Αρχείο για Ιουνίου 2010

Περί γαστρονομίας στοχασμοί και άλλες ιστορίες

Στο πρόσφατο  ερευνητικό ταξίδι  μου για τα πανηγύρια του Αιγαίου συμπορεύτηκα με τον Δημήτρη Ρουσουνέλο από τη Μύκονο. Ηταν μιά συγκλονιστική εμπειρία, σ’ ένα ακατοίκητο νησί καταμεσής στο πέλαγος. Η αγριάδα του τοπίου, η δυσκολία πρόσβασης, το ξωκκλήσι φωλιασμένο μέσα σε σπηλιά, οι  ολίγοι μυημένοι πανηγυράδες που ξεκινούσαν από τα γύρω νησιά για να το επισκεφθούν, η μυσταγωγία της Αγίας Λειτουργίας,  η ποικιλία των εδεσμάτων που φέραν μαζί τους οι προσκυνητές αλλά και το γερό φαγοπότι δημιούργησαν ένα μοναδικό σκηνικό. Ηταν τόσο έντονη και συγκινητική η ατμόσφαιρα,   που μετά από τριάντα χρόνια, εγώ, ο αμαρτωλός κοινώνησα.

“Μα δεν έχω νηστέψει, ούτε έχω ζητήσει συγχώρεση από αυτούς που ταλαιπωρώ” προφασίσθηκα στον Μπαμπέλη τον ξακουστό τσαμπουνιέρη των Κυκλάδων. “Πέρασες θάλασσα κι η θάλασσα ξέπλυνε όλες τις αμαρτίες. Έλα να κοινωνήσεις μαζί μας”. Όπερ και εγένετο. Ήταν αυτή η ίδια κουβέντα -όπως μου είπε αργότερα ο Δημήτρης, που είχε πει προ πενταετίας ο παπα-Ευλόγιος κι ήταν η αφορμή να κοινωνήσει κι εκείνος ύστερα από 35 ολόκληρα χρόνια, σ’ ένα έρημο νησί στη μέση του Αρχιπελάγους, «ενώπιος ενωπίω ο καθένας με την αλήθεια του και τις …ξεπλυμένες του αμαρτίες».

Οι μεζέδες που απολαύσαμε ήταν απίστευτοι. Από τα συμβατικά παραδοσιακά φαγητά των πανηγυριών, την αίγα την βραστή, σκέτο λουκούμι, τις πίτες, τους κεφτέδες, τις σαλάτες περάσαμε στα μυκονιάτα τοπικά προιόντα, την λούζα, τα λουκάνικα, την κοπανιστή, την τυροβολιά και κατόπιν στις ειδικές συνταγές που με περίσσια φροντίδα προετοίμασαν οι πανηγυράδες ή οι γυναίκες τους, οι οποίες σημειωτέον δεν προσέρχονται στο πανηγύρι.

Στην κατηγορία αυτή συμπεριελήφθησαν τα ορτυκοπόδαρα ομελέτα, αγριοκούνελο κρασάτο, η σμέρνα του Μπαμπέλη κομμένη σε μουρέλα (=ροδέλες) ψημένη στα κάρβουνα και άλλα πολλά. Τέλος στην κατηγορία των delicatessen, διάφορα ψάρια ωμά, μαριναρισμένα, η ελληνική εκδοχή του σούσι, και το αυγοτάραχο του λούτσου, ροδισμένο σε βούτυρο πάνω σε φύλλα φασκόμηλου, η ανεπανάληπτη αυτή συνταγή του Δημήτρη. Απ’ όλα είχε ο μπαχτσές.

Το γλέντι  που ακολούθησε, δεν μας εμπόδισε, παράλληλα με τους  διάφορους σχολιασμούς, να προβληματισθούμε για το πως θα μπορούσαμε να δημοσιεύσουμε την πανηγυρική μας εμπειρία χωρίς να μαρτυρήσουμε την ευλαβική και μυσταγωγική τελετουργία σε (ανεπιθύμητα μεγάλο) πλήθος επισκεπτών. Το θέμα θα επελύετο τηλεφωνικώς αφού θα είχε προηγηθεί μιά πιό ώριμη και νηφάλια σκέψη.

Οι μέρες πέρασαν και η τηλεφωνική επικοινωνία με τον Δημήτρη γιά μιά εβδομάδα ήταν αδύνατη. Δεν απαντούσε. Ανησύχησα.

Ωσπου, μόλις προχθές μπήκα στο blog του www.karvouna.wordpress.com και κατάλαβα. Όλον αυτό τον καιρό έγραφε το εξαιρετικό κείμενο που παρουσίασε, στην συνάντηση της Σαντορίνης με θέμα “Από το φάβα της γριάς, στη φάβα παγωτο”.  Με αφορμή την εκδήλωση αυτή που διοργάνωