Mιά Αθηναϊκή εμπειρία. Το ξενοδοχείο Νovus.

Τον Ιούνιο του 2006, πήρα την οριστική απόφαση να πάρω των ομματιών μου και να ρίξω πέτρα  στις επιχειρηματικές δραστηριότητές μου της Αθήνας – με όποιο κόστος –  γιά  να αφιερωθώ στην Πάρο, στην ανάπτυξη του Lefkes Village και στη συγγραφή των βιβλίων που είχα στον νου μου. Η συγκομιδή αυτής της τετραετίας δεν ήταν και ευκαταφρόνητη. Τρία βιβλία, “Τα Σημάδια του Αιγαίου”, “Πάρος οδοιπορικό στο χρόνο και τον τόπο”, “Αθηναική ταβέρνα” και βέβαια τα συναρπαστικά ταξίδια στα νησιά και στον κόσμο τους, για την ολοκλήρωση του υπό έκδοση βιβλίου “Πανηγύρια στο Αιγαίο”. Θα μπορούσα να ισχυρισθώ χωρίς υπερβολή, ότι πέρασα και περνώ  τις πιό έντονες, αισθαντικές και γήινες φάσεις της ζωής μου. Γεγονός που δεν μπορεί να κρυφθεί άλλωστε, σ’ όσους παρακολουθούν τις περιγραφές  των περιηγήσεών μου, όπως  αυτές αναρτώνται στο διαδίκτυο, μοιράζοντας έτσι την χαρά και τα συναισθηματά μου με όλους τους φίλους του Αρχιπελάγους.

Παρ’ όλη όμως την αφοσίωση, σ’ αυτές τις προτεραιότητες που έδωσαν μιά νέα πνοή και μιά άλλη ποιότητα στην καθημερινότητα μου, κάποια στιγμή αμάρτησα και πισωγύρισα.

Αιτία ήταν το Νοvus και ο Χρήστος Κάκαρης. Φίλος παλιός,  από τις συνεργασίες που είχαμε  παλιότερα στα άλλα ξενοδοχεία του, το Mare Nostrum, το πρώτο κέντρο θαλασσοθεραπείας στην Αττική, το Golden Coast  στο Μαραθώνα, το Aquamarina στο Mάτι και το King Minos Palace στη Κρήτη.

Γιατί τελικά το σπουδαιότερο που απομένει από τις συναναστροφές στη δουλειά είναι κάποιες γνωριμίες και  σχέσεις, που αφού δοκιμασθούν από τις συγκρούσεις συμφερόντων και χαρακτήρων, από τον ανταγωνισμό, από τους έντονους ρυθμούς επιχειρησιακής δράσης, από την αμείλικτη σκληρότητα της πραγματικότητας, αλλά και από  δείγματα συνέπειας, ήθους και επαγγελματισμού, αποδεσμεύονται από τον επαγγελματικό χώρο αυτονομούνται και γίνονται σχέσεις εκτίμησης και φιλίας. Κεφάλαιο ζωής.

Μιά μέρα λοιπόν, αρχές του 2008, με ειδοποιεί ο Κάκαρης ότι κάτι ήθελε να μου δείξει στην πλατεία του Μεταξουργείου, αφήνω πάραυτα  χαρτιά μου, και με τα πόδια πετάγομαι από το σπίτι μου, να δω τι συμβαίνει.

Εκεί οδός Καρόλου 23 μου έδειχνε με καμάρι το νέο του απόκτημα. Ενα παλιό ξενοδοχειο του 70 ογδόντα δωματίων με μιά τεράστια  κατακόρυφη φωτεινή επιγραφή. “Μαραθών” το λέγαν. Μ’ έπιασε η καρδιά μου. Σε κακή κατάσταση, παρατημένο, παλιάς αντίληψης. Μιά ρεσεψιόν μικρή, χαμηλοτάβανη, ίχνος σαλονιών και κοινόχρηστων χώρων. Θύμαμαι σαν τώρα την κουβέντα του. “Ε, Γιώργο τι λές, δεν πρέπει να το σουλουπώσουμε;”

Του υποσχέθηκα ότι θα του έριχνα μιά ματιά και ανεχώρησα. Η κατάσταση ήταν δραματική. Κάτι σαν την σημερινή οικονομία μας. Εκανα κάποιες σκέψεις, το επισκέφθηκα μιά φορά με την ησυχία μου και κατόπιν ξεχάστηκα στα ταξίδια μου.

