Αρχείο για Οκτώβριος 2009

Γιορτή κρασιού στον ΄Εμπωνα της Ρόδου

005Την πρώτη βδομάδα του Σεπτέμβρη ο δήμος Ατταβύρου διοργάνωνει στον Έμπωνα την γιορτή του Κρασιού, οπου εδώ και πενήντα χρονια οι κάτοικοι της περιοχής, καλλιεργούν τα αμπέλια τους, φτιάχνουν το κρασί τους και το γιορτάζουν με χορούς και με τραγούδια.

004

Ο Έμπωνας  σκαρφαλωμένος στην βοριοδυτική πλευρά του Αττάβυρου του ψηλώτερου βουνού της Ρόδου (1215 μ.) είναι ένα χωριό που ζει με και από το κρασί. Στο κέντρο της μεγαλύτερης αμπελουργικής περιφέρειας του νησιού με 2000 στρέμματα, φιλοξενεί τις εγκαταστάσεις οχι μόνον των δυό μεγάλων παραγωγών κρασιού (ΕΜΕΡΥ, CAIR) αλλά και πολλών μικρών οικογενειακών οινοποιείων (Αλεξανδρή, Θαρρενού, Κουνάκη, Παπαμιχαήλ).

 Οι τοπικές ποικιλίες που καλλιεργούνται στο νησί είναι το Αθήρι, το Αμοριανό (παραλλαγή της Μαντηλαριάς) και το Μοσχάτο. Απο τις  28 ονομασίες προέλευσης που έχει η Ελλάδα οι δύο βρίσκονται στην Ρόδο. Στο νησί καλλιεργούνται  σε δύο αμπελουργικές ζώνες 7000 στρέμματα αμπελιού. Η μία είναι οι πεδινές περιοχές και η δεύτερη οι πλαγιές του όρους Αττάβυρος. 

 001

 Στις απότομες πλαγιές του Αττάβυρου ανάμεσα σε μικρούς ελαιώνες και σε πυκνά δάση από θηλυκά κυπαρίσια και πεύκα, σε εδάφη που καλύπτονται τις περισσότερες φορές από πέτρες και χαλίκια αναπτύσεται καλύτερα  το Αθήρι, η πιό αρχαία ελληνική ποικιλία. Και ενώ Αθήρι θα βρούμε και σ’ άλλες περιοχές του Αιγαίου, την Χαλκιδική, την Σαντορίνη και την Κρήτη, μόνο στην Ρόδο παράγεται κρασί ΟΠΑΠ (Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας) με 100% την ποικιλία αυτή.

Πάνω ακριβώς από τον Έμπωνα  σε υψόμετρο 700μέτρων βρίσκεται  το Χαρακάκι. Η περιοχή που κατά γενική ομολογία  έχει τον καλύτερο αμπελώνα της Ρόδου. Σε μιά πράγματι εντυπωσιακά απότομη και άγρια βουνοπλαγιά, με θέα το Αιγαίο και τη Χάλκη, ωριμάζουν τα εκλεκτώτερα σταφύλια του Αθηριού. Από την περιοχή αυτή που δεν ξεπερνά τα 100 στρέματα   η οινοποιεία ΕΜΕΡΥ παράγει το Αθήρι της Βουνοπλαγιάς ίσως το καλύτερο Αθήρι της Ρόδου (εδώ τα αμπέλια ζορίζονται και οι στρεμματικές αποδόσεις περιορίζονται αλλά το κρασί αποκτά τις πιό έντονες γεύσεις από κίτρο, βερύκοκο, μπανάνα).

 002

Η ΕΜΕΡΥ είχε το 2007 την μεγάλη χαρά να δει το κρασί της ΡΟΔΟΣ  , ποικιλία Αθήρι, να κατατάσεται μέσα στην λίστα των 100 καλύτερων κρασιών  του Wine Spectator ( το άλλο ελληνικό, ήταν και αυτό από το Αιγαίο το Σαντορίνη του Σιγάλα). Επί κεφαλής της ΕΜΕΡΥ που ιδρύθηκε το1923, βρίσκεται η Μαρία Ειρήνη Τριανταφύλλου που παράλληλα με ανάπτυξη της οικογενειακής της εταιρίας συμμετέχει ενεργά σε πλείστες οργανώσεις του κλάδου. Μέλος ΔΣ της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Οίνου και Αμπέλου, μέλος του ΔΣ του Συνδέσμου Ελληνικού Οίνου, μέλος ΔΣ της Παγκόσμιας Ένωσης Γυναικών Κρασιού, πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνίδων Κρασιού και της προσωρινής επιτροπής της Περιφερειακής  Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Αμπέλου και Οίνου  Νήσων του Αιγαίου είναι χωρίς άλλο μιά από τις πιό δραστήριες Ελληνίδες επιχειρηματίες. Ευτυχώς που ασχολείται με το κρασί, γιατί εδώ χρειάζεται πολύ δουλειά και ενθουσιασμός, που  άλλωστε ξεχείλιζε καθώς μας περιέγραφε στο οινοποιείο  της ΕΜΕΡΥ της δυνατότητες του Αθηριού και των ελληνικών κρασιών γενικώτερα, να διεισδύσουν στις μεγάλες αγορές της Αμερικής, του Καναδά, Ρωσσίας, Ιαπωνίας.

Απαραίτητη προυπόθεση  να επικεντρωθούν στην ποιότητα, όπως έλεγε, και να έχουν υπομονή.

