Αρχείο για Μαΐου 2010

To πανηγύρι Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης στη Κωμιακή Νάξου


Αν οι μέρες που περνώ στην Πάρο, μένοντας εκεί ένα μεγάλο χρονικό διάστημα της ζωής μου,  έχουν μια ποιότητα και με γαληνεύουν, ίσως έχει να κάνει και με το ότι εκεί η ημέρα ξεκινά όμορφα. Με το που ανοίγω τα μάτια μου, απολαμβάνω την Ανατολή του ηλίου, πάνω απο τα βουνά της Νάξου.

Βλέποντας από απέναντι το έτερο νησί της Παροναξίας, θυμάμαι πάντα τις λίγες φορές που την επισκέφτηκα, την ξεχωριστή και τόσο πολύτιμη παρουσία του Μανώλη του Γλέζου, στ’ Απειράθου, εκεί που τον γνώρισα και μοιράστηκα μαζί του στιγμές αναπόλησης και προβληματισμού, αλλά και γλεντιού. Μια-δυό φορές είχα επίσης επισκεφτεί το νησί και για τις ανάγκες της έρευνας που έκανα για το βιβλίο μου “Τα Σημάδια του Αιγαίου”. Από όλες μου τις επισκέψεις όμως στη Νάξο, καμία δεν είχε την πυκνότητα και την ένταση της πρόσφατης. Ίσως γιατί αυτή τη φορά, είχε να κάνει με τους ανθρώπους, τις γιορτές και τη μουσική τους.

Προορισμός το πανηγύρι του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης στη Κωμιακή. Αφιξη έντεκα το βράδυ στο λιμάνι της Νάξου και τυχαία συνάντηση με μιά μερακλού  Ναξιώτισσα, φίλη μου από παλιά, την Ελλη Δρύνη. Εχω να την δώ χρόνια, την ενημερώνω για τη δουλειά μου σχετικά με τα πανηγύρια και το λόγο της επίσκεψής μου, και αυτη, καπάκι για να με ικανοποιήσει, με οδηγεί στον Αγιο Θαλάλαιο.

Μεσάνυχτα και κάτι φθάνουμε στο χωριουδάκι, εκατό κατοίκων, όπου στο προαύλιο της εκκλησιάς γίνεται το πανηγύρι. Όργανα, χορός και φαγοπότι. Το φαγητό το είχε αναλάβει το καφενείο, κάτι νόστιμα κρέατα, αλλά και χωριάτικες σαλάτες με ντομάτες που είχαν γεύση, αυτή που κοντεύουμε να ξεχάσουμε, γεύση αληθινής ντομάτας. Στην πίστα οι οικογένειες να χορεύουν, μία-μία ξεχωριστά ακατάπαυστα συρτόμπαλους, χαρτώνοντας αδιάκοπα τους μουσικούς. Εδώ παρατήρησα και την εξέλιξη του εθίμου του κεράσματος. Τα παλιά χρόνια όταν χόρευε μιά οικογένεια, οι παρευρισκόμενοι την κέρναγαν, ποτό ρακί ή κρασί για τους άνδρες και λουκουμάκια για τις γυναίκες. Ο καφετζής που τα πρόσφερε πάνω στη πίστα, έδειχνε κάτω στα τραπέζια αυτούς που κερνάγανε, ο χορός σταματούσε για δευτερόλεπτα, κι οι χορευτές σηκώναν τα ποτήρια και ευχαριστούσαν. Σήμερα τα πράγματα εξελίχθηκαν, τα κεράσματα έχουν γίνει σαμπάνιες που ανοίγουν με τον γνωστό θορυβώδη τρόπο.

Θα είχε περάσει κανά δύωρο, η ώρα κυλούσε γρήγορα καθώς θαύμαζα τους χορευτές, φωτογραφίζοντάς τους συνάμα και καταβροχθίζοντας όσες πιό πολλές ντομάτες μπορούσα, όταν αντελήφθηκα σε μιά γωνιά τις εκατοντάδες φιάλες σαμπάνιας. Σοκαρίσθηκα, γιατί όντως οι σαμπάνιες ανοίγονταν η μία μετά την άλλη. Πλησίασα, να δω μάρκα και προέλευση.

“ΒOLERO” αεριούχο ύδωρ, ποτόν μη αλκοολούχο, ελληνικής προέλευσης. Το ελληνικό δαιμόνιο για μιά άλλη φορά είχε θριαμβεύσει. Νεράκι αφρώδες, για να κάνει το σχετικό θόρυβο, σε συσκευασία σαμπάνιας για μόστρα, αλλά μη αλκοολούχο για να αποφευχθούν οι σχετικοί φόροι. Όταν έμαθα και την τιμή – πέντε Ευρώ η φιάλη – ανακουφίσθηκα, ένιωσα και γω πλούσιος και άρχισα και γω να κερνώ τους χορευτές που μ’άρεσαν…

Την άλλη μέρα πηγαίνοντας προς την Κωμιακή, πέρασα από τον Κινύδαρο, τη πατρίδα των Κονιτόπουλων και των τόσων άλλων άξιων μουσικών.

Δασκαλεμένος από την Έλλη, σταμάτησα στη πλατεία, μπήκα σ’ ένα στενό διαδρομο και περνώντας μέσα από ένα χασάπικο , βρέθηκα  σ’ ένα ταβερνάκι. Τα καλύτερα κρέατα της Νάξου στην καλύτερη χασαποταβέρνα. Βασίλης Κουλουβάτος ο ιδιοκτήτης. Η φήμη επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά, κοψίδι, λουκάνικα, οι υπέροχες γλυκοντομάτες με κρεμύδι, άφθονο λαδι και λίγο κρασάκι. Έφαγα τον άμπακο και πλήρωσα δεκαπέντε Ευρώ, όσο περίπου μιά ρόκα παρμεζάνα στη Πάρο! Θα πετάγομαι εδώ να τρώω. Πιό φθηνά θα μούρχεται!

Δυό ώρες αργότερα  έφθασα στη Κωμιακή. Το χωριό είναι κτισμένο αμφιθεατικά σε υψόμετρο 600 μέτρων με ανοικτό ορίζοντα προς το Ικάριο Πέλαγος. Χωμένο μες το πράσινο, πλατάνια με πολλές πηγές και περικυκλωμένο από μικρά περιβολάκια και αμπελάκια, σε πεζούλες. Παλιά οι κάτοικοι της ήσαν δύο χιλιάδες, ενώ τώρα δεν ξεπερνούν τους πεντακόσιους. Ασχολούνται με την κτηνοτροφία, γεωργία και τις οικοδομικές εργασίες. Ο τόπος φαίνεται να κατοικείται αδιάκοπα από τους προϊστορικούς χρόνους, καθώς εντοπίσθηκε θολωτός μυκηναϊκός τάφος κτισμένος από ακατέργαστες μεγάλες πέτρες σύμφωνα με το “εκφορικό σύστημα”, τρόπος λιθοδομής που συναντιέται και σε πρόσφατες παραδοσιακές κατασκευές.

