δεν γνωριστήκαν και δεν αγαπηθήκαν την ώρα που ξεφορτώναν τα κοφίνια με το Αηδάνι, το Μαυροτράγανο και την Μαντηλαριά».

Το πανηγύρι της Αγίας Ματρόνας στη Φοινικιά γίνεται στις 20 Οκτώβρη, όταν η Σαντορίνη έχει αδειάσει από τις ορδές των τουριστών. Έτσι δίνεται η ευκαιρία στους ντόπιους να ασχοληθούν με τα δικά τους και να διασκεδάσουν αναμεταξύ τους.

Τώρα το πώς βρέθηκα στην Φοινικιά φθινωποριάτικα, σε ένα οικογενειακό πανηγύρι, είναι μια μεγάλη ιστορία.

Όλα οφείλονται  στο φίλο μου τον Μπάμπη από την Σύρα. Γνωρίζοντας καλά το χούι μου με τα πανηγύρια, με ενημερώνει συστηματικά και έτσι είναι για μένα η πιό αξιόπιστη πηγή πληροφοριών, τουλάχιστον στις Κυκλάδες.

Επιθεωρητής έργων των εργολάβων της ΔΕΗ στο νομό, γνωρίζει απ’ έξω και ανακατωτά όλα τα πανήγυρια των Κυκλάδων. Γλεντζές, δουλευταράς, καλοκάγαθος και κοινωνικότατος έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη και την καρδιά όλων των ανθρώπων που συναναστρέφεται. Την ημέρα  ξεκώλωμα  στη δουλειά και το βράδυ γλέντι, κατά προτίμηση σε πανηγύρι, άσε που ακόμα κι όταν δεν τυχαίνει νάχει πανηγύρι, οι φίλοι του σκαρώνουν ένα για την πάρτι του. Με δυό λόγια θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ο εξηλεκτρισμός  των Κυκλάδων εξαρτήθηκε από την ποιότητα και την ποσότητα των πανηγυριών που υπήρχαν σε κάθε νησί. Γιατί στα νησιά αυτά σύχναζε περισσότερο ο Μπάμπης.

Τον αγαπάν οι φίλοι του τον Μπάμπη. Το βλέπω στα νησιά όταν πάμε, με τί χαρά τον υποδέχονται. «Είναι διαμάντι παιδί ο Μπάμπης. Σκίζεται για τους φίλους του. Κάνει το αδύνατο δυνατό για να σε εξυπηρετήσει» μου λεγε τις προάλλες  ο Τάσος Καρράς ο αρχιπανηγυράς του πανηγυριού της της Αγίας Ματρώνας, και συνεχίζει : «Εμείς,  η μάνα μου και τα δυό αδέλφια μου φύγαμε μετά τον σεισμό του 1956 και πήγαμε στην Αθήνα. Τότε άδειασε όλη η Οία. Μόνο τα γερόντια έμειναν να φυλάν τα ερείπια. Στο νησί ξανάλθαμε το 1980. Ο τουρισμός και η οικοδομή δώσαν ζωή στο νησί και  έτσι ξαναγυρίσαμε στα πατρικά σπίτια μας. Δουλέψαμε τα επαγγέλματα της οικοδομής και μιά από τις πρώτες μας δουλειές ήταν να αναβιώσουμε το πανηγύρι της Αγίας Ματρόνας που είχε ξεχασθεί».

Προπαραμονή του πανηγυριού φθάσαμε στην Φοινικιά, με  το καράβι της γραμμής αργά το βράδυ της Παρασκευής, μια μεγάλη παρέα με όργανα. Ο Ιάσων Γκίκας και Θανάσης Ζήκας από την Πάρο με τα μπουζούκια. Ο Άγης Κελπέκης και ο Μπάμπης Δικτυόπουλος με τις τσαμπούνες, ο Γιάννης Λιάκος και Μάκης Δαλέζιος με τους μπουζουκομπακλαμάδες από την Σύρα. Η πρώτη  βραδυά ήταν μια προθέρμανση και  μια γνωριμία των ντόπιων με τους επισκέπτες. Η ζεστή ατμόσφαιρα και τα νοστιμότατοι μεζέδες της νέας ταβέρνας «Κρινάκι», ήταν μιά αποκάλυψη και μας έφτιαξε το κέφι. Το τραγούδι δεν βάστηξε πέρα από τις τέσσερεις το πρωί, γιατί είχαμε και προετοιμασίες να κάμουμε και έπρεπε να ξυπνήσουμε χαράματα. Το πρωί όλη η Φοινικιά ήταν στο πόδι. Άλλοι κόβαν βάγια και τοποθετούσαν στους δρόμους και στην εκκλησία, άλλοι σημαιοστόλιζαν τις πλατείτσες και τα στενά,  άλλοι ήσαν στις προετοιμασίες των φαγητών και άλλοι στα κουβαλήματα, τραπέζια, πάγκους, καρέκλες και τα τοιαύτα.

Το στρατηγείο της εκδήλωσης βρισκόταν στην κάναβα του Τάσου. Μιά καλοδιατηρημένη κάναβα με δεκάδες βαρέλια κρασί και μεγάλους πάγκους που κατά περίπτωση χρησιμοποιούνταν είτε σαν πάγκοι εργασίας είτε σαν τραπέζια φαγητού. Στο προαύλιο της κάναβας φθάναν με τα γαϊδουράκια οι προμήθειες και οι γυναίκες τις τακτοποιούσαν.