 003

 Ο δήμαρχος του Αταβύρου ο Νίκος Τσουκαλάς ήταν μιά άλλη έκπληξη. Τον γνώρισα στην Λήμνο στο 1ο Συνέδριο Οινοτουρισμού  γιατί μόνον αυτός και ο δήμαρχος της Κρήτης Ν.Καζαντζάκης από όλους τους προσκαλεσμένους δημάρχους του Αιγαίου, είχαν προσέλθει και είχαν ενδιαφερθεί σοβαρά για το θέμα. Στον Εμπωνα στο χωριό του, αυτός με τους συνεργάτες του ήταν η ψυχή της γιορτής γιατί δεν είναι και μικρό πραγμα να υποδέχεσαι πάνω από δυο χιλιάδες επισκέπτες. 

Σαν νέος δήμαρχος εκτός των έργων υποδομής (σχολεία, διαχείριση νερών, προστασία περιβάλλοντος και προστασία του δασικού πλούτου) ονειρεύεται να βρεθεί στην περιοχή του, η χρυσή τομή αγροτικής και τουριστικής ανάπτυξης και αγωνίζεται συστηματικά γι’ αυτό.

 Παρ’ ότι τα εισοδήματα που προκύπτουν από τα αμπέλια είναι πολύ μικρά, οι νέοι ασχολούνται με αυτά σαν πάρεργο ή σαν δευτερη εργασία γιατί δεν θέλουν να παρατήσουν τον κόπο των παπούδων τους. “Ενας αμπελοκαλλιεργητής με δέκα στρέμματα αμπέλι δέν βγάζει τον χρόνο όσα βγάζει ένας δημόσιος υπάλληλος σ’ ενα μήνα” έλεγε με παράπονο ένας γέρος αγρότης.

“Βέβαια αυτό συμβαίνει γιατί η τιμή συγκέντρωσης σταφυλιών είναι χαμηλή 0.35 Ε και γιατί πουλάνε μόνο σταφύλι στους κρασάδες χωρίς να σκεφθούν να κάνουν από μόνοι τους κάποια παραγωγή”. Πάντως σ’ολους αυτούς τους μικρούς κλήρους των νησιών του Αιγαίου για να επιβιώσει η αμπελοκαλλιέργεια θα πρέπει να την δούμε όχι όπως παλιά σαν την κύρια απασχόληση.

Θα είναι μία απασχόληση, με ένα συμπληρωματικό εισόδημα, ανθρώπων που αντλούν απο την εργασία αυτή ένα κύρος, μιά περηφάνεια, μιά σωματική άσκηση και μιά χαρά ζωής. Μιά δραστηριότητα που θα τους επιτρέπει να επικοινωνούν και συνεργάζονται με την φύση και την δημιουργία. 

  Νομίζω πάντως, ότι όλες αυτές τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς, τους έχει στο μυαλό του συνεχώς ο δήμαρχος και κινείται προς την σωστή κατεύθυνση.

Ο δήμαρχος  του Αττάβυρου εκτός των δημιουργικών του οραματισμών και  διοικητικών του ικανοτήτων  έδειξε και άλλα χαρίσματα. Με κατηύθηνε υποδειγματικά έτσι ώστε να επισκευθώ σε μιά βραδυά τρία μοναδικά πανηγύρια που γιόρταζαν την ιδια μέρα στην Ρόδο. Το μοναστήρι της Παναγιάς Τσαμπίκας κοντά στον Αρχάγγελο, το μοναστήρι της Παναγιάς στον Άμαρτο της Κριτυνίας και το μοναστήρι της Παναγιάς της Σκιαδανής παρότι απέχουν μεταξύ τους 150 χιλιόμετρα,  με  τους κατάλληλους χειρισμούς  και οχι τοσο ανώδυνα κατορθωθηκε  να τα επισκεφθώ και να συλλέξω σημαντικά στοιχεία για την έρευνά μου

Αστυπάλαια – Το πανηγύρι της Παναγίας της Φλεβαριώτισσας

astypalaia

Η Αστυπάλαια, Αστυπαλιά ή Αστροπαλιά, το βορειοδυτικώτερο νησί της Δωδεκανήσου, με πληθυσμό περί τους χίλιους κατοίκους, είναι κατα βάθος ένα Κυκλαδονήσι. Στην μέση του πελάγους σε σχήμα μιάς πεταλούδας, απέχει ισόποσα (περί τα 25 ναυτικά μίλια) τόσο από τα δυό Κυκλαδονήσια Αμοργό και Ανάφη όσο και από την Κω, αλλά η αρχιτεκτονική του, η μουσική του και η καρδιά του όπως αντελήφθηκα,  είναι πιό κοντά στις Κυκλάδες.

Ο επισκέπτης που θα φθάσει για πρώτη φορά στο νησί, θα εντυπωσιασθεί τόσο πολύ από την Χώρα, το Κάστρο της, τις γειτονιές γύρω απ’ αυτό, τα σοκάκια, τους ανεμόμυλους, τα καφενεία της και τους ανθρώπους της και δύσκολα να ξεκολήσει για να επισκεφθεί το υπόλοιπο νησί που έχει ενδιαφέροντες εξοχές και αξιοθέατα.