Το απόγευμα επισκέφθηκα το ξωκκλήσι ή μάλλον τα ξωκκλήσια αφού πρόκειται για δυό εκκλησάκια, μονόκλιτα θολωτά, το ένα πλάι στο άλλο, το βορεινό αφιερωμένο στη Ζωοδόχο Πηγή και το νότιο στον Αγιο Κωνσταντίνο και την Αγία Ελένη. Κτισμένα πλάι στη δημοσιά, δυό χιλιόμετρα από το χωριό, βρίσκονται πάνω σε ένα πλάτωμα μεγάλο, σαν σε πλατεία χωριού,  που σκεπάζεται από τις φυλλωσιές τεσσάρων  τεράστιων πλατάνων. Η θέα συγκλονιστική.

Καθώς ερευνώ τον έρημο τόπο, οποία έκπληξη, να σου μπροστά μου, ο Βασίλης Φραγκουλόπουλος. Ο αδελφός της Αννας Τριπολιτσιώτη, ιδιοκτήτριας του Ξενοδοχείου Χριστιάννα, στον Αμπελά! Τον ξέρω από την Πάρο, όταν κάθε χρόνο στο πανηγύρι της Αγίας Άννας,  έρχεται από τη Νάξο για να μαγειρέψει ανήμερα της γιορτής της αδελφής του ζούλα για πεντακόσια άτομα.

Η χαρά μας ανείπωτη, ο αιφνιδιασμός απόλυτος – γιατί δεν γνώριζα ότι ο Βασίλης ήταν απ’ αυτό το χωριό – και άμεση η πρόσκλησή του, το βράδυ στο σπίτι του. “Έλα να παρεϊσουμε, έχουμε τόσα να πούμε”.

Όπερ και εγένετο. Και πόσα δεν είπαμε! Όσο να ετοιμασθεί το φαγητό ο Βασίλης με ενημέρωνε :

“Παλιά, στα νειάτα μου, τα πανηγύρια στη Νάξο, τα διοργάνωναν τα λεγόμενα “καφενεία”. Ένα πανηγύρι τριακοσίων ατόμων παραδείγματος χάριν,  σε ένα ξωκλήσι το αναλάμβαναν τρεις ή τέσσερις  καφετζήδες από το χωριό. Αυτοί φόρτωναν σε γαϊδούρια τους πάγκους, τα τραπέζια, τις καρέκλες,  τα σερβίτσια, το κρασί και τους μεζέδες και τους μετέφεραν στο χώρο της γιορτής. Κανονίζαν και τους μουσικούς. Συνήθως το κάθε καφενείο διαμόρφωνε στην πλατεία ή στο πλάτωμα ένα χώρο σε σχήμα Π, όπου στην μέση μπαίναν τα όργανα. Μην ξεχνάς ότι τότε δεν υπήρχαν μεγάφωνα και τα τοιαύτα, όποτε γύρω από τα όργανα δεν μπορούσαν να μαζευτούν πάνω από 60-100 άτομα. Έτσι στα μεγάλα πανηγύρια, όπως αυτό του Αγίου Κωνσταντίνου,  παίζαν και τρείς και τέσσερεις ζυγιές ή τακίμια όπως λέγαμε τότε τις ορχήστρες. Οι χορευτές ασημώναν τους μουσικούς όταν χορεύαν και οι υπόλοιποι κερνάγαν τους χορευτές και την παρέα τους. Από τα κεράσματα αυτά βγάζαν τα έσοδα τους τα καφενεία. Το φαγητό των πανηγυριών ήταν συνήθως κατσίκα με πατάτες ή με μακαρόνια”.

Η συζήτηση τελείωσε αργά τη νύχτα. Παρέα είχαμε τη γυναίκα του Βασίλη, που γέμιζε ντολμαδάκια, με ρύζι, μάραθο, μαιντανό και δυόσμο, τους μεζέδες του πανηγυριού της επομένης.

Ανήμερα είμασταν πρώτοι-πρώτοι, στην εκκλησιά, ο καιρός ήταν μια εντυπωσιακή λιακάδα.

Τα τέσσερα κατσίκια ήλθαν τεμαχισμένα σε μερίδες από τους δωρητές, και  τα 70 κιλά κρέας τοποθετήθηκαν στό καζάνι ή χαρανί  και άρχισαν να σιγοβράζουν χωρίς νερό γιατί θα βγάζαν τα δικά τους υγρά.. Αφου περάσαν περί τις δυό ώρες να αναδεύονται με ένα ξύλο απο ασφονδελιά το “συντραλευτήρι”, ήλθε η ώρα να περιχυθούν με ντομάτα, κρεμύδια, σκόρδα και αλοτοπίπερο.

Οταν τελείωσε η δεύτερη βράση,  βγήκαν τα κομμάτια του κρέατος με το ζουμί τους, και στο καζάνι τοποθετήθηκαν τα μακαρόνια, που πρέπει νάναι πάντα, όπως μας είπε ο κυρ Βασίλης, “Στέλλα Νο 6”. Κατόπιν στραγγίχθηκαν και αναμείχθηκαν  με την σάλτσα που είχε ήδη διαχωρισθεί από το κρέας. Κατά τις ένδεκα το φαγητό ήταν έτοιμο.

Εκείνη την ώρα τελείωνε και η λειτουργία. Ο κόσμος είχε από το πρωί γεμίσει το προαύλειο της εκκλησιάς που την είχε στολίσει ο παπα Θεόκλιτος, νέος σε ηλικία, μείγμα ευσεβούς κληρικού, μορφωμένου με βαθειές γνώσεις τέχνης ανθρώπου, παπαροκά  με καλή επαφή με τη νεολαία και κατι τις από  Τσε Γκεβάρα. Ενα μείγμα πραγματικά εκρηκτικό. Ευλογήθηκαν οι άρτοι, έγινε ένα μικρό κήρυγμα πλούσιο σε νοήματα και ακολούθησε το γεύμα.

Το μοίρασμα της μακαρονάδας με τη ζούλα έγινε σε δέκα λεπτά αφού δεκάδες εθελοντές, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, σέρβιραν σε καταιγιστικούς ρυθμούς. Εκείνη τη στιγμή άρχισε να σκοτεινιάζει και φάνηκαν πάνω στο βουνό μαύρα σύννεφα να κατηφορίζουν. Πέσαν κι οι πρώτες σταγόνες βροχής.  Οι προβλέψεις της ΕΜΥ επιβεβαιωνόταν, θάχαμε καταιγίδες μετά το μεσημέρι. Οι πιό αγχωτικοί τα μάζεψαν και  στριμώχθηκαν κάτω από τα υπόστεγα, ενώ οι πιό ψύχραιμοι, συνέχισαν να τρώνε ατάραχα. Γύρω από το τραπέζι του μάγειρα Βασίλη, μιά ομάδα “βετεράνων” πανηγυράδων απολάμβανε τους μεζέδες και σχολίαζε. “Αυτό που συμβαίνει σήμερα δεν είναι τίποτα. Πέρυσι, ο κατσιφόρας  ήταν τόσο πυκνός που δεν έβλεπες το πιάτο σου για να φας”. Η  πανέμορφη αυτή λέξη, που στη Ναξιώτικη διάλεκτο σημαίνει ομίχλη, μου έφερε στο νου μιά θεσπέσια περιγραφή του κατσιφόρα, από τον Μανώλη Γλέζο στο ανεπανάληπτο βιβλίο του, “Η συνείδηση της Πετραίας Γης”.