Εμείς οι επισκέπτες, δεν χάσαμε την ευκαιρία να  κάνουμε μερικά  ταχύρυθμα μαθήματα ξένης γλώσσας. Της γλώσσας των γαϊδουριών της Σαντορίνης, κατά πώς τους δίνουν τα παραγγέλματα οι αγωγιάτες :

» Ντε λα ξω ντε» το ξεκίνα, «Να ψου να» το σταμάτα, «Ντε βρε ντε» πάτα γκάζι, «Ντε δο ντε» αλλαγή πορείας,  προστάγματα που καλού κακού τα μάθαμε, γιατί την σήμερον ημέρα  δεν ξέρεις με ποιά γλώσσα θα μπορέσεις να συνεννοηθεις με ορισμένους.

Εν τω μεταξύ οι άνδρες  τεμάχιζαν τα κρέατα και τα τοποθετούσαν στο καζάνι ενώ σε μιά γωνιά φτιαχνόταν ο μπακαλιάρος ο ξελουριστός. Μιά καθαρά σαντορινή συνταγή. Τον φρέσκο μπακαλιάρο αφού τον ξαρμυρίσεις ένα εικοσιτετράωρο τον καθαρίζεις και με τα χέρια τον μαδάς σε μικρά κομματάκια. Έτσι όπως είναι ωμός, τον ανακατεύεις με κρεμμυδάκι,  λαδάκι  και λεμόνι (άλλοι  πάλι  στο νησί τον αναμειγνύουν  με πατάτα βραστή, καπαρόφυλλα και λίγη φρέσκια ντομάτα) και τον τρως σαν σαλάτα. Κάπως έτσι κάνουμε στην Πάρο το σαλατούρι αλλά  αντί για μπακαλιάρο χρησιμοποιούμε το καλκάνι και βάζουμε μπόλικο μαιντανό.

Μετά από  ένα δημιουργικό πρωϊνό που δεν είχε τελειωμό από καλαμπούρια και πειράγματα σταθήκαμε να κολατσίσουμε, αργούτσικα όμως, κάτι σαν τα ευρωπαικά brunch. O Mπάμπης είχε φροντίσει για την τηγανιά, τις σαντορινιές  σαλάτες και το ασύρτικο κρασί.

Κουρασμένοι αλλά ικανοποιημένοι απο την πρόοδο των εργασιών δοκιμάσαμε και λίγα λουκανικάκια, μαζί με μια πεντανόστιμη σπιτικιά πηχτή, λίγο ντόπιο χλωροτύρι, και τσιμπίσαμε και μια γουρουνοκεφαλή πούχε έλθει πεσκέσι. Έτσι ευχαριστημένοι αποσυρθήκαμε για την μεσημεριανή σιέστα. Τα  μουσικά όργανα αυτή τη φορά μείναν αχρείαστα.

Στις επτά το απόγευμα το διπλοκάμπανο της εκκλησιάς σήμανε τον εσπερινό για να συγκεντρώσει τους πιστούς. Ακριβώς απέναντι σ’ ένα πανέμορφο μισοερειπωμένο κτίριο (μιά παλιά βεντέμα) με μια ευρύχωρη αυλή ειχε στηθεί ο χώρος του πανηγυριού, οι παγκάδες, τα δυό μεγάλα καζάνια με το γαμοπίλαφο, και  τα ψητά κρέατα που ψηθήκαν μες το υπαίθριο φουρνάκι. Η φήμη ότι είχαν έλθει όργανα και από άλλα νησιά αλλά και ο γλυκός καιρός έκαμαν να μαζευτεί πολύς και καλός κόσμος, ανθρώποι που θέλαν να γλεντήσουν.

Κατά τις εννιά η μουσική ξεκίνησε με τις τσαμπούνες σε  ντόπιους σκοπούς. Κατά τις δέκα είχε δημιουργηθεί το αδιαχώρητο. Επιστρατεύτηκε ακόμα μιά αυλή που υπήρχε καβάτζα και ο αρχικός σχεδιασμός των χώρων, εδώ τα όργανα, εδώ η πίστα, εκεί το φαγητό ανετράπη ολοσχερώς. Οι δυνάμεις του χάους αντιμετωπίσθησαν επιτυχώς από τις δυνάμεις του αυτοσχεδιασμού και της έμπνευσης. Μιά που δεν υπήρχαν μικροφωνικές και μεγάφωνα, δημιουργήθηκαν τρεις μεγάλες  μουσικές συντροφιές και  ο κόσμος εκινείτο σύμφωνα με  το «πυρ κατά βούληση».

Στην αρχική πίστα έπαιξαν οι γνωστοί Σαντορινιοί, ο Αντώνης Αρβανίτης βιολί και ο Στέλιος Γαρμπής λαγούτο. Στον χορό διακρίθηκαν μικροί και μεγάλοι. Εγώ  πάλι ξεχώρισα τους μεσαίους…Ο μπάλος του γνωστού κρασά, Πάρι Σιγάλα (που έχει τον αμπελώνα του και το οινοποιείο  μερικές εκατοντάδες μέτρα πιό κάτω) με τον Νίκο Βάλβη έγραψε. Στα πανηγύρια δεν θα λείψουν και κάποιοι χορευτές αλλοδαποί που θα χορέψουν διονυσιασμένοι με τον τρόπο τους, τους χορούς μας.  Είχαμε και από  δαύτους.

Πιό εκεί πλάι σε μια παρέα γερόντων οι τσαμπούνες θυμίζουν παλιούς σκοπούς, ενώ απέναντι, στην αυλή καβάτζα, οι μπουζουκομπαγλαμάδες ξεσηκώναν τους νεώτερους σε τσιφτετέλια και σε καρσιλαμάδες.

Ο κόσμος τραγούδησε, χόρεψε και γλέντησε  μέχρι τελικής πτώσεως.