SDIM7893

Η αλήθεια είναι ότι  το Κάστρο της Αστυπαλιάς είναι από δυό τρία πιό όμορφα του  Αιγαίου Αρχιπελάγους. Το Κάστρο χτισμένο τον 15ο αιώνα από τον Βενετό   ευγενή Quirini, ορθώνεται στην κορυφή του βράχου πάνω στα ερείπια της αρχαίας ακρόπολης. Κτισμένο με έναν τέτοιο τρόπο ώστε oι κατοικιες και τα αρχοντικά διπλα – δίπλα, να δημιουργούν ταυτόχρονα  το εξωτερικό τοίχος και το εσωτερικό τείχος ενώ οι εγκάρσιοι τείχοι να τα ενώνουν και να τα περιβάλουν. Τα εξωτερικά τείχη έχουν ύψος περί τα 15 μέτρα και υποστηρίζονται από μεγάλες αντιρήδες, που άλλοτε στηρίζουν βράχους που με την σειρά τους υποδέχονται τα τείχη. Η στρατηγική θέση του νησιού και οι ασφαλείς όρμοι του, συνέβαλαν στο μεγάλωμα του οικισμού μέσα στο Κάστρο, που σε περίπτωση ανάγκης,  έφθανε να χωρά έως 4000 κατοίκους. Αργότερα τον 19ο αιώνα  μετά την πάταξη της πειρατείας ο οικισμός επεκτάθηκε  εκτός των τειχών με την διαμόρφωση εξωτερικών περιφερειακών γειτονιών, η πόλις μεσα στα τείχη ερήμωσε  ενώ στην είσοδο του Κάστρου πάνω από την πύλη  κτίσθηκε η Παναγιά η Καστρινή. Τα σπίτια εκτός των τειχών  θαυμάζουμε σήμερα μέσα στα στενά καλντερίμια με  τις εξωτερικές ξύλινες σκάλες και τα καφασωτά ξύλινα κάγκελα.

Τα εσωτερικά των σπιτιών έχουν έναν ιδιόμορφο χαρακτήρα που χαρακτηρίζουν το Αστυπαλιώτικο στυλ. Ο κρέβατος του ζευγαριού πάνω στο πατάρι, με τις αμουσιές (κουρτίνες), τις κρίντζολες (τα διακοσμητικά ράφια για να τοποθετούνται τα σκεύη), ο  σοφάς (όπου κοιμούνται τα παιδιά) και ο αποκρέβατος είναι οι τυπικές κατασκευές με τις οποίες διαμορφώνεται εξοπλισμός ενός τυπικού σπιτικού.

Το  καφενείο της πλατείας του χωριού από τις αρχές του 20ου αιώνα (πίσω από το Δημαρχείο), και το παλιό  καφενείο στην γειτονιά Σαράι που έχει μετραπεί τώρα στο παντοπωλείο, είναι δυό από τους δημόσιους χώρους της Χώρας που αξίζει  να επισκεφθεί κανείς και να πάρει μιά μυρωδιά απ’ τους ανθρώπους του νησιού.

Η Αστυπαλιά όπως όλα τα Δωδεκάνησα  ενώθηκαν με την Ελλάδα το 1948. Το 1956 ο μεγάλος σεισμός στο ρήγμα Αμοργού – Αστυπαλιάς προκάλεσε τσουνάμι με παλοιριακά κύματα ύψους είκοσι μέτρων που δημιούργησαν μεγάλες καταστροφές σε πλεούμενα, καλλιέργιες και κτίσματα. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία θυμούνται το γεγονός ενω χαρακτηριστικά μου έλεγε μιά γιαγιά : “Aκούσαμε το βοητό πάνω από το Κάστρο είδαμε το πρώτο κύμα, μετά, το τράβηγμα των νερών και όλος ο γιαλός είχε γίνει ξηρά και μετά το δεύτερο κύμα. Πήγαμε στην κατοικιά μας στο Λιβάδι, ανοιξαμε το σπίτι μας και τι να δούμε! Πάνω στον καναπέ σωρός τα χταπόδια!”

SDIM7925

Οι κάτοικοι της Αστυπαλιάς σήμερα είναι  ψαράδες, κτηνοτρόφοι με 10.000 αιγοπρόβατα – έχοντας απόλυτη αυτάρκεια  ντόπιου κρέατος – , κάποιοι γεωργοί ενώ οι υπόλοιποι ασχολούνται με την οικοδομή και τον τουρισμό. Στο νησί τα τελευταία χρόνια γινήκαν σημαντικά έργα (αεροδρόμιο, ΧΥΤΑ, τεχνική λίμνη για την περισυλλογή των ομβρίων, βιολογικός καθαρισμός, νέο απάνεμο λιμάνι) γεγονός που μαζί με το καλοδιατηρημένο οικιστικό περιβάλλον, κάνει την Αστυπάλαια να είναι από τους πιό ενδιαφέροντες τουριστικούς προορισμούς  αλλά και δημιουργει καλές συνθηκες διαβίωσης για τους ντόπιους.

Το πιό γνωστό πανηγύρι της Αστυπάλαιας,  ( ειδικά γιά τους κατοίκους της) είναι αυτό της Παναγιάς της Φλεβαριώτισσας και έτσι με την πρώτη ευκαιρία πήρα το πλοίο της γραμμής και να σου  με στο νησί.