“ Ο κατσιφόρας χίμηξε, θεριό πολυπλόκαμο, και σκέπασε με τη μαυρίλα του τ’ Απεράθου. Το τύλιξε και το βρόχιασε στη θανατερή του σιωπή. Καταβρόχθισε σχήματα και χρώματα, σπίτια και λούλουδα, δρόμους και καντούνια. Τ’αφάνισε όλα. Τα κατάπιε. Δεν έβλεπες τίποτε πια, ούτε τη μύτη σου”.

Οι ψιχάλες δυνάμωσαν, μα εμείς πού όρεξη να φύγουμε, και μιάς και δεν προσφερόταν ο καιρός για όργανα και μουσικές, πιάσαμε  τη συζήτηση γι αυτά.

Ο Μανώλης Χατζόπουλος, ο γνωστός βιολάτορας της Κωμιακής είχε όρεξη για παλιές ιστορίες. “ Ο καλύτερος μουσικός που βγαλε ποτέ η Νάξος, ήταν απο το χωριό μας, ο Θεοφάνης Παντελιάς.  Γυρνώντας από την Μικρά Ασία που τανε κει σαν στρατιώτης, έφερε όμορφους σκοπούς, αμανεδάκια. Είχε πιαστεί αιχμάλωτος, αλλά οι Τούρκοι δεν τον χαλάσαν γιατί σεβάστηκαν τη μουσική του. Κι  όταν έπαιζε κατόπιν στο σπίτι του, έβγαζε τέτοιες μαγικές μελωδίες που τα πουλιά τού χωριού μαζευόταν στην κρεβατίνα της αυλής του για να τον ακούσουν! Αυτά μας τα έλεγε, ανάμεσα σ’ άλλα πολλά, ο Μιχάλης Κονιτόπουλος, το Μωρό, που ήταν στην ηλικία του και τον γνώριζε και τον θαύμαζε” και συνεχίζοντας τις αφηγήσεις του Κονιτόπουλου, για τον Παντελιά  που δυστυχώς χάθηκε μικρός το 1930, ο Μανώλης Χατζόπουλος συνεχίζει: “ Μωρέ βιολί παίζουμε εμείς; ρώταγε ο Κονιτόπουλος για να δείξει πόσο πιό σπουδαίος απ’ αυτούς ήταν ο Θεοφάνης. Η ναξιώτικη μουσική στηρίχθηκε πάνω στα δικά του ακούσματα”.

Όλες αυτές τις μαρτυρίες ο Μανώλης Χατζόπουλος τις είχε αποκομίσει όταν στη δεκαετία του 1960 είχε συνεργαστεί με τον Μιχάλη Κονιτόπουλο, που απεβίωσε το 1973. Η συζήτηση  για τη Ναξιώτικη  μουσική ανάβει για τα καλά. Παρόντες μουσικοί, στιχουργοί, πανηγυράδες από σημαντικά χωριά της Νάξου, τον Κινύδαρο, το Φιλότι, την Κωμιακή, την Κόρωνο, τ’Απεράθου, συζητούν, συμφωνούν, διαφωνούν και όλοι μαζί προσπαθούμε να βάλουμε μιά τάξη, και βέβαια να επιλύσουμε και κείνο το  ρημάδι, αρχικό μου ερώτημα, γιατί τελικά η νησιώτικη ελληνική  μουσική  να έχει τόσο πολύ ταυτισθεί  με τη μουσική της Νάξου. Δεν μπορώ βέβαια να ισχυρισθώ ότι μια έντονη συζήτηση, που βάστηξε ώρες κάτω από την επίδραση ενός τέτοιου λουκούλιου γεύματος και ενός  τέτοιου εξαίσιου ντόπιου κρασιού θα έβγαζε τίποτε επιστημονικά πορίσματα.   Πιστεύω όμως ότι έθεσε, τουλάχιστον στο μυαλό μου, όταν καστάλαξαν σιγά-σιγά μέσα μου όλες οι συζητήσεις,  κάποια σημαντικά δεδομένα για να ερμηνεύσω τα γεγονότα. Τολμώ να τα καταθέσω.

Η Νάξος ένα νησί με ζωή κυρίως ενδοχώρας, έχει κατοίκους που τους αρέσει πολύ να χορεύουν, να συνθέτουν στιχάκια, να τραγουδούν και να παίζουν μουσική. Για τους Ναξιώτες, λένε, ότι τον χορό τον μαθαίνουν  στην κοιλιά της μάνας τους, ή κατ’ άλλη εκδοχή ότι πρώτα μαθαίνουν να χορεύουν και μετά να περπατούν. Και όταν χορεύουν, χορεύουν δαιμονισμένα και ακατάπαυστα.

Τα τραγούδια που συνθέτουν και τραγουδούν είναι τα λεγόμενα κοτσάκια, ποιήματα που αποτελούνται από δυό  οκτασύλλαβους  στίχους με ομοιοκαταληξία. Ας θυμηθούμε κάποιους γνωστούς:

Άιντε να πάμε ‘κει που λες

που κάνουν τα πουλιά φωλιές.

Να σ’αγαπώ ειντά ‘θελα

φουρτούνες νά ‘χω και μπελά.

Με κοτσάκια φανερώνω

της καρδούλας μου τον πόνο.

Κύριο χαρακτηριστικό των στιχουργών, στιχοπλόκων είναι ότι παρατηρώντας τους ανθρώπους, ή ακούοντας κάποιες ιστορίες ή γεγονότα μπορούν τάχιστα   να συνθέσουν πετυχημένα και εύστοχα κοτσάκια. Η δύναμη της απόλυτης μαεστρίας συμπύκνωσης λόγου. Παλιότερα ήταν φορές  που μιλούσαν μεταξύ τους και χαιρετιόνταν   με κοτσάκια. Εκεί βέβαια που η ευστοχία μετρούσε περισσότερο, ήταν στις παραγγελιές, στους χορούς, όπου το χάρτωμα  στους μουσικούς-τραγουδιστές ήταν ανάλογο του παινετικού στίχου προς τους χορευτές.