Το πανηγύρι σχόλασε στις έξι το πρωί.

Μετά την πρωινή λειτουργία, η εικόνα της Αγίας Ματρόνας, φερμένη πριν εκατόν πενήντα χρόνια από την Χίο, περιφέρεται στα στενά σοκάκια του χωριού όπου έχουν ρήξει κλαδάκια από δεντρολίβανο και αρμπαρόριζα.

Ο κόσμος στην πρωινή λειτουργία δέν είναι βέβαια ο βραδυνός. Λόγω του ξενυχτιού, λόγω του εργασίμου της ημέρας, ελάχιστοι νέοι έχουν δώσει το παρόν. Οι περισσότεροι  παρευρισκόμενοι, μαζί και οι πανηγυράδες που δεν κοιμήθηκαν καθόλου γιατί είχαν και να συγυρίσουν, είναι γερόντια.

Μετά τον καφέ και το κουλουράκι, θα σερβιριστεί στο παράσπιτο της εκκλησίας πιά, το πιό εύγεστο κοφτό μακαρονάκι που ‘χω φάει ποτέ μου. Βρασμένο στο ζωμό του κρέατος που το συνοδεύει, ήταν ένα βάλσαμο μετά την κρεπάλη.

Ένα πανέμορφο, ήσυχο,  παραδοσιακό χωριό διακοσίων κατοίκων, καταμεσής σ’ ένα τοπίο από αμπελιές σε  πεζούλες,  στηριγμένες στις κατάμαυρες πέτρες του ηφαιστείου. Κάποιοι νοικοκυραίοι πανηγυρτζήδες με  μιαν απίστευτη διάθεση για γλέντι, μια δραστήρια οργανωτική επιτροπή, μα πάνω απο όλα μια αγαπημένη παρέα που δίνει τη ψυχή της για μην λείψει τίποτα στους προσκαλεσμένους και απροσκάλεστους.

Αυτή η γεναιοδωρία, που δεν περιμένει ανταπόδοση, παρά δίνεται απλόχερα για τη χαρά της ζωής, αυτό το κέφι που νικάει κούραση, ξεπερνάει αντοχές, δυναμώνει τις καρδιές, αυτή η σχέση των ανθρώπων που το μόνο που θέλουν είναι να βρεθούν μαζί για να νοιώσουν τη συντροφικότητα του γλεντιού, όλα αυτά είναι που με έκαναν να ζήσω αυτό το πανηγύρι της Αγιάς Ματρόνας με τρόπο μοναδικό. Και να πω για άλλη μια φορά, πόσο τυχερός νοιώθω να ζω και να ταξιδεύω σ’αυτόν τον  ευλογημένο τόπο. Στα νησιά του Αιγαίου Αρχιπελάγους.

Εγκώμιο τσαμπούνας

Μυκονιάτικη ζυγιά

Γιά έβδομη συνεχόμενη χρονιά πραγματοποιήθηκε η Πανκυκλαδική συνάντηση πνευστών οργάνων. Τυχερό νησί αυτή την φορά, μετά την Κύθνο, την Τζιά, τη Σύρο, τη Νάξο, τη Μύκονο και την Πάρο, ήταν η Άνδρος. Πάνω από 150 μουσικοί από τα νησιά του Αιγαίου και άλλοι τόσοι συνοδοί, φίλοι της τσαμπούνας (όπως η αφεντιά μου) είχαν την ευκαιρία να περάσουν τρεις αλησμόνητες μέρες. Μέρες χαράς και απίστευτης μουσικής πανδαισίας.

Άφιξη στην Άνδρο

Η συνάντηση αυτή ήταν η κατάληξη μιας μεγάλης προσπάθειας που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια όλου του έτους από την διεύθυνση Πολιτισμού της Νομαρχίας Κυκλάδων προκειμένου να καταγραφούν και να οργανωθούν σε ένα αρχείο όλοι οι οργανοπαίκτες τσαμπούνας, σουραβλιού και τουμπακιού των Κυκλάδων. Οι καταγραφές αυτές περιλαμβάνουν ηχογραφήσεις μουσικής, συνεντεύξεις των μουσικών αλλά και κινηματογράφηση της δράσης της τσαμπούνας σε δρώμενα όπως στα χοιροσφάγια, στους κουδουνάτους, στις αποκριές και στα πανηγύρια.

Ο παπά Λευτέρης

Στην φετεινή εκδήλωση εκτός των κυκλαδιτών μουσικών φιλοξενήθηκαν μουσικοί από τη Σάμο, την Κάλυμνο, την Κάρπαθο, την Λέρο και την Κρήτη. Guest stars ήσαν δυό συμπαθέστατοι Ιταλοί από το Λάτσιο της Ρώμης που παίζαν την ιταλική «τσαμπόνια».

Το πρόγραμμα του τριημέρου ήταν πλούσιο και περιλάμβανε επισκέψεις σε χωριά της Άνδρου, μουσικές βραδιές, τσιμπούσια και συζητήσεις.