SDIM7977

Το μοναστήρι της Παναγιάς  Φλεβαριώτισσας είναι ένα συγκρότημα που αποτελείται από τον κυρίως ναό και μιά σειρα χαμηλών κτισμάτων που σχηματίζουν αναμεταξύ τους ένα ευρύχωρο προαύλιο. Μιά πανέμορφη κάτασπρη εκκλησία, – κυκλαδίτικου ύφους –  καμαροσκέπαστη σταυροειδούς τύπου, με τρούλο που στηρίζεται σε τέσσερα οξύκορφα τόξα γοτθικού τύπου, μπορεί να υποδεχθεί πάνω 50 πιστούς. Στο βορεινό τείχο της, βρίσκεται μέσα σε μιά   μικρή σπηλιά ένα παρεκκλήσι. Εδώ σύμφωνα με τη παράδοση βρέθηκε η εικόνα της Παναγιάς. Ήτανε λέει,τα παλιά τα χρόνια, ένας τσομπάνης που χρησιμοποιούσε το σπήλαιο αυτό γιά να σταβλίζει τα ζώα του. Μιά βραδιά βρίσκει σε μιά μικρή κοιλότητα την εικόνα της Παναγιάς με ένα καντήλι αναμένο μπροστά της. Τρομαγμένος μιά και δυό παίρνει την εικόνα και την μεταφέρει  στη Χώρα. Την επομένη το βράδυ που πάει πάλι στα ζώα, γεμάτος έκπληξη την ξαναβλέπει μπροστά του. Αυτή την φορά η έκπληξή του και η απορία του εντοπίζεται στο πώς βρήκε τον δρομο η Παναγιά – δυό ώρες δρόμος – και ξαναγύρισε στο ίδιο μέρος. Την τοποθετεί σ’ ένα σακί και την σκεπάζει καλα-καλά, για να μη δεί τον δρόμο και τη ξαναπάει στην Χώρα. Την επομένη η Παναγιά  πάλι στη θέση της. Κάπως έτσι – γιατί υπάρχουν πολλές παραλλαγές του μύθου –  πάρθηκε η απόφαση να κτιστεί η εκκλησιά σ’αυτό το σημείο. Κατόπιν την βορεινή πλευρά κτίστηκαν δυό-τρία κελιά-κατοικιές που παλιά φιλοξενούσαν  όσους διανυκτέρευαν γιά το πανηγύρι και ενα μικρό πανηγυρόσπιτο. Μην ξεχνάμε ότι μέχρι πρίν λίγα χρόνια στην μονή έφθανε κανείς από ένα δύσβατο μονοπάτι και δεν ετίθετο θέμα να το διασχίσεις παρά μόνο στο φως της ημέρας. Σήμερα σε μιά κατοικιά ζει ένας  τσομπάνος που είναι συνάμα και ο φύλακας της μονής.  Μέχρι το 1980 περίπου στο πανηγύρι ερχόνταν το πολύ 60- 80 άτομα και μετα βίας χωρούσαν στο πανηγυρόσπιτο, έναν στενόμακρο χώρο 50 τετραγωνικών μέτρων. “Είμασταν ο ένας πάνω στον άλλονε, τα όργανα, τα κρασιά, τα φαγητά, οι ανθρώποι, οι χορευτές. Ερχόταν όμως ο κόσμος γιά την χάρη της αλλά και για να γλεντήσει συνάμα. Δεν υπήρχαν τότες άλλες διασκεδάσεις. Πόσα και πόσα ειδύλλια δεν γινήκαν εδώ και πόσοι και πόσοι δεν γνώρισαν εδώ τις μέλλουσες γυναίκες τους. Τα τελευταία τριάντα χρόνια η επιτροπή της τέλεσης του πανηγυριού έφτιαξε πολλά έργα. Ηλεκτροδότησε τη μονή, έφτιαξε το δρόμο, δημιούργησε κλειστούς χώρους για να χωρέσουν πάνω από τριακόσια άτομα. Σ’ αυτό βοηθούσαν όλοι. Άλλοι με τα χρήματά τους – ακόμα και συνταξιούχοι δίναν χρήματα για την ανακαίνιση -, άλλοι με την εθελοντική εργασία τους, άλλοι προσφέροντας τα υλικά. Είμαστε ευχαριστημένοι γιατί σήμερα το πανηγύρι της Παναγιάς της Φλεβαριώτισσας, αν και μες το καταχείμωνο, είναι το πιό προσφιλές του νησιού. Μπορεί το πανηγύρι της Πορταϊτισσας τον Αύγουστο να είναι πιό μεγάλο, αλλά στο δικό μας γλεντάν  και χαίρονται οι Αστυπαλιώτες”. Αυτά και άλλα πολλά μου εκμυστηρεύτηκε η καρδιά του πανηγυριού ο Γιάννης Σταβλάς  μέλος της επιτροπής μαζί με τους Μαριάκη, Νικολάκη, Ποδότα και τον πατέρα Δημήτριο.

SDIM7914

Πριν έλθει η ώρα του πανηγυριού έπρεπε να εντοπίσω τις προετοιμασίες του γεύματος. Ετσι την προπαραμονή της Υπαπαντής με οδήγησαν στο τόπο που θα ετοίμαζαν τα χαρακτηριστικά φαγητά του νησιού, τον Λαμπριανό, τα γιαπράκια, τα πουγκιά, τις λαμπρόπιττες. Στο Λιβάδι στο περιβόλι της οικογένειας του Γιάννη Σταβλά, οι γυναίκες είχαν αναλάβει την προετοιμασία των Λαμπριανών. Ο Λαμπριανός είναι το πασχαλινό αρνί που μαγειρεύεται όμως στο φούρνο με γέμιση.

Τρεις γυναίκες με πολλά κότσια η Φρόσω Καμπούρη, η Σπυριδούλα Κούκα και η Φρόσω Σταβλά παρέλαβαν  έξι προβατίνες, σκέτα μοσχάρια, δεκαπέντε κιλά το καθένα και αρχινήσαν την δουλειά. Καθάρισμα των συκωταριών, αφαίρεση  των ποδιών και του λίπους, της κεφαλής, τεμαχισμός. Ο μπαλτάς στα χέρια τους ήταν σαν να βαστάγαν ένα σουγιαδάκι και σε τέσσερεις ώρες είχε τελειώσει η δουλειά. Η δουλειά των ανδρών – γιατί σ’ όλα νησιά  του Αιγαίου, στα πανηγύρια, τα κρέατα είναι αποκλειστικά δουλειά των αδρών –  είχε περαιωθεί από τις τρεις κυράδες με τον καλύτερο τρόπο.

Αμέσως μετά μαγείρεψαν την γέμιση. Τα ψηλοκομμένα συκωτάκια με το τσιγαρισμένο κρεμμυδακι  και τα μπαχάρια αφού σιγοβράσουν  και ετοιμασθούν, αναδεύονται και βράζουν για πέντε λεπτά με το ρύζι. Η γέμιση μετά τοποθετείται μέσα στη κοιλιά του ζώου, το οποίο ράβεται καλά και μετά μπαίνει στο φούρνο όπου ψήνεται σε σιγανή φωτιά όλο το βράδυ.