Ξαναμιλήσαμε μετά από ένα μήνα. Στη συνάντησή μας ήμουν σύντομος και ξεκαθαρος. “Αν δεν γκρεμιζόταν κάποια, (αρκετά θάλεγα) πράγματα, αν δεν άλλαζε όλη η λειτουργία και η διάταξη των κοινοχρήστων χώρων, δεν θα καταφέρναμε τίποτα”. Μόλις άκουσε τα τόσα γκρεμίσματα ο Κάκαρης, όπως και ο κάθε ξενοδόχος, βραχυκύκλωσε και άρχισε να το σκέφτεται. Χαθήκαμε.

Δυό μήνες αργότερα ξανασυναντηθήκανε. Είχε πάρει την απόφαση.

Μέσα σε μιά εβδομάδα είχαμε λύσει σχεδιαστικα το λειτουργικό κομμάτι του ξενοδοχείου, φέρνοντας τα πάνω κάτω, και ξεκινήσαμε   τις  συζητήσεις για το  ύφος και την αισθητική του ξενοδοχείου. Ο Κάκαρης άρχοντας άνθρωπος, κιμπάρης, καλοκάγαθος και σπαθί τύπος, στα μέχρι εκείνη τη στιγμή ξενοδοχεία του, είχε ένα καλόγουστο αλλά συντηρητικό ύφος. Εδώ θα έπρεπε να κάμει μιά μεγάλη υπέρβαση, γιατί τί άλλο θα χρειαζόταν, για να δημιουργήσουμε ένα design hotel.

Η πλατεία του Μεταξουργείου  τα τελευταία χρόνια είχε συγκεντρώσει έναν ικανό αριθμό από ξενοδοχειακές μονάδες όλων των κατηγοριών, όπως το Stanley, το Ιmperial Classical, το Alissia κ.λ.π.

Εμείς θα έπρεπε να διαφοροποιηθούμε.

Σύμμαχο σ’ αυτό το έργο είχα την σύζυγο του Χρήστου, την Ιωάννα Κάκαρη που υπερθεμάτιζε σε κάθε καινοτόμα ιδέα, έψαχνε και έβρισκε τις δικές της, αλλά  είχε  και  την υπομονή να πείθει τον άνδρα της. Ο Χρήστος – όπως άλλωστε και ο καθένας μας – ήθελε τον χρόνο του. Μιά άλλη παράμετρος που βάρυνε καθοριστικά, ήταν το ότι και τα τεσσερα παιδιά του – τα δυό σπουδάζαν την τέχνη της Ξενοδοχίας –   όπου να ναι,  θα κατέφθαναν από το εξωτερικό, και εξ’ αποστάσεως συμμετείχαν και αυτά, ο καθένας με τον τρόπο τους και τις ιδέες τους όταν είδαν κατά που πορευόταν τα πράγματα.

Τα δυό χρόνια που πέρασαν – υπήρχαν  καθυστερήσεις σχετικά με την έκδοση αδειών – ήταν μιά από τις πιό όμορφες συνεργασίες μου. Δεν θυμάμαι μιά φορά να δημιουργηθεί μιά ένταση, μιά σύγκρουση, μιά παρεξήγηση. Η οικογένεια, η αφεντιά μου και ο Κώστας Κατσούνης, ο επιβλέπων μηχανικός της εταιρίας του Χρήστου, οικοδομούσαμε  σιγά-σιγά με αλληλοκατανόηση και σεβασμό, το νέο εγχείρημα.