Το κλαρίνο του Ν. Τσαντάνη και το σαντούρι του Β. Τριανταφυλλάκη

Το κλαρίνο του Ν. Τσαντάνη και το σαντούρι του Β. Τριανταφυλλάκη

Η Ιταλική τσαμπόνια

Μετά την προβολή δύο εξαιρετικών ντοκυμαντέρ για τις τσαμπούνες και τους τσαμπουνιέρηδες της Άνδρου και των Κυκλάδων, στην κινηματογραφική λέσχη της Χώρας, ο καθηγητής εθνομουσικολογίας Λάμπρος Λιάβας – επιστημονικός υπεύθυνος των εκδηλώσεων – έκαμε τρεις εύστοχες παρατηρήσεις.
» Αγαπητοί φίλοι, όπως είδατε στο φίλμ, όταν μες το σπίτι παίζει η τσαμπούνα, ο κόσμος τραγουδά και διασκεδάζει και η τηλεόραση παραμένει κλειστή ( φαινόταν σε ένα πλάνο κλειστή πίσω από το κεφάλι του οργανοπαίκτη). Έτσι μπορούμε να παραφράσουμε το όταν ανοίγει ένα σχολειό, κλείνει μιά φυλακή και να πούμε το όταν παίζει μια τσαμπούνα κλείνει μιά τηλεόραση. Δεύτερον, όπως είπε κάποιος οργανοπαίκτης, ότι έμαθε ένα σκοπό από το βίντεο, παρομοίως και εμείς φιλοδοξούμε μ’ αυτή την καταγραφή να δώσουμε ένα αυθεντικό υλικό στις επόμενες γενιές μουσικών. Τρίτο, όπως είδατε, μαζί με τους βετεράνους μουσικούς παρουσιάσαμε και πολλούς νέους τσαμπουνιέρηδες που ξεπετάχτηκαν τα τελευταία χρόνια. Πολλοί απ’ αυτούς δεν έχουν χάσει καμιά από τις συναντήσεις μας και εξελίσσονται χρόνο με το χρόνο».

Πρωϊνό ξύπνημα

Πρωϊνό ξύπνημα

Η αλήθεια είναι ότι όλο αυτό το «κίνημα της τσαμπούνας» ξεκίνησε από το πουθενά και χάρις στην αδιάκοπη, επίμονη και συστηματική δουλειά του Τάσου Αναστασίου, έδωσε μία απίστευτη ώθηση στο όργανο. Πόσοι και πόσοι κτηνοτρόφοι δεν βγάλαν από τα μπαούλα τους διπλωμένες τσαμπούνες και άρχισαν να παίζουν τους λησμονησμένους σκοπούς του τόπου τους. Πόσοι και πόσοι δεν ταξίδευσαν στις συναντήσεις αυτές και δεν γνώρισαν άλλους συνάδελφους και είδαν με μεγάλη έκπληξη να παίζουν ίδια κομμάτια με άλλους σκοπούς και ρυθμούς. Απαξάπαντες όμως με το ίδιο μεράκι και καϋμό. Να ξαναζωντανέψουν οι μουσικές της τσαμπούνας. Και πόσοι πιτσιρικάδες άρχισαν να νιώθουν περήφανα για το «ζώο» που βαστούσαν στα χέρια τους. ( Ως γνωστόν, ο ασκός της τσαμπούνας φτιάχνεται από το δέρμα ενός μικρού εριφιού ).

Το γλέντι ξεκινά

Το πιο ενδιαφέρον της κομμάτι της συνάντησης ήταν όμως το εκτός ημερησίας διατάξεως. Καλές οι δεκάλεπτες παρουσιάσεις των μουσικών ενώπιον του διψασμένου κοινού, πολύ καλές οι εισηγήσεις, οι παρατηρήσεις και οι προτάσεις των θεωρητικών του κινήματος, όπως η δημιουργία ενός διαδυκτιακού τόπου, αλλά το σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μου, ήταν το κλίμα της συνάντησης. Ένα δαιμονισμένο κλίμα ενθουσιασμού και ευδαιμονίας. Ένα μελίσσι ανθρώπων που από τα χαραμάτα με τον πρωϊνό καφέ μέχρι τις μεταμεσονύχτιες ώρες να μην σταματά να τραγουδά και να χορεύει αδιάκοπα. Περιττό να σχολιάσω ότι οι πρωταγωνιστές του τρικούβερτου γλεντιού ήσαν οι Μυκονιάτες που με την πολυμελή απόστολή ( επτά ζυγιές) και το αστείρευτο κέφι τους κάμαν το κόσμο άνω κάτω.

Μπάλος απ' την Κύθνο

Μπάλος απο την Κυθνο

Νομίζω ότι το κλίμα της συνάντησης το συνόψισε η κυρά Μαριέτα, ντουμπακτζού και ανεπανάληπτη χορεύτρια από την Μύκονο.
«Τόσα χρόνια δεν γνωρίζαμε τα άλλα κυκλαδονήσια. Τώρα τα γνωρίσαμε, τώρα που μάθαμε και αγαπήσαμε τους σκοπούς, τα τραγούδια και τους ανθρώπους της. Με την τσαμπούνα γινήκαμε όλοι μια οικογένεια και περιμένουμε πώς και πώς τις συναντήσεις αυτές για να ξαναβρεθούμε πάλι όλοι μαζί». Και ο Ναξιώτης Στέφανος Ψαράς από το Φιλώτι συμπληρώνει στο ίδιο πνεύμα με το κοτσάκι του ( αυτοσχέδια μαντινάδα ):
«με τη τζαμπούνα και το τουμπί,
οι Κυκλάδες πάλι βρεθήκανε μαζί»
Μ’ αυτή τη ναξιώτικη μαντινάδα, μου ήλθε στο μυαλό ένας σκοπός Μυκονιάτικος μπαλαριστός που τον τραγουδάγαν ο Δημήτρης Κουκάς με τον Λευτέρη τον Καντενάσιο στην Ανδρο και από την στιγμή που τον πρωτάκουσα μου ‘χει καρφωθεί και τον μουρμουράω συνεχώς.