SDIM7919

Σ’ άλλα σπίτια, οι γυναίκες ετοίμαζαν τα γιαπράκια (ντολμάδες από λάχανο ή αμπελόφυλλα) αλλού τα πουγκιά ( τηγανητά πιττάκια με τυρί ή με χόρτα εποχής) και αλλού ότι μεζέδες ήθελε κάθε νοικοκυρά. Όλα αυτά θα τα μεταφέραν το απόγευμα της παραμονής στο μοναστήρι, λίγο πρίν τον Εσπερινό.

Στο μοναστήρι ανεβήκαμε με τα πόδια. Μιά διαδρομή από την Χώρα, οπου  αμαξιτός χωμάτινος δρόμος περνάει πάνω στην κορυφογραμμή και σε 7 χιλιόμετρα φθάνει στη Μονή.

Αρκετός κόσμος ανέβαινε με τα πόδια, έτσι  από έθιμο αλλά και γιατί ο καιρός αν και φυσούσε, ήταν για χειμώνα πολύ καλός, ενώ οι περισσότεροι διάλεξαν την σίγουρη και γρήγορη λύση των αυτοκινήτων. Αφού τελείωσε ο Εσπερινός όπου μάλιστα χοροστάτησε ο Μητροπολίτης Λέρου-Καλύμνου και Αστυπαλιάς, ο κόσμος έπιασε θέση για το φαγητό και το γλέντι.

“ Οι  ψυχές του πανηγυριού, η θρυλική ζυγιά των μουσικών, ο Νικήτας Καστρινός στο βιολί και ο Ιορδάνης στο λαγούτο χαθήκαν πρόσφατα, τους πήραν τα χρόνια. Αφήσαν κάποια νέα παιδιά – μαθητές τους –  σαν απογόνους αλλά δυστυχώς φέτος χτύπησε ο ένας σε ατύχημα λίγες μέρες πριν το πανηγύρι και έτσι αναγκαστήκαμε να “εισάγουμε” μουσικούς από την Ρόδο”, με πληροφόρησε ένας ντόπιος που παρεπιπτόντος γνώρισε την γυναίκα του, τότε μιά δεκαεξάχρονη, σ’ αυτό το πανηγύρι.

Δυστυχώς η “εισαγωγή” του 2009 δεν ήταν και ότι το καλύτερο, με τα αρμόνια και τα ηλεκτρικά βιολιά να σου τρυπούν τ’ αυτιά, αλλά ήταν τέτοια η διάθεση του κόσμου για  γλέντι που τελικά έστω και μ’αυτές τις συνθήκες διασκέδασαν και χόρεψαν μέχρι τα χαράματα.

“ Ο Νικήτας ο Καστρινός, ήξερε όλους τους ντόπιους με τα ονόματά τους, τα παρατσούκλια τους, τις χαρές, τους καϋμούς τους και τα τραγούδια που τους άρεσαν. Τους έπλεκε στιχάκια ανάλογα με τα κέφια τους  και με τη μουσική του, τούς έκαμε να πετούν. Δεν είναι τυχαίο βέβαια, ότι οι χορευτές τον αντάμοιβαν με γερή χαρτούρα. Αλλά ο Νικήτας εκτός των άλλων ήταν και δίκαιος. Την χαρτούρα, πάντα την μοίραζε στα ίσα με το ταίρι του, τον Ιορδάνη παρ’ όλο που αυτός ήταν η φίρμα”.

SDIM7976

Τα μέλη της επιτροπής μοιράσαν τάχιστα στους προσκαλεσμένους τις τεράστιες  πιατέλες με τα φαγητά και το κρασί και άρχισε ο χορός.  Πρώτα χόρεψαν οι επίσημοι.

Στα ταξίδια μου στα νησιά  του Αιγαίου, διαπίστωσα ότι σ’ όλα, μα σε τα πανηγύρια πάνω από 200 άτομα, θα συναντούσα όχι μόνο τις τοπικές αρχές κάτι που ήταν απόλυτα φυσικό, αλλά και τους νομάρχες, περιφερειάρχες, βουλευτές του νομού με τους απαραίτητους διοικητικούς υπαλλήλους. Κάτι η θρησκευτική τους ευλάβεια, κάτι η χαρά της διασκέδασης με φίλους και γνωστους, κάτι η επαφή με τα προβλήματα του τόπο επ’ ευκαιρία, αλλά και η επικοινωνία με την εκλογική  τους πελατεία – που αλλού να  βρεις άλλωστε μαζεμένο τόσο κόσμο -, ή και όλα αυτά μαζί συντείνουν στην σταθερή και σθεναρή παρουσία τους.

Στο συγκεκριμένο πανηγύρι χειμωνιάτικα με αρκετά μποφόρια στο πέλαγο, παρευρέθησαν απαξάπαντες οι βουλευτές του νομού Δωδεκανήσων, τέσσερεις τον αριθμό  και οι οποίοι ανά πολιτική παρέα χόρεψαν με την σειρά τους . Μετά τα μεσάνυχτα αρχίσαν οι πρώτες διαρροές, οι επίσημοι, οι επισκέπτες, οι νέοι. Ηταν την ώρα που άρχιζε το κέφι. Στα τραπέζια των αναχωρούντων που ηταν και τα πρώτα κοντά στην πίστα άρχισαν να καταφθάνουν οι τσομπαναρέοι, που ήταν σε κατάστασης αναμονής μέχρι εκείνη την ώρα. Το κέφι είχε φθάσει γύρω στο αποκορύφωμα κατά της τρεις. Εκείνη την ώρα πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Είχαμε να κάνουμε δυό ώρες περπάτημα. Ο καιρός είχε πέσει και έκανε μιά γλυκιά ξαστεριά. Βοηθούσης της κατηφόρας ουτε που καταλάβαμε για πότε φθάσαμε. Σημειωτέον, ένα στα δυό αυτοκίνητα που περνάγαν, σταματούσαν αυθορμήτως για να μας πάρουν μαζί τους. Ηταν το πνεύμα του πανηγυριού…