Οσον αφορά τη μουσική, στη Ναξο, όπως και στις υπόλοιπες  Κυκλάδες αλλά  και στα περισσότερα νησιά του Αιγαίου (πλην του Βορειά και του Νότου που υπήρχε και η λύρα) , μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα,  τα  κυρίως μουσικά όργανα ήταν οι τσαμπούνες και τα τουμπάκια. Στις τόσες  Παγκυκλαδικές συναντήσεις των πνευστών οργάνων, που παρακολούθησα  τα τελευταία χρόνια,  εμπέδωσα καλά όλες τις σχετικές αναλύσεις – εξού και το σχετικό άρθρο μου “εγκώμιον τσαμπούνας”- αλλα και γνώρισα σπουδαίους  Ναξιώτες τσαμπουνιέρηδες όπως τον Ψαροστέφανο από το Φιλότι …Τα βιολιά και λαγούτα ήλθαν στη Νάξο τέλη του 1880 μέσω Σμύρνης. Με τις ακτές τις Μικράς Ασίας οι Ναξιώτες είχαν σχέσεις ιδιαίτερες γιατί εκεί μετανάστευαν οι μεν γυναίκες να δουλέψουν ως τροφοί, “παραμάνες”, οι δε άντρες εποχιακά,  εργάτες στ’ αμπέλια ή σ’άλλες αγροτικές εργασίες. Ερχόμενοι πίσω στο νησί εφέραν μαζί τους όλους τους σκοπούς που γνώρισαν και αγάπησαν. Μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα, οι Ναξιώτες μουσικοί είναι περιζήτητοι στα πανηγύρια του τόπου τους αλλά και στα γύρω νησιά όπου συχνά-πυκνά τους καλούσαν να παίξουν.

Τομή στην πανελλήνια αναγνώριση του Ναξιώτικου τραγουδιού ήταν, όταν  στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ο  διευθυντής του τμήματος παραδοσιακής μουσικής της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, Σίμων Καρράς, ο σπουδαίος αυτός ερευνητής, προσκαλεί τον Μιχάλη Κονιτόπουλο, Δημήτρη Φυρογένη και κάποια στιγμή και την μικρή τότε Ειρήνη Κονιτοπούλου να τραγουδήσουν στον “Σταθμό”. Από τότε οι εξελίξεις ήσαν ραγδαίες. Στις αρχές του 1960 οι Κονιτοπουλαίοι ηχογραφούν τους πρώτους δίσκους τους, 45 στροφών, ενώ ανατέλλει στο μουσικό στερέωμα το αστέρι της Ειρήνης Κονιτοπούλου που τραγουδά  τις μεγάλες επιτυχίες της, “το Αρμενάκι”, “στον Αρτεμώνα”, “Ελα να πάμε σ ένα μέρος”, “τον Μαουκά”.        “Έχει μιά τέτοια έκταση στη φωνή  της, η Ειρήνη και μιαν αναπνοή, που μπορεί να σε σκάσει να περιμένεις για το πότε θα σταματήσει και εκείνη να συνεχίζει”,  έλεγε χαριτολογώντας για την αδελφή του ο αδελφός της και μεγάλος μουσικός Γιώργος Κονιτόπουλος. Από τότε και επί μισό αιώνα οι μεγάλες μουσικές οικογένειες  της Νάξου (Κονιτόπουλοι, Φυρογένηδες, Χατζόπουλοι, Κουκουλάρηδες, Μπαρδάνηδες, Λιαγούρηδες,  Μπαρμπεράκηδες, Ζευγώληδες, Κορρέδες ) κράτησαν ζωντανό το νησιώτικο τραγούδι, επιβάλλοντας την μουσική τους ηγεμονία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάποιοι σημερινοί απογόνοι τους, δεν έχουν παρασυρθεί από το κυνήγι της εμπορικότητας υποβαθμίζοντας αρκετές φορές το επίπεδο της μουσικής τους.

Τελειώνοντας την διήγηση αυτής της πρόσφατης επίσκεψής μου στη Νάξο, που αποδείχτηκε διπλά οφέλιμη, καθώς η απόλαυση όσων έζησα, δέθηκε με την επίλυση χρόνιων αποριών, αλλά και τη  χαρά γνωριμίας τόσων πραγμάτων, θαταν παράλειψή μου να μην ευχαριστήσω την Κατερίνα Σιδερή, της επιτροπής Πολιτισμού του Δήμου Νάξου, που ήταν ο καθοδηγητής του οδοιπορικού μου,  καθώς και την οικογένεια του κοινοτάρχη του Μιχάλη Μυλωνά  για την ευγενική φιλοξενία στον δημοτικό ξενώνα της Κωμιακής.

Mιά Αθηναϊκή εμπειρία. Το ξενοδοχείο Νovus.

Τον Ιούνιο του 2006, πήρα την οριστική απόφαση να πάρω των ομματιών μου και να ρίξω πέτρα  στις επιχειρηματικές δραστηριότητές μου της Αθήνας – με όποιο κόστος –  γιά  να αφιερωθώ στην Πάρο, στην ανάπτυξη του Lefkes Village και στη συγγραφή των βιβλίων που είχα στον νου μου. Η συγκομιδή αυτής της τετραετίας δεν ήταν και ευκαταφρόνητη. Τρία βιβλία, “Τα Σημάδια του Αιγαίου”, “Πάρος οδοιπορικό στο χρόνο και τον τόπο”, “Αθηναική ταβέρνα” και βέβαια τα συναρπαστικά ταξίδια στα νησιά και στον κόσμο τους, για την ολοκλήρωση του υπό έκδοση βιβλίου “Πανηγύρια στο Αιγαίο”. Θα μπορούσα να ισχυρισθώ χωρίς υπερβολή, ότι πέρασα και περνώ  τις πιό έντονες, αισθαντικές και γήινες φάσεις της ζωής μου. Γεγονός που δεν μπορεί να κρυφθεί άλλωστε, σ’ όσους παρακολουθούν τις περιγραφές  των περιηγήσεών μου, όπως  αυτές αναρτώνται στο διαδίκτυο, μοιράζοντας έτσι την χαρά και τα συναισθηματά μου με όλους τους φίλους του Αρχιπελάγους.

Παρ’ όλη όμως την αφοσίωση, σ’ αυτές τις προτεραιότητες που έδωσαν μιά νέα πνοή και μιά άλλη ποιότητα στην καθημερινότητα μου, κάποια στιγμή αμάρτησα και πισωγύρισα.

Αιτία ήταν το Νοvus και ο Χρήστος Κάκαρης. Φίλος παλιός,  από τις συνεργασίες που είχαμε  παλιότερα στα άλλα ξενοδοχεία του, το Mare Nostrum, το πρώτο κέντρο θαλασσοθεραπείας στην Αττική, το Golden Coast  στο Μαραθώνα, το Aquamarina στο Mάτι και το King Minos Palace στη Κρήτη.

Γιατί τελικά το σπουδαιότερο που απομένει από τις συναναστροφές στη δουλειά είναι κάποιες γνωριμίες και  σχέσεις, που αφού δοκιμασθούν από τις συγκρούσεις συμφερόντων και χαρακτήρων, από τον ανταγωνισμό, από τους έντονους ρυθμούς επιχειρησιακής δράσης, από την αμείλικτη σκληρότητα της πραγματικότητας, αλλά και από  δείγματα συνέπειας, ήθους και επαγγελματισμού, αποδεσμεύονται από τον επαγγελματικό χώρο αυτονομούνται και γίνονται σχέσεις εκτίμησης και φιλίας. Κεφάλαιο ζωής.