Οχι που δεν υπήρχαν πολλές διαφωνίες σε πολλά πράγματα – όπως π.χ. στον πολυέλαιο της εισόδου, δανέζικο μοντέρνο φωτιστικό, που ήρεμα και με χρόνο ωρίμανσης σκέψεων περί τον ένα μήνα, τελικά επελέγη, με εξαιρετικό τελικό αποτέλεσμα – αλλά το ζητούμενο ποτέ δεν ήταν ποιά άποψη θα επικρατήσει, αλλά πως θα γίνει το καλύτερο για το ξενοδοχείο και για τη σχέση μας.

Δεν θα σταθώ άλλο στο “πηγαιμό προς την Ιθάκη”, απλώς θα επιμείνω ότι τα ενδιαφέροντα πράγματα γίνονται όχι απαραίτητα με μεγάλους προυπολογισμούς, φανταχτερούς συντελεστές, με απόλυτες απόψεις αλλά με δημιουργικές συνεργασίες και καλή καρδιά.

Τώρα σχετικά  με το ΝΟVUS CITY HOTEL,  έτσι ονομάσθηκε τελικά το ξενοδοχείο, σε γενικές γραμμές η πρόθεση μας ήταν να δώσει χρώμα και μιά φρεσκάδα, μιά χαρούμενη οικειότητα, και όπου το  design δεν θα είναι αυτοσκοπός, αλλά θα εξυπηρετεί μιά χαλαρή, παιγνιδιάρικη και τελικά μια αισιόδοξη παραμονή.

Χρώματα παντού, αντιθέσεις και αρμονίες. Κάθε όροφος τη δικιά του χρωματική παλέτα και τη δική του άποψη.  Παιγνιδίσματα στους διαδρόμους των ορόφων που είναι πάντα οι πιό ανιαροί χώροι των ξενοδοχείων, αλλά  και στα μπάνια των υπνοδωματίων όπου κάποια ανοίγματα προς το φως και το κυρίως δωμάτιο, διεύρυναν τις ορατότητες και αποσκοπούσαν στην ενοποίηση των χώρων.

Αντί της συμβατικής τουαλέτας του υπνοδωματίου ένα μεγάλο γραφείο τριών μέτρων για πολλαπλές χρήσεις.

Καθιστικά αναπαυτικά, σ’όλους τους κοινόχρηστους χώρους, ζωσμένα από χρώματα και έπιπλα υψηλής αισθητικής όπως τα τραπεζάκια της Αλεξάντρας Τσουκαλά.

Ενα συγκρότημα συνεδριακών χώρων,  που λειτουργούν μεμονωμένα αλλά και συνολικά χωρητικότητας 350 ατόμων, χώροι κι αυτοί λουσμένοι στο χρώμα.

Ένα Roofgarden με  ένα Poolbar (υπάρχουν κάποιοι ξενοδοχειακοί όροι που δυσκολεύονται να μεταφραστούν) γεμάτοι εκπλήξεις και μιά μαγευτική θέα στα δειλινά της Αθήνας, στην Ακρόπολη και τον Λυκαβητό.

Δεν θά θελα να πω τίποτα περισσότερα για το ΝΟVUS, www.novushotel.gr που τα εγκαίνια του γίνονται το βραδάκι της Τετάρτης 2 Ιουνίου, παρά το ότι με  την ίδια φροντίδα και μεράκι, οργανώθηκαν όλες οι υπηρεσίες και τα τμήματα του ξενοδοχείου, που είναι έτοιμο να πάρει επάξια τη θέση που του αξίζει στο γαλαξία της Αθηναικής Ξενοδοχίας.

Μόνο που τα πρωινά της Αθήνας, από δω και πέρα θα μου φανούν πιά λιγώτερο δημιουργικά. Ας είναι, υπάρχει πάντα το Αιγαίο.

Advertisements

1 Response to “Mιά Αθηναϊκή εμπειρία. Το ξενοδοχείο Νovus.”


  1. 1 Μαιρίνα Σωτήρης Ιουνίου 1, 2010 στο 8:40 μμ

    Καλά είναι super !!!!!
    Μπράβο ρε Πιττούλη τι ωραίο designato κτίριο καμμία σχέση με τα «άλλα» σημάδια σου!!


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Μαΐου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ.   Ιον. »
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

cover4.gif

paros-cover.gif