SDIM7981

Όπως πάντα όλα τα νέα του πανηγυριού, τα παραληπόμενα, τα παραπολιτικά, τις εκπλήξεις, τις παρεξηγήσεις – γιατί δεν υπάρχει πανηγύρι χωρίς παρεξηγήσεις – , θα τις μάθαινε κανείς το πρωϊ  στο καφενείο του χωριού, όπου ξαναζωντανεύουν οι διαφορετικές εκδοχές των συμβάντων. Αυτή τη φορά συμφώνησαν όλοι, ότι το φετεινό  πανηγύρι ήταν  από τα πιό πετυχημένα απ’ όλες τις πλευρές.

Μαστιχοχώρια – Εσωτερικοί κόσμοι

_MG_1001v

Τον Στράτο Βογιατζή τον γνώρισα  την άνοιξη του 2008  στην Πάρο. Ένα αφιέρωμα στον εναλλακτικό τουρισμό του νησιού μου, από το περιοδικό  Passport,  ήταν η αφορμή να βρεθούμε μαζί για μιά εβδομάδα, αυτός σαν φωτογράφος και γώ  σαν ξεναγός του. Δεν χρειάστηκαν και πολλά για να εκδηλωθεί μιά έντονη συμπάθεια και ένας αμοιβαίος σεβασμός. Τόσο πάνω στη δουλειά, αλλά κυρίως τις ώρες της ξεκούρασης όταν πίναμε τα κρασάκια μας, αργά το βράδυ, κουρασμένοι  από τις διαδρομές και σχολιάζοντας τον κόσμο που αποτυπώναμε σε φωτογραφίες και κείμενα. Ηταν από τις σπάνιες φορές στη ζωή που σκιρτά η ψυχή, καθώς συναντάς ανθρώπους με τις ίδιες ευαισθησίες, τους ίδιους ρομαντισμούς, τον ίδιο θαυμασμό για τον Αιγαιοπελαγίτικο λαϊκό πολιτισμό, αλλά και την ίδια θλίψη και θυμό γιά την  χείριστη διαχείριση αυτού του απίστευτου πολιτιστικού κεφάλαιου από την σύγχρονη κοινωνία μας.

Θυμάμαι τις ατέρμονες συζητήσεις μας. Θέμα μας, οι άνθρωποι του Αιγαίου Αρχιπελάγους. Οι ντοπιολαλιές τους, τα χωρατά τους, οι θυμοσοφίες τους, ο χαρακτήρας τους όπως διαμορφώθηκε μέσα σε εξαιρετικα δύσκολες συνθήκες επιβίωσης. Οι άνθρωποι που σε κερδίζουν με την πρώτη ματιά. Γιατί τα πρόσωπά τους είναι καθαρά,  οι κουβέντες τους κοφτές, τα λόγια τους μεστά, με μια πικρή σοφία να εναλλάσσεται, εκεί που δεν το περιμένεις, με έναν μοναδικό αυτοσαρκαστικό χιούμορ.

_MG_1990

Ο Στράτος μπήκε μεσ’ την καρδιά μου σαν ένας ονειροπόλος καλλιτέχνης, ένας τρυφερός σκεπτικιστής, αλλά και σαν ένας μαχητής κάποιων αξιών που βρίσκονται σε μεγάλη έλλειψη στις μέρες μας.

Ξανασυναντηθήκαμε κάποιες φορές και μετά χαθήκαμε. Όταν μου ζήτησε να προλογίσω το βιβλίο του ξαφνιάστηκα. Αρχικά αρνήθηκα. Πώς θα μπορούσα εγώ ένας ερασιτέχνης φωτογράφος, να σχολιάσω το έργο ενός τόσο ταλαντούχου επαγγελματία;

Επέμεινε πιεστικά, “δες το υλικό και γράψε ο,τι θές”.  Ο Στράτος ήταν απόλυτος, αφοπλιστικός και ενέδωσα. Το θέμα άλλωστε ήταν ελκυστικώτατο, τα Μαστιχοχώρια,

Οταν μου έστειλε το υλικό – εξήντα φωτογραφίες – ανυπόμονος άρχισα να τις παρατηρώ. Ενθουσιασμός, με τις πρώτες φωτογραφίες. Χρώματα συνταρακτικά, κάδρα μαγικά, λεπτομέρειες εξαίρετες, ατμόσφαιρες καταπληκτικές, χώροι απίστευτης ομορφιάς. Καθώς προχωρούσα, άρχισαν να με ζώνουν  τα φίδια. Πουθενά ανθρώποι. Επιτάχυνα τον ρυθμό μου. Οι φωτογραφίες περνάγαν γρήγορα  και ανυπόμονα από τα χέρια μου. Πού να ‘ναι οι Ανθρώποι;

O Στράτος μού την είχε σκάσει. Δεν υπήρχαν άνθρωποι! Ούτε ένας για δείγμα.

Η απουσία των ανθρώπων ήταν το χαρακτηριστικό στοιχείο όλων των φωτογραφιών του. Οταν ο αιφνιδιασμός πέρασε. ηρέμησα, χαλάρωσα, χαμογέλασα.