Μιά μέρα λοιπόν, αρχές του 2008, με ειδοποιεί ο Κάκαρης ότι κάτι ήθελε να μου δείξει στην πλατεία του Μεταξουργείου, αφήνω πάραυτα  χαρτιά μου, και με τα πόδια πετάγομαι από το σπίτι μου, να δω τι συμβαίνει.

Εκεί οδός Καρόλου 23 μου έδειχνε με καμάρι το νέο του απόκτημα. Ενα παλιό ξενοδοχειο του 70 ογδόντα δωματίων με μιά τεράστια  κατακόρυφη φωτεινή επιγραφή. “Μαραθών” το λέγαν. Μ’ έπιασε η καρδιά μου. Σε κακή κατάσταση, παρατημένο, παλιάς αντίληψης. Μιά ρεσεψιόν μικρή, χαμηλοτάβανη, ίχνος σαλονιών και κοινόχρηστων χώρων. Θύμαμαι σαν τώρα την κουβέντα του. “Ε, Γιώργο τι λές, δεν πρέπει να το σουλουπώσουμε;”

Του υποσχέθηκα ότι θα του έριχνα μιά ματιά και ανεχώρησα. Η κατάσταση ήταν δραματική. Κάτι σαν την σημερινή οικονομία μας. Εκανα κάποιες σκέψεις, το επισκέφθηκα μιά φορά με την ησυχία μου και κατόπιν ξεχάστηκα στα ταξίδια μου.

Ξαναμιλήσαμε μετά από ένα μήνα. Στη συνάντησή μας ήμουν σύντομος και ξεκαθαρος. “Αν δεν γκρεμιζόταν κάποια, (αρκετά θάλεγα) πράγματα, αν δεν άλλαζε όλη η λειτουργία και η διάταξη των κοινοχρήστων χώρων, δεν θα καταφέρναμε τίποτα”. Μόλις άκουσε τα τόσα γκρεμίσματα ο Κάκαρης, όπως και ο κάθε ξενοδόχος, βραχυκύκλωσε και άρχισε να το σκέφτεται. Χαθήκαμε.

Δυό μήνες αργότερα ξανασυναντηθήκανε. Είχε πάρει την απόφαση.

Μέσα σε μιά εβδομάδα είχαμε λύσει σχεδιαστικα το λειτουργικό κομμάτι του ξενοδοχείου, φέρνοντας τα πάνω κάτω, και ξεκινήσαμε   τις  συζητήσεις για το  ύφος και την αισθητική του ξενοδοχείου. Ο Κάκαρης άρχοντας άνθρωπος, κιμπάρης, καλοκάγαθος και σπαθί τύπος, στα μέχρι εκείνη τη στιγμή ξενοδοχεία του, είχε ένα καλόγουστο αλλά συντηρητικό ύφος. Εδώ θα έπρεπε να κάμει μιά μεγάλη υπέρβαση, γιατί τί άλλο θα χρειαζόταν, για να δημιουργήσουμε ένα design hotel.

Η πλατεία του Μεταξουργείου  τα τελευταία χρόνια είχε συγκεντρώσει έναν ικανό αριθμό από ξενοδοχειακές μονάδες όλων των κατηγοριών, όπως το Stanley, το Ιmperial Classical, το Alissia κ.λ.π.

Εμείς θα έπρεπε να διαφοροποιηθούμε.

Σύμμαχο σ’ αυτό το έργο είχα την σύζυγο του Χρήστου, την Ιωάννα Κάκαρη που υπερθεμάτιζε σε κάθε καινοτόμα ιδέα, έψαχνε και έβρισκε τις δικές της, αλλά  είχε  και  την υπομονή να πείθει τον άνδρα της. Ο Χρήστος – όπως άλλωστε και ο καθένας μας – ήθελε τον χρόνο του. Μιά άλλη παράμετρος που βάρυνε καθοριστικά, ήταν το ότι και τα τεσσερα παιδιά του – τα δυό σπουδάζαν την τέχνη της Ξενοδοχίας –   όπου να ναι,  θα κατέφθαναν από το εξωτερικό, και εξ’ αποστάσεως συμμετείχαν και αυτά, ο καθένας με τον τρόπο τους και τις ιδέες τους όταν είδαν κατά που πορευόταν τα πράγματα.

Τα δυό χρόνια που πέρασαν – υπήρχαν  καθυστερήσεις σχετικά με την έκδοση αδειών – ήταν μιά από τις πιό όμορφες συνεργασίες μου. Δεν θυμάμαι μιά φορά να δημιουργηθεί μιά ένταση, μιά σύγκρουση, μιά παρεξήγηση. Η οικογένεια, η αφεντιά μου και ο Κώστας Κατσούνης, ο επιβλέπων μηχανικός της εταιρίας του Χρήστου, οικοδομούσαμε  σιγά-σιγά με αλληλοκατανόηση και σεβασμό, το νέο εγχείρημα.

Οχι που δεν υπήρχαν πολλές διαφωνίες σε πολλά πράγματα – όπως π.χ. στον πολυέλαιο της εισόδου, δανέζικο μοντέρνο φωτιστικό, που ήρεμα και με χρόνο ωρίμανσης σκέψεων περί τον ένα μήνα, τελικά επελέγη, με εξαιρετικό τελικό αποτέλεσμα – αλλά το ζητούμενο ποτέ δεν ήταν ποιά άποψη θα επικρατήσει, αλλά πως θα γίνει το καλύτερο για το ξενοδοχείο και για τη σχέση μας.

Δεν θα σταθώ άλλο στο “πηγαιμό προς την Ιθάκη”, απλώς θα επιμείνω ότι τα ενδιαφέροντα πράγματα γίνονται όχι απαραίτητα με μεγάλους προυπολογισμούς, φανταχτερούς συντελεστές, με απόλυτες απόψεις αλλά με δημιουργικές συνεργασίες και καλή καρδιά.

Τώρα σχετικά  με το ΝΟVUS CITY HOTEL,  έτσι ονομάσθηκε τελικά το ξενοδοχείο, σε γενικές γραμμές η πρόθεση μας ήταν να δώσει χρώμα και μιά φρεσκάδα, μιά χαρούμενη οικειότητα, και όπου το  design δεν θα είναι αυτοσκοπός, αλλά θα εξυπηρετεί μιά χαλαρή, παιγνιδιάρικη και τελικά μια αισιόδοξη παραμονή.

Χρώματα παντού, αντιθέσεις και αρμονίες. Κάθε όροφος τη δικιά του χρωματική παλέτα και τη δική του άποψη.  Παιγνιδίσματα στους διαδρόμους των ορόφων που είναι πάντα οι πιό ανιαροί χώροι των ξενοδοχείων, αλλά  και στα μπάνια των υπνοδωματίων όπου κάποια ανοίγματα προς το φως και το κυρίως δωμάτιο, διεύρυναν τις ορατότητες και αποσκοπούσαν στην ενοποίηση των χώρων.