» Μη με στέλνεις μάνα στην Αμερική
γιατί θα μαραζώσω και θ’ αποθάνω κεί,
δολάρια δεν θέλω πώς να σου το πω;
Κάλιο ψωμί κρεμμύδι και κείνον που αγαπώ!
Αγαπώ ένα νέο μέσα απ’ το χωριό
έμορφο λεβέντη και μοναχογιό
μ’ έχει φιλημένη μεσ’ τις ρεματιές
και αγκαλιασμένη κάτω απ’ τις ελιές.
Σαν αρνί με πάνε να με σφάξουνε
Για ντα σένα αγάπη μου, να με κρεμάσουνε»

Το πλοίο της χαράς

Το πλοίο της χαράς

Από τις παρουσίες των νησιών, οι μουσικοί που μου κάναν τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν η κλασσική ζυγιά της Μυκόνου (Μπαμπέλης – Καντενάσιος), η παριανή ζυγιά με τους Σαρρήδες, η ναξιώτικη με την σπαρακτική φωνή του Κρητικού από τ’ Απειράθου, το κλαρίνο του Νίκου Τσαντάνη από την Πάρο, ο Γιάννης Πλατής από την Λέρο, ο Μανώλης Χούλης από την Κάλυμνο, το σαντούρι του Βασίλη Τριανταφυλλάκη της Ανδριώτικης κομπανίας, ο μοναδικός Μανώλης Διακομανώλης με τη λύρα του και από τους πισιρικάδες που γίνονται χρόνο με το χρόνο αστέρια, ο Βασίλης Γρυπάρης από την Μύκονο, ο Παναγιώτης Σαϊτης από την Τζιά και ο Δημήτρης Μπιτσάκης από την Κύθνο.

Αυτοί εδώ, αλλά και όλοι όσοι συμμετείχαν στη συνάντηση της Ανδρου φέτος, έβαλαν το χεράκι τους ώστε η τσαμπούνα μετά από μιά πορεία μαρασμού και εγκατάλειψης να πάρει τα πάνω της και να βρει κοντά στους παλιούς και νέους δρόμους επιβίωσης.

Η Σοφία Κεφάλα και ο Κοσμάς Σαρρής από την Πάρο

Η αλήθεια είναι ότι κι εγώ, τη τσαμπούνα δεν την γνώριζα πολύ καλά. Όσες φορές την είχα ακούσει με είχε κουράσει ο ήχος της, που μου φαινόταν μονότονονος. Έπρεπε να πάω πριν είκοσι χρόνια στην Μύκονο, χειμώνα σε χοιροσφάγια, σε πανηγύρια και να τραγουδήσω, να χορέψω και να σεληνιασθώ με τους ήχους της, να γνωρίσω και να συναναστραφώ με τους οργανοπαίκτες της για να αντιληφθώ ότι η τσαμπούνα δεν παράγει μόνο μουσικούς ήχους. Η τσαμπούνα είναι ένα σύμβολο. Το αρχέγονο αυτό μουσικό όργανο των κτηνοτρόφων (γιατί αυτοί το παίζαν με τις ώρες καθώς βόσκαν τα προβατά τους) είναι το σύμβολο της διονυσιακής ζωής. Εδώ κυριαρχούν το φαγοπότι, το γλέντι, το τραγούδι, ο χορός ακόμα και το μεθύσι και η αποχαλίνωση.

Η τσαμπούνα και το τουμπάκι δεν είναι όργανα μουσικής δωματίου, ούτε θα τα ακούσουμε σε συναυλιακούς χώρους. Η τσαμπούνα και το τουμπάκι δεν έχουν πλούσια μουσική γκάμα, ούτε θα μας εντυπωσιάσουν με τις απεριόριστες εκφραστικές τους δυνατότητες. Τουναντίον, όλη η μουσική που ξεχύνεται απ’ αυτά θα στηριχθεί στις πέντε νότες, τις πέντε τρύπες του καλαμιού. Απ’ αυτές τις τρύπες, αλλά και από το ρυθμικό κτύπημα του τουμπελεκιού, θα βγούν οι ήχοι που θα ξεσηκώσουν τον κόσμο για το γλέντι και το ξεφάντωμα.

Τουμπάκι και γαργαλίστρα από την Σαντορίνη

Τουμπάκι και γαργαλίστρα από την Σαντορίνη

Και μία άλλη παράμετρος, πολύ σημαντική νομίζω. Κανείς τσαμπουνιέρης δεν είναι επαγγελματίας μουσικός. Όλοι τους είναι άνθρωποι της βιοπάλης, οι περισσότεροι ζουν στη φύση, αγρότες, κτηνοτρόφοι, που διακρίνονται για τη μεγαλοκαρδία τους, τη θυμοσοφία τους και την κριτική τους στάση απέναντι στη σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία. Θα μου λείψουν τον χειμώνα (όχι εντελώς ελπίζω, γιατί όλο και σε κάποιο πανηγύρι θα βρεθούμε χειμωνιάτικα…).
Άντε και του χρόνου να ‘χουμε την υγειά μας και νά ‘μαστε πάλι όλοι μαζί.

Το πανηγύρι του Άι-Γιάννη στη Ψάθη – Νιός

Την Ίο την πρωτογνώρισα στις αρχές τις δεκαετίας του ‘70. Την εποχή εκείνη η Μύκονος, η Ίος και τα Μάταλα της Κρήτης ήταν οι αγαπημενοι προορισμοί των «παιδιών των λουλουδιών» που  έρχονταν για να απολαύσουν την ομορφιά των νησιών και τον ιδιόμορφο τρόπο ζωής τους.