Μάζεψα τις φωτογραφίες και τις πέρασα άλλη μια πιό αργή και ψύχραιμη ματιά. Οι άνθρωποι ήταν εκεί. Πίσω από κάθε απουσία κρυβόταν μιά έντονη παρουσία. Ηταν εκεί, πάνω στο στρώσιμο του σεμέν, στη φορεσιά του καναπέ, στο στόλισμα του μπουφέ. Ο Στρατής είχε δίκιο. Είχαμε πολλά να πούμε γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Είχαμε πολλά να πούμε για τα Μαστιχοχώρια.

_MG_6697

Ο Στρατής συνέλαβε με το φακό του το αποτύπωμα ενός τόπου που ξεπερνάει τα όρια του γεωγραφικού του προσδιορισμού. Τα Μαστιχοχώρια είναι ένα κομμάτι της Χίου, τόσο φορτωμένο και φορτισμένο από ιστορία, που γίνεται πρωταγωνιστής σ’ ένα έργο γραμμένο με δόξα, φήμη, πλούτο, πόνο και εγκατάλειψη.

Είναι πολύ δύσκολο στις μέρες μας να αντιληφθεί κανείς το ρόλο που έπαιζε η μαστίχα στην ανάπτυξη και την οικονομία της Χίου τους τελευταίους πέντε αιώνες. Οταν οι Γενοβέζοι την ανακάλυψαν τον 14ο  αιώνα και την διέδωσαν  σ’ Ανατολή και Δύση, μέχρι και ο Χριστόφορος Κολόμβος  αναγνώρισε τη μοναδικότητά της λέγοντας, ότι σαν το μαστίχι της Χίου δεν βρήκε πουθένά.  Στις χώρες της Ανατολής η μαστίχα είχε συνδεθεί  πολύ στενά  με τον τρόπο ζωής και τις παραδόσεις  των Μωαμεθανών. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο Κοράνι ο Μωάμεθ συνιστούσε την χρήση της στο νερό, αλλά και στο ψωμί. Επί Τουρκοκρατίας, ο Σουλτάνος υποκύπτει στις παρακλήσεις της αγαπημένης του μητέρας, Βαλιδέ Χανούμ, που είχε ιδιαίτερη αδυναμία στη μαστίχα, και της προσφέρει ως δώρο το νησί, δίνοντάς του ειδικά προνόμια, αφού τροφοδοτούσε με μαστίχα  το χαρέμι του και τη μητέρα του. Αργότερα, όλα αυτά τα εμπορικά  δίκτυα διανομής της μαστίχας χρησιμοποιήθηκαν  και για άλλα προϊόντα του νησιού, αλλά κυρίως για τη δημιουργία και άνδρωση  του εφοπλισμού της Χίου.

Αν για τους μεγαλεμπόρους και τη διοίκηση, το μονοπωλειακό προϊόν της μαστίχας ήταν πηγή τεράστιων κερδών και εσόδων, για τα Μαστιχοχώρια ήταν απλώς το μοναδικό  μέσο επιβίωσης. Σε μια έκταση εικοσιπέντε χιλιάδων περίπου στρεμμάτων,  δύο εκατομμύρια δενδρίλια δάκρυζαν κάθε χρόνο και το πολύτιμο αυτό δάκρυ έδινε ζωή στα 24 Μαστιχοχώρια.

Το κάθε  ένα απ’ αυτά τα Μεσαιωνικά  χωριά κτίστηκε με μια διάταξη οχυρωματικού τύπου, με τα εξωτερικά σπίτια να δημιουργούν το αμυντικό τείχος που προστάτευε τον οικισμό από τις επιδρομές και τις λεηλασίες των πειρατών.

Λιθόστρωτοι στενοί δρόμοι, με πολλά αδιέξοδα για να αποπροσανατολίζουν τους επίδοξους εισβολείς, συνδέουν τα στριμωχμένα μονοόροφα σπίτια. Στο ισόγειο βρίσκονταν οι στάβλοι, οι αποθήκες για τα γεωργικά προιόντα, τα πατητήρια και μεγάλα πυθάρια χωμένα στη γη για το λάδι και το κρασί . Στον όροφο, γύρω από έναν κεντρικό υπαίθριο χώρο – κάτι σαν τον σημερινό ακάλυπτο – το “πουντί” χρησίμευε για τον ηλιασμό και αερισμό των δωματίων. Τέλος τα δώματα των ορόφων, σχεδόν στο ίδιο ύψος, δημιουργο ύσαν ένα ενιαίο επίπεδο, έτσι ώστε οι ταράτσες να χρησιμοποιούνται και σαν πέρασμα από το ένα σπίτι στο άλλο σε περίπτωση κινδύνου. Η κατασκευή των σπιτιών με  χοντρούς πέτρινους τοίχους, εξασφάλιζε δροσιά το καλοκαίρι και ζεστασιά το χειμώνα, ενώ οι  μεγάλοι φούρνοι και τα τζάκια-πυροστιές, που θέρμαιναν και αυτά τις ψυχρές μέρες, επέτρεπαν  στους κατοίκους να μαγειρεύουν τον χειμώνα μέσα στα σπίτια τους.

_MG_9894

Αυτά τα σπίτια, στα Μαστιχοχώρια φωτογραφίζει ο Στράτος και αυτονών των σπιτιών προσπαθεί να αφουγκραστεί τον εσωτερικό τους κόσμο. Να συλλάβει την ψυχή των ανθρώπων που τα κατοίκησαν και να πιάσει το νόημα της ζωής τους μέχρι την στιγμή που τα εγκατέλειψαν.

Γιατί η ζωή έχει τα γυρίσματά της. Από τη μία ακμές, πλούτη, μεγαλεία και χαρές και από την άλλη παρακμές, φτώχιες, εγκατάλειψη και ξεριζωμοί.