Αντί της συμβατικής τουαλέτας του υπνοδωματίου ένα μεγάλο γραφείο τριών μέτρων για πολλαπλές χρήσεις.

Καθιστικά αναπαυτικά, σ’όλους τους κοινόχρηστους χώρους, ζωσμένα από χρώματα και έπιπλα υψηλής αισθητικής όπως τα τραπεζάκια της Αλεξάντρας Τσουκαλά.

Ενα συγκρότημα συνεδριακών χώρων,  που λειτουργούν μεμονωμένα αλλά και συνολικά χωρητικότητας 350 ατόμων, χώροι κι αυτοί λουσμένοι στο χρώμα.

Ένα Roofgarden με  ένα Poolbar (υπάρχουν κάποιοι ξενοδοχειακοί όροι που δυσκολεύονται να μεταφραστούν) γεμάτοι εκπλήξεις και μιά μαγευτική θέα στα δειλινά της Αθήνας, στην Ακρόπολη και τον Λυκαβητό.

Δεν θά θελα να πω τίποτα περισσότερα για το ΝΟVUS, www.novushotel.gr που τα εγκαίνια του γίνονται το βραδάκι της Τετάρτης 2 Ιουνίου, παρά το ότι με  την ίδια φροντίδα και μεράκι, οργανώθηκαν όλες οι υπηρεσίες και τα τμήματα του ξενοδοχείου, που είναι έτοιμο να πάρει επάξια τη θέση που του αξίζει στο γαλαξία της Αθηναικής Ξενοδοχίας.

Μόνο που τα πρωινά της Αθήνας, από δω και πέρα θα μου φανούν πιά λιγώτερο δημιουργικά. Ας είναι, υπάρχει πάντα το Αιγαίο.

Η γιορτή της αγκινάρας στη Τήνο

“Στην φρίκη του πολέμου, ο καθείς αντιδρά με τον τρόπο του.”

Ημουν φοιτητής, θυμάμαι στο Παρίσι στα 1977, όταν είχα παθιασθεί με την ζωγραφική και ειδικά με τα κινήματα του Ντανταϊσμού και του Σουρεαλισμού. Φρέσκο-φρέσκο το Μουσείο Pompidou, αυτό το περίεργο για την εποχή του μουσείο διυλυστήριo,  διοργάνωνε συνεχώς εκθέσεις του Marcel Duchamps, του Μarx Ernst και των λοιπών, και γω τις επισκεπτόμουν όλες και χανόμουν στην ανατρεπτική λογική και στην αισθητική τους.

Βέβαια, εκτός της πρωτοποριακής εικαστικής δημιουργίας, αυτό που με είχε συγκλονίσει ήταν το μανιφέστο των Ντανταϊστών που μεσ’ την φρίκη του πολέμου μιλούσαν για την τέχνη, καθώς το κίνημα ήταν και μια διαμαρτυρία ενάντια στη βαρβαρότητα του πολέμου και όσων  οι Ντανταϊστές πίστευαν ότι ασκούσαν μια καταπιεστική διανοητική αγκύλωση, τόσο στην τέχνη όσο και στην καθημερινότητα. Ο Ντανταϊσμός χαρακτηριζόταν από εσκεμμένο παραλογισμό και απόρριψη των κυρίαρχων ιδανικών της τέχνης και της ζωής φυσικά.

Δεν ξέρω γιατί, αυτή η στάση με καθόρισε, και έτσι  πήγαινα πάντα ενάντια σ’ αυτά που θεωρούσα κακώς κείμενα στην εποχή μου.

Την εποχή του 80, όταν όλοι είχαν στήσει την φάμπρικα των εισαγωγών, με την παρέα του Κατοικείν στήνουμε παραγωγές με όλες τις γνωστές συνέπειες. Στα 90 όταν το ιταλικό ντιζαιν θριαμβεύει εμείς παρουσιάζουμε την σειρά παραδοσιακών επίπλων “Αιγαίον”. Λίγο αργότερα, σε πείσμα κάθε τρέχουσας τουριστικής λογικής, πραγματοποιώ ένα όνειρο ζωής, το ξενοδοχείο Lefkes Village, σκαρφαλωμένο στο ορεινό χωριό Λεύκες της Πάρου, μακρυά από τις πολύβουες περιοχές, μιά απόπειρα σύνδεσης της Ξενοδοχίας με τον Πολιτισμό της ενδοχώρας. Στα 1995, ένα πρόγραμμα Τουρισμού-Πολιτισμού  με τον ΣΕΤΕ (τον Σύνδεσμο Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων), που εκπονήσαμε τότε ως μέλη του Διοικητικού του Συμβούλιου, δεν βρίσκει ώριμες συνθήκες υλοποίησης, ενώ αργότερα  στη πρώτη δεκαετία του αιώνα μας, με τα βιβλία μου “Σημάδια του Αιγαίου” και την “Αθηναική ταβέρνα”, προσπαθώ να βρω στέρεα σημεία προσωπικής αναφοράς, στο Αρχιπέλαγος και  στο Αττικό αστικό τοπίο.

Όλη αυτή, η βαρετή εισαγωγή για τους φίλους της αγκινάρας δεν έχει κανένα άλλο λόγο παρά να δικαιολογήσει στον εαυτό μου, τις έσχατες επιλογές μου.  Ο κόσμος  στην Αθήνα να καίγεται και γω να τρέχω στις εσχατιές του Αιγαίου, για τα πανηγύρια, για τις τοπικές γιορτές, τα τοπικά γαστρονομικά φεστιβάλ, τους τοπικούς γαστρονομικούς πολιτισμούς.

Ισως γιατί δεν αντέχω να ζω μέσα στην παράνοια του αυτομαστιγώματος, του λαϊκισμού, της συναλλαγής, της απογοήτευσης, της μιζέριας, της οδύνης για τα καταναλωτικά αγαθά που χάνει ο κόσμος μαζί με το βόλεμά του. Τον πανικό από την κατάρρευση του συστήματος των αξιών του και από την  ενδεχόμενη κατάρρευση των τραπεζών και απώλεια των καταθέσεων του. Αυτά είναι τα σύγχρονα ιδανικά όμως που καταρρέουν, και όχι η Ελλάδα.

Ισως γιατί στα ταξίδια μου αυτά συναντώ ανθρώπους μαχητές, ανθρώπους του μόχθου. Γιατί εκεί συναντώ την Ελλάδα της εργασίας, της δημιουργίας, της μαστοριάς (στο χωριό μου την λεν métier…), του μερακιού. της αλληλεγγύης και της γενναιοδωρίας, της υπομονής και της εγκαρτέρησης.