Τότε εμείς πιτσιρικάδες μαθητές Λυκείου, τα καλοκαίρια παίρναμε τα βαπόρια, τον «Νηρέα», το «Αιγαίο» και μετά από δέκα και βάλε ώρες ταξίδι φθάναμε στην Ίο, την Νιό για τους οικείους  και τους ντόπιους.

Διασχίζαμε στα γρήγορα τον πανέμορφο οικισμό της Χώρας  – πού τότε μυαλό κι ευαισθησίες για παραδοσιακή αρχιτεκτονική και λαϊκό πολιτισμό –  και βουρ γιά την ανεπανάληπτη παραλία της Μυλοπότας. Να συναντήσουμε και να θαυμάσουμε τους χίπις, τα ινδάλματά μας, βγαλμένους λες απ’ το Γούντστοκ. Φυσική ζωή στην ύπαιθρο, κατασκηνώσεις στην παραλία, γυμνισμός, κιθάρες, μουσική Μπομπ Ντύλαν, Ντορς και Μπαέζ, φωτιές και μαγειρέματα κάτω από το φως του φεγγαριού, τσιγαριλίκια και έρωτες. Αξέχαστα χρόνια.

Απο τότε κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι. Η Ιος κάποια στιγμή στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 έγινε κέντρο των σκίνχεντς και χουλιγκάνων και έχασε μεγάλο μέρος από την ακτινοβολία της.

Το νοικοκύρεμα του νησιού άρχισε το 1991 όταν ο νέος δήμαρχος ο Γιώργος ο Πουσαίος, ένα παληκάρι δυό μέτρα,  αποφάσισε να καθαρίσει τον τόπο. Ακυρώνει με χίλιους κόπους ένα παγκόσμιο συνέδριο σκίνχεντς που θα έκανε «καλοκαιρινό» το νησί  και προσπαθεί να πείσει τους κατοίκους για μια άλλου τύπου ανάπτυξη. Τελικά φαίνεται ότι το πέτυχε, γιατί από τότε η Νιός δεν γνώρισε άλλο δήμαρχο.

Η Νιός σήμερα, ένας οικισμός χίλιων πεντακοσίων κατοίκων, έχει τον βιολογικό της καθαρισμό,  ένα εργοστάσιο αφαλάτωσης, ένα φράγμα με λιμνοδεξαμενή για την συλλογή ομβρίων υδάτων, έναν ΧΥΤΑ υπό κατασκευή, κέντρο υγείας, σχολειά, ελικοδρόμιο. Ο στόχος του δημάρχου, εκτός των έργων υποδομής, ήταν το νησί να διατηρήσει, παράλληλα με μια ήπια την τουριστική ανάπτυξη, τον αγροτικό του χαρακτήρα. Φέρνει στο νησί τριάντα χιλιάδες μικρές ελιές και τις προσφέρει δωρεάν στους αγρότες, δημιουργεί ένα πρότυπο τυροκομείο για να εξασφαλίζεται η απορρόφηση του γάλακτος των 4000 αμνοεριφίων και των 200 αγελάδων.

Το σκοτύρι και το νιώτικο είναι δυό απο τα πολλά τυριά που παράγει το τυροκομείο στη Νιό και με λίγη ακόμη δουλειά μπορούν να καθιερωθούν άνετα στις αγορές της Αθήνας. Ειδικά το σκοτύρι, ένας τύπος μυζήθρας αναμεμειγμένος με θρούμπι, πιπέρι, αλάτι και ξύδι αποτελεί ένα γαστρονομικό θαύμα.

Οι δρόμοι ογδόντα χιλιομέτρων που ανοίχθηκαν δεν είναι παραλιακοί, όπως συνήθως στα νησιά, αλλά περνούν από το κέντρο για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των αγροτών  της ενδοχώρας.

Φτάνοντας στη Νιό το 2008, εντυπωσιασμένος απ’ όλες αυτές τις αλλαγές και πριν κατευθυνθώ στον προορισμό μου, το πανηγύρι του Αϊ Γιάννη στην Ψάθη, δεν παρέλειψα να δώ  το εξαίρετο υπαίθριο θέατρο χιλίων θέσεων που έφτιαξε ο Δήμος, αλλά και το υπό περάτωση εντυπωσιακό Μουσείο του  Γιάννη Γαϊτη, που φιλοδοξεί να γίνει ένα απο τα πιο σημαντικά πολιτιστικά κέντρα του Αιγαίου. Εδώ θα φιλοξενηθούν σε αντίστοιχες αίθουσες  έργα του ζωγράφου,  της γυναίκας του γλύπτριας Γαβριέλλας Σίμωσι, καθώς και έργα ζωγραφικής σύγχρονων Ελλήνων εικαστικών.

Η Ψάθη είναι ένας μικρός οικισμός στο βόρειο μέρος του νησιού απέναντι από την Ηρακλειά. Το εκκλησάκι του Αϊ Γιάννη βρίσκεται στη μέση μιας συστάδας σπιτιών που το περιβάλλουν. Το προαύλιό του είναι διαμορφωμένο από διάφορες ανισόπεδες αυλές,  που τις σκεπάζει  ένας τεράστιος ευκάλυπτος, με χτισμένα από μπετό τραπέζια και πάγκους, που μπορούν να υποδεχθούν στις μέρες μας πάνω από χίλιους επισκέπτες. Τόσες άλλωστε ήσαν και οι μερίδες φαγητού που είχε προγραμματίσει η επιτροπή του πανηγυριού.