Και εκεί που είσαι νικητής και θριαμβευτής, νοιώθεις ξαφνικά να φεύγει η γη κάτω από τα πόδια σου και να χάνεις τα πάντα. Ομως, νά, εκεί μέσα στην  εγκατάλειψη και στην ερημιά μπορεί να ξεφυτρώνει μια ελπίδα, μια καινούρια ζωή και ένα νέο νόημα.

Τί νόημα άραγες να ψάχνει να βρεί ο Στράτος στα ερειπωμένα σπίτια της πατρίδος του;

Ο Στράτος επισκέπτεται και φωτογραφίζει αρχοντόσπιτα, λαϊκά σπίτια, κελάρια, αποθήκες, παντοπωλεία, κουρεία, καφενεία. Χρησιμοποιεί το ταλέντο του, την ευαισθησία του και τη γνώση του για  να διαχειρισθεί το φως, τις σκιές, τον άνεμο, τα χρώματα, τις μυρωδιές, τις γεύσεις της πατρίδας του. Αποτυπώνει χώρους παρατημένους από χρόνια, αντικείμενα με μια στρώση σκόνης απάνω τους  που θυμίζει Πομπηία και Ακρωτήρι στη Σαντορίνη. Εκεί  η καταστροφή ήλθε ξαφνικά και τους βρήκε απροετοίμαστους.

Εδώ η εγκατάλειψη έγινε σε αργούς ρυθμούς, προηγήθηκε η φάση μικρών αποχωρισμών που δεν έκλειναν την πόρτα οριστικά πίσω τους.

Τα σπίτια είναι σιγυρισμένα, τα πράγματα μοιάζουν αφημένα, ώσαν κάποιοι να   φύγαν για καλοκαιρινές διακοπές και θα επιστρέψουν.

Οι άνθρωποι  μπορεί να λείπουν, έχουν αφήσει όμως τα ίχνη τους. Την νοικοκυροσύνη τους, στο στρώσιμο των καναπέδων, στην τοποθέτηση των αντικειμένων της κουζίνας. Την κοκεταρία τους στα αντίκειμενα πάνω στους μπουφέδες, στα κεραμικά απο το Τσανακαλέ, στις κούκλες,  στα σερβίτσια και στα κρύσταλλα. Τις μνήμες τους και το νήμα με το παρελθόν  στις οικογενειακές φωτογραφίες με τους προγόνους να έχουν άγρυπνο το μάτι τους στην επόμενη γενιά. Στους τοίχους άθικτα τα σύμβολά τους, σταυροί της χριστιανοσύνης και η ελληνική σημαία.  Την ελπίδα τους για μια κοινωνία δίκαιη την στηρίζουν στην πίστη τους στην εκκλησία αλλά και στον κομμουνισμό. Χριστός και Στάλιν, αντάμα.

Τα χρώματα στους τοίχους πολυκαιρισμένα δημιουργούν καταπληκτικές ματιέρες. Μάλιστα κάπου ένας χάρτης της Ελλάδας κολλημένος σε ένα τοίχο ωχριά

μπρος την πλαστικότητα του τοίχου που διακρίνεται πίσω του. Απλωμένα στο πάτωμα αποξηραίνονται το μαστίχι πλάι στα αγριοβότανα του βουνού, ενώ το αεράκι που μπαίνει από το παράθυρο τα χαϊδεύει με τη δροσιά του.  Τα μικρά χιώτικα τοματάκια, οι ρέστες,  κρεμασμένες σε τοίχους και παράθυρα. Κρεβάτια ταπεινά σιδερένια ή οντάδες κοντά σε παραθύρια μικρά για να μπαίνει  με ρέγουλα το φώς.

_MG_8530

Σπίτι όσο χωρείς, γη όσο θωρείς. Τα σπίτια, ανεξαρτήτως μεγέθους και κατασκευής, πλέουν στα χρώματα. Χρώματα στην μεγαλοπρέπειά τους, απόκοσμα κι όμως τόσο ζωντανά, μπολιασμένα από τον χρόνο που ‘χει κάνει παρέα τους διαδρομές αιώνων. Λουλάκι, όχρα, όμπρα, κεραμιδί, φυστικί, ρόζ σε όλους τους τόνους, τις αποχρώσεις και τους συνδυασμούς λουσμένα στο φως να δημιουργούν ατμόσφαιρες μαγικές, νοσταλγικές, γαλήνιες,

Κάθε φωτογραφία του Στράτου είναι ένας πίνακας ζωγραφικής, που μπορεί κανείς  να κοιτάει με την ώρες. Ο Στράτος όμως ψάχνει για το νόημα, που σαφώς δεν είναι μια ρομαντική ματιά αποχαιρετισμού σε έναν κόσμο που χάθηκε.

Ψάχνει να βρεί και να μας στείλει το μήνυμα της ουσίας μιας εποχής που χάθηκε και που είναι από τα ζητούμενα των καιρών μας.

“Γονατίσαμε απ’ τα πολλά στολίδια μας”, λέει ο ποιητής. Το κυνήγι των σύγχρονων αξιών, του καταναλωτισμού και της ατομικής πορείας για την επίτευξη της ευτυχίας μάς απομάκρυναν από όλα αυτά που αντανακλώνται στις φωτογραφίες του Στρατή. Η ηρεμία, η απλότητα, η ταπεινότητα, η έλλειψη κομπορυμοσύνης και ξιπασιάς,  γενναιόδωρα αναδύονται απο τον φωτογραφικό κόσμο του Στρατή, για να μας δώσουν τη δικιά τους αλήθεια. Την έχουμε ανάγκη. Και μόνο να την αγγίξουμε με τη ματιά μας, έχουμε πάρει το μήνυμα.


Οκτώβριος 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

cover4.gif

paros-cover.gif