Το τελευταίο μου ταξίδι αφορούσε την κυκλαδίτικη αγκινάρα. Συνηθισμένος με τις γευστικώτατες αγκινάρες αλά Πολίτα που τρώμε κατά κόρο στα Αθηναικά εστιατόρια αλλά και με  την άγρια αγκινάρα των Λευκών  στην Πάρο, καθαρισμένη από τα χέρια του φίλου μου, του Χρήστου Γεωργούση, μαγειρευμένη με κρεμμυδάκι και τυράκι σε ομελέτα, ποτέ δεν φαντάστηκα τις τόσες εκδοχές μαγειρέματός της, αυτές που συνάντησα τις προάλλες στην Τήνο. Την πατρίδα της.

Γιά όσους δεν το γνωρίζουν, η Τήνος είναι φημισμένη για τις αγκινάρες της, τις καλύτερες των νησιών του Αιγαίου και μ’ αυτές της Κρήτης και της Πελοπονήσου από τις καλύτερες της χώρας μας. Μικρές, σφικτές,  πεντανόστιμες καλλιεργούνται στη κοιλάδα της Κώμης, στο Δήμου του Εξωμβούργου. Τα τελευταία χρόνια γίνονται σοβαρές προσπάθειες, να γίνουν γνωστές στην Ελλάδα και μιά από  αυτές είναι και η γιορτή της αγκινάρας στην Κώμη.

Στις 15 Μαίου καλεσμένος απο την φίλη μου Μάγια Τσόκλη επισκεφθήκαμε την γιά πέμπτη συνεχόμενη χρονιά, διοργάνωση της γιορτής της αγκινάρας. Στη γραφική πλατεία του πανέμορφου χωριού, κάτω από τα μεγάλα πλατάνια, πλήθος κόσμου είχε κουρνιάσει από νωρίς δημιουργώντας παρέες-παρέες. Στην αρχή, ο Δήμαρχος του Εξωμβούργου Παναγιώτης Κροντηράς περιέγραψε  τις προσπάθειες που καταβάλλονται για να γίνει γνωστό το υγιεινότατο αυτό αγροτικό προϊόν της Τήνου και να αναδειχθεί σαν επώνυμο τοπικό προιόν. Με την εκδήλωση αυτή, συνέχισε,  στόχος του Δήμου είναι η πανελλήνια προβολή,  όχι μόνο της αγκινάρας αλλά και  των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της Τήνου, που μαζί με την πλούσια παράδοσή της και τη μοναδική φύση της, μπορεί να διεκδικήσει μια καλή θέση στη Τουριστική αγορά και να ικανοποιήσει ακόμα και τον πιο απαιτητικό επισκέπτη. Στη συνέχεια, τίμησε τους καλλιεργητές επιβραβεύοντας τους αγρότες και τις αγρότισσες που συμμετείχαν εθελοντικά στην προετοιμασία της γιορτής και τέλος προσκάλεσε τους παρόντες  στο φαγοπότι και στο χορό. Την γιορτή της αγκινάρας τίμησαν οι βουλευτές των Κυκλάδων  Ρήγας και Παπαμανώλης καθώς και ο νομάρχης Κυκλάδων Μπάιλας ενώ παρευρέθησαν και πολλοί ντόπιοι και αλλοδαποί επισκέπτες.

Οι μεζέδες ήταν, τουλάχιστον δέκα πέντε, όλοι εκδοχές του μαγειρέματος της αγκινάρας,  γεγονός που μου άνοιξε την όρεξη για περαιτέρω έρευνα.  Την επόμενη μέρα, πήραμε των ομματιών μας, να επισκεφθουμε τα μποστάνια για να ανακαλύψουμε πού στο καλό καλλιεργούνται τόσες αγκινάρες. Στο δρόμο προς την κοιλάδα της Κώμης συναντήσαμε μια αγρότισσα πάνω σ’ένα αγροτικό φορτηγάκι που προθυμοποιήθηκε να μας οδηγήσει, μέσα από κάποιους στενούς χωματόδρομους  στα μποστάνια. Σκαρφάλωσε πρώτη στη καρότσα η βουλευτής Επικρατείας, ξωπίσω της και γώ, και βουρ για τους “αγκιναρώνες”   Εκεί, ανάμεσα στις σειρές των καλαμιών που προστατεύουν περιφερειακά καθε καλλιεργημένο χωράφι από τους δυνατούς βοριάδες, βρίσκονταν ο κρυμμένος θησαυρός. Από την Κυρά Ελένη, με μεγάλη έκπληξη μάθαμε ότι την προηγουμένη, την ημέρα της γιορτής είχαν καταναλωθεί επτά χιλιάδες αγκινάρες, προσφορά των αγροτών και καθαρισμένες όλες από τις γυναίκες που διοργάνωσαν την γιορτή. Η έκπληξή μας μεγάλωνε καθώς μάθαμε ότι ο κάμπος της Κώμης παράγει εξακόσιες  χιλιάδες  αγκινάρες ετησίως, με το μεγαλύτερο μέρος να απορροφιέται από την αγορά της Αθήνας.  Η  Ελένη Ρουγκέρη, η οδηγός μας, αγρότισσα αλλά και βιοτέχνης, είναι ιδιοκτήτρια εδώ και δέκα χρόνια ενός νοικοκυρεμένου μικρού εργαστηρίου παρασκευής γλυκών και τοπικών προιόντων.

Το επισκεφθήκαμε. Στην στεγασμένη αυλή μιά γυναικοπαρέα καθάριζοντας  κάπαρη σχολίαζε τα παραλειπόμενα της γιορτής. “Είχε κόσμο, είχε κέφι. Παρ’ όλη τη κρίση καλά  τα πήγαμε. Ο Θεός να μας έχει καλά”.  Στο εκθετήριο των συσκευασμένων προϊόντων χάσαμε τα μυαλά μας από το πλήθος των “κωδικών”. Δεκάδες μπουκαλάκια με λικέρ, μαρμελάδες, γλυκά κουταλιού, τουρσιά.

Προτιμήσαμε τις αγκινάρες τουρσί, τις λιαστές ντομάτες, την κάπαρη και τα καπαρόφυλλα, το κρίταμο και κάτι περίεργες σάλτσες και πατέ.

Εδώ μάθαμε ότι υπάρχουν αρκετες βιοτεχνίες που αξιοποιούν τους καρπούς της Τηνιακής γης και συμμετέχοντας σε διαγωνισμούς και σε εκθέσεις έχουν πολλές φορές αποσπάσει βραβεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Αργότερα, σε μιά σύντομη συνάντηση με τον Δήμαρχο Παναγιώτη Κροντηρά πήραμε  πρόθυμα τις απαραίτητες πληροφορίες για την συνέχιση της έρευνάς μας.

Φυτό της οικογένειας των γαϊδουράγκαθων Cynara scolymus, από το οποίο χρησιμοποιούμε για φαγητό όχι τον καρπό, όπως πολλοί πιστεύουν (το ίδιο συμβαίνει και με την κάπαρη), αλλά τα κλειστά μπουμπούκια και κυρίως τις βάσεις των ματιών και του πρώιμου λουλουδιού.