«Τα παλιά τα χρόνια, στα μέσα της δεκαετίας του ‘50, δεν υπήρχε δρόμος», μας λέει η Κούλα  Βεργή που διατηρεί ένα ταβερνάκι μαζί με την οικογένεια της πάνω από την παραλία. » Ερχόμασταν από την Χώρα, παίρναμε το μονοπάτι καβάλα στα μουλάρια, τρεις ώρες δρόμος. Οι άνδρες πηγαίναν στον ποταμό και με τις στάμνες στον ώμο  φέρναν νερό, άλλοι μαζεύαν τα καυσόξυλα, οι κτηνοτρόφοι μάς φέρναν τα ζώα, ενώ οι αγρότες τις πατάτες και τα ζαρζαβατικά. Ερχόντουσαν και από την Αμοργό, την Ηρακλειά, τα Κουφονήσια με τα καίκια τους και μας φέρναν παπά αλλά και όργανα. Πολλοί απ’ αυτούς παντρεύτηκαν εδώ και μείναν στη Ψάθη, γιατί όταν τους έπιανε ο καιρός αποκλειόνταν και κάμαν τις γνωριμίες τους…».

Ο άνδρας της Κούλας ο Αργύρης μεγάλος γλεντζές και μερακλής χορευταράς  – όπως θα αποδειχθεί αργότερα στο πανηγύρι – συνεχίζει. «Από δω έχουν περάσει οι καλύτεροι τραγουδιστές. Ο Ντιβανάς, ο Καράβολας και Σταματογιάννης από την Νάξο, ο Σκοπελίτης από την Αμοργό, οι Σκαρλάτοι από την Σχοινούσα. Και βγάζαν καλό μεροκάματο. Τότε εμείς παίρναμε  στην οικοδομή 15 δραχμές μεροκάματο. Για κάθε χορό, τους ρίχναμε δυο-τρία πενηνταράκια και όταν το πανηγύρι βαστούσε πέντε μέρες οι μουσικοί πέρναν πολλά λεφτά. Μιά φορά θυμάμαι είχανε μετρήσει 1000 δραχμές». Η Κούλα παίρνει ασυγκράτητη την σκυτάλη της διήγησης. » Εδώ, τα παληκάρια συναντούσαν σε δημόσιο χώρο τις κοπέλες που αγαπούσαν και γι’ αυτό πληρώναν  συνεχώς τα όργανα για να τις χορεύουν. Ετσι αποκαλυπτόντουσαν τα ειδύλια.

Ο χορός που χορεύαμε εδώ ήταν ο κάβος. Ηταν ένας χορός που είχε πολλές φάσεις. Στην αρχή ξεκινούσαν δυο τρία παληκάρια, ανάμεσα σ’ αυτούς και ο ερωτοχτυπημένος,  έναν συρτό χορό και πηγαίναν και προσκαλούσαν την κοπέλα της καρδιάς του φίλου τους. Στην συνέχεια ο χορός άνοιγε με πολλούς άλλους χορευτές και χορεύτριες. Κάποια στιγμή καθίζαν όλοι κάτω – φεύγαν  από την πίστα – και παρέμεναν οι δυό ερωτευμένοι για να χορέψουν μπάλο, οπόταν λυνόταν και το μυστήριο για το ποιός θέλει ποιάν. Αφού χορεύαν μαζί δυό – τρείς χορούς αποσυρόταν το παληκάρι και η κοπελιά έπρεπε να χορέψει διαδοχικά μπάλο με τους φίλους και τις φίλες. Οταν κουραζόταν έκαμε νόημα στον καλό της που την ξαναχόρευε το τελευταίο μπάλο και έτσι έκλεινε ο κάβος. Κάπως έτσι γίνεται και στους γάμους, μα σε μας γινόταν και στα ειδύλια».

Η επιτροπή για το φετινό πανηγύρι είχε υπολογίσει περί τα χίλια άτομα. Οι χίλιες μερίδες  φαγήτου απαιτούσαν τουλάχιστον 25 ερίφια, που τα προσέφεραν αφιλοκερδώς οι κτηνοτρόφοι της εποχής.

Στα τρία μεγάλα καζάνια της κουζίνας του πανηγυρόσπιτου, το πρωί της παραμονής, άρχισε η προετοιμασία του φαγητού. Τα κομμάτια του κρέατος παίρνουν μια πρώτη βράση, το πολύ μιάς ώρας. Το πρώτο νερό χύνεται (ξάφρισμα) και μετά τα κρέατα  μαζί με τα κρεμυδάκια, τα καρότα, το σέλινο, το σκόρδο και την πιπεριά μπαίνουν στα καζάνια για τη δεύτερη βράση που βαστάει πέντε ώρες. Μετά το βράσιμο, τα κρέατα αποσύρονται και το ζουμί σουρώνεται για να ετοιμαστεί η σούπα. Ρίχνουν μέσα στο ζωμό το ρύζι και όταν βράσει το αυγοκόβουν. Πάνω από 150 αυγά χρειάζονται  – πενήντα για κάθε καζάνι – και πολλά λεμόνια. Η σούπα πια είναι έτοιμη. Σημειωτέον ότι σ’ όλη την διαδικασία της προετοιμασίας και  του μαγειρέματος συμμετέχουν μόνο άνδρες και αυτό γιατί χρειάζεται μεγάλη μυική δύναμη για να ανακατεύεις ένα καζάνι 150 κιλών ή για να χτυπάς ταυτόχρονα 50 αυγά.