Η αγκινάρα φαίνεται ότι κατάγεται κυρίως από την Ανατολική Μεσόγειο, την Νότια Ευρώπη και την Β. Αφρική με επίκεντρο την σημερινή Αλγερία. Οι Ρωμαίοι την καλλιεργούσαν και την θεωρούσαν εξαιρετικό φαγητό και είχε την πιο ψιλή τιμή από όλα τα λαχανικά. Οι πλούσιοι έτρωγαν αγκινάρες όλο τον χρόνο, νωπές και διατηρημένες σε ξύδι και κρασί μαζί με κύμινο.

Παρ’ ότι κατά τον 16ο αιώνα μετάφερθηκε στην Αμερική, η καλλιέργεια της αγκινάρας εξακολουθεί να παραμένει σε χώρες της Μεσογειακής λεκάνης όπου παράγεται το 93% της Παγκόσμιας παραγωγής, με την Ιταλία να κατέχει το 43%, την Ισπανία το 12% (απ’ όπου εισαγουμε σήμερα στην Ελλάδα) και 2% στη χώρα μας.

Η αγκινάρα λοιπόν καλλιεργείται κυρίως για τις ανθοκεφαλές της που καταναλίσκονται νωπές ή μαγειρεμένες, αλλά και τα φύλλα της, που  αποτελούν μια θαυμάσια ζωοτροφή ιδίως για τα ζώα που βρίσκονται σε γαλακτοπαραγωγή. Θεωρείται σαν ανθρώπινη τροφή ιδιαιτέρως θρεπτική γιατί είναι πλούσια σε βιταμίνες A, B, C, ασβέστιο, φώσφορο και φαίνεται ότι λειτουργεί κατά  της αρτηριοσκλήρυνσης, της χοληστερίνης και της ανεπάρκειας συκωτιού.

Η ολοκλήρωση της μελέτης μας θα κατέληγε, πού αλλού, παρά στη Τηνιακή κουζίνα και στην επαλήθευση ότι πράγματι η αγκινάρα μαγειρεύεται με “χίλιους δυό τρόπους” όπως ισχυρίζεται και η σχετική διαφήμιση. Παράλληλα, εκτός των παραδοσιακών συνταγών της αγκινάρας μάθαμε ότι οι νέοι εστιάτορες του νησιού προσπαθούν να τις χρησιμοποιήσουν  δημιουργώντας  και πιο ανανεωμένες προτάσεις. Τα σπουδαιότερα Τηνιακά πιάτα με αγκινάρες που δοκιμάσαμε ήταν:

Ομελέτα με αγκινάρες, ντόπιες πατάτες (που δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν απο τις Ναξιώτικες) και λαρδί, Παστίτσιο με αγκινάρες,  Αγκινάρες γεμιστές με κυμά, Σφουγκάτο με αγκινάρες, πράσσο, τριμμένο καρότο, μανούρι (ένα εξαιρετικό πιάτο στο “κουτούκι της Ελένης” στη Χώρα της Τήνου), Αγκινάρες στην άλμη, στο ξύδι ή στο λάδι, Αγκινάρες Πανέ.

Μας ενημέρωσαν ότι επίσης ευρέως μαγειρεύονται και:

Αγκινάρες Ογκρατέν, Αγκινάρες με αρακά, Αγκινάρες με γαρίδες, Αγκιναράκια και Μανιτάρια μαρινάτα, Αγκινάρες και Κουκιά, , Αγκινάρες Κουρκούτι, Αγκινάρες με Σκορδαλιά, Κατσικάκι με Αγκινάρες και Γιαούρτι, Αγκινάρες με Σκόρδο, Αγκινάρες τηγανιτές, Σαλάτα με Αγκινάρες, Κατσίκι με Αγκινάρες, Πατατοσαλάτα με αγκινάρες και σπαράγγια, Αρνάκι με αγκινάρες αυγολέμονο, Αγκιναρόρυζο, Πενάκια με Αγκινάρες, Αγκινάρες σαλάτα με μαρούλι, Αγκινάρες γεμιστές με αχινό και κρέμα φάβας, Χταπόδι με Αγκινάρες, και τέλος Σολωμός με Αγκινάρες

Από όλες τις συνταγές, πιό διαδεδομένη ήταν η αγκιναρόπιτα που σερβίρεται σε αρκετά εστιατόρια του νησιού. Η συνταγή περιλαμβάνει στη βάση μια σειρά από λεπτές φέτες ψωμί, από πάνω στρώσεις εναλλακτικά από αγκινάρες και τυρί ντόπιο τριμένο και ανακατεμένο με κρεμμυδάκι θυμάρι, πιπέρι, αλάτι και τέλος μιά στρώση μπεσαμέλ.

Το ταξίδι στη Τήνο τελείωσε με δυό επισκέψεις,  που μας δημιούργησαν μας ιδιαίτερη έκπληξη και ικανοποίηση, γιατί αφορούσαν δράσεις νέων ανθρώπων.  Η πρώτη ήταν η παρουσίαση του εξαίρετου βιβλίου της Μαρίας Βιδάλη “ Γη και Χωριό. Τα εξωκκλήσια της Τήνου” που έγινε στο Δημαρχείο, άλλη μια αξιέπαινη πρωτοβουλία του δραστήριου Δημάρχου του Εξωμβούργου. Στο βιβλίο αυτό η νεαρή Τηνιακή αρχιτέκτων καταγράφει τα επτακόσια πενήντα ξωκκλήσια του νησιού, κάνοντας μιά συνδυαστική προσέγγιση του ρόλου τους, από αρχιτεκτονικής, συμβολικής, λατρευτικής, λειτουργικής και τοπογραφικής σκοπιάς.

Η δεύτερη έκπληξη ήταν η επίσκεψή μας στο “Θαλασσάκι”, ένα ταβερνάκι στη γραφική παραλία των Υστερνίων.  Νέοι, κι εδώ, οι ιδιοκτήτες του, ο Αρης και η Αντωνία, προμηθεύονται όλες τις πρώτες τους ύλες  από ντόπιους παραγωγούς και έφτιαξαν, χάρη στις ευφάνταστες δημιουργίες τους, το καλύτερο γαστρονομικό στέκι του νησιού, γεγονός που θα απαιτήσει ένα ειδικό αφιέρωμα όχι μόνο για τη δουλειά τους αλλά και για τις υποδειγματικές σχέσεις συνεργασίας που έχουν και με τους  δυό παρακείμενους ταβερνιάρηδες.

Γεμάτος μέχρι τα μπούνια από ενέργεια και ομορφιά, που μου χάρισαν τόσο το Τηνιακό ανεπανάληπτο τοπίο, όσο και οι δραστήριοι και κυρίως αισιόδοξοι άνθρωποι που γνώρισα εκεί, πήρα τα μπογαλάκια μου για να επιστρέψω έστω προσωρινά στο Κολαστήριο της Αθήνας.


Μαΐου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

cover4.gif

paros-cover.gif