Οι προετοιμασίες ολοκληρώνονται την ώρα που τελειώνει  ο εσπερινός και ο κόσμος έχει ήδη στρωθεί στα τραπέζια περιμένοντας το γιδοπίλαφο. Τα καζάνια βγαίνουν ένα-ένα στην αυλή, και οι επίτροποι με τις κουτάλες γεμίζουν τα σκουτέλια ( κεραμικά  βαθειά πιάτα) με το γιδοπίλαφο ρίχνοντας μέσα και από ένα κομάτι κρέατος γίδας. Τα σκουτέλια τα μοιράζουν οι άνδρες και οι γυναίκες της επιτροπής μ’ έναν πολύ οργανωμένο και μεθοδικό τρόπο, έτσι ώστε μέσα σε μιά ώρα να ‘χουν σερβιρισθεί όλοι οι καλεσμένοι.

Παρότι οι εργασίες είναι επίπονες και κοπιαστικές, κάποιες στιγμές, στη διάρκεια της προετοιμασίας θα μπορέσουν και οι μάγειροι να πιούν κάνα κρασάκι και να τσιμπίσουν κάνα περιποιημένο μεζέ, όπως τα αρνίσια  συκωτάκια.

Σε μια τέτοια στιγμή, καθώς τρώγαμε παρέα τα γευστικώτατα τηγανητά συκωτάκια, ρωτάω τον μάγειρα για τα έθιμα και την σημερινή κατάσταση.

» Κοιταξε να δείς, παλιά είμασταν πολύ φτωχοί, αλλά αγαπημένοι. Τώρα, έχουνε γίνει  οι άνθρωποι μεταξύ τους εχθροί. Κυνηγάν τα λεφτά και τα λούσα. Το πανηγύρι μπορεί να έχασε πιά την σημασία του,  αλλά εμείς οι παλιοί το χαιρόμαστε και θυμώμαστε  τα παλιά. Βλέπουμε και τα εγγόνια μας να χορεύουν. »

Ο χορός ξεκινά αμέσως μετά το φαγητό. Η ορχήστρα » τα εννιά μποφώρ», νέα παιδιά  απο την Αθήνα, με  παραδοσιακά  όργανα το βιολί και το λαγούτο αλλά και με μπουζούκι και αρμόνιο, όσο καιρό οι προσκυνητές τρώγαν, τους συνόδευαν με γνωστές επιτυχίες της Χαρούλας, της Μοσχολιού, του  Μπιθικώτση αλλά και πιο σύγχρονων λαϊκών ερμηνευτών. Σίγουρα  η μουσική  με τις μικροφωνικές και τις μεγαφωνικές  δεν είναι και το δυνατώτερο στοιχείο του πανηγυριού από πλευράς αυθεντικότητας, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τον κόσμο να χορέψει και να διασκεδάσει. Στο ζέσταμα του χορού σηκώνονται τα πιτσιρίκια και τα νέα κοριτσόπουλα, που στην πορεία ξεδιπλώνουν τις χορευτικές τους ικανότητες και αμέσως μετά τους ακολουθούν οι μεγάλοι με το απαραίτητο χάρτωμα. Εδώ το ζευγάρι οι Βεργήδες, η Κούλα και ο Αργύρης χορεύοντας τον κάβο, μας παρουσιάζουν όλη την ιεροτελεστία του αλλά πάνω από όλα τις εξαιρετικές τους δεξιότητες σαν χορευτές, ιδιαίτερα στο μπάλο.

Ο χορός συνεχίζεται όλο το βράδυ. Κάποια στιγμή περνά και ο δίσκος για να μαζευτούν χρήματα για τον ναό και το πανηγύρι. Κάποια άλλα έσοδα σίγουρα θα μαζευτούν από την καντίνα της εκκλησίας που πουλάει μπύρες, αναψυχτικά και σουβλάκια για τα πιτσιρίκια. Τα παλιά χρόνια υπήρχαν τα καφενεία.

Κάποιοι καφετζήδες της Χώρας,   φέρναν την πραμάτεια τους (καφέδες, πορτοκαλάδες, κονιάκ, πίπερμαν,ουζο, καραμέλες και λουκούμια) και στήναν μαγαζάκια για να την πουλήσουν. Για το ψήσιμο του καφέ χρησιμοποιούσαν την χόβολη από το μαγέρικο.

Το γλέντι συνεχίζει μέχρι το πρωί  και σταματά από τα παρακαλητά του παπά που επιχειρεί να κάμει την πρωινή λειτουργία. Ο κόσμος που έχει μείνει, είναι πια λίγος και θα επιβραβευτεί με την ρεβιθάδα που σερβίρεται αμέσως μετά.

Φεύγωντας από το πανηγύρι του Αϊ Γιάννη στη Ψάθη με ένα πλούσιο υλικό και έντονες εντυπώσεις, συγκρατώ από την ώρα του αποχαιρετισμού τα τελευταία λόγια ενός επιτρόπου. » Σίγουρα τα πράγματα δεν είναι όπως παλιά. Τότες ζούσαμε όλο το χρόνο για το πανηγύρι. Τώρα ο καθένας διασκεδάζει όποτε θέλει. Και ενώ παλιά ερχόμασταν με τα στρωσίδια μας και μέναμε δυο-τρεις μέρες, όλοι μαζί, τώρα, όπως είδες, πολλοί έρχονται με την κούρσα τους για καμιά ώρα και μετά φεύγουν. Εγώ πάντως το έθιμο που πήρα από τους πατεράδες μου δεν πρόκειται να το σταματήσω και θα το συνεχίσω όπως τόξερα». Με την ευχή και την ελπίδα να το συνεχίσουν τα παιδιά του και τα εγγόνια του, που πρωτοστατούσαν στο χορό, άγρια ξενυχτισμένος ή για την ακρίβεια ξεμεσημερομένος πήρα, όπως πάντα αδιόρθωτα αισιόδοξος, τον δρόμο της επιστροφής.


Οκτώβριος 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

cover4.gif

paros-cover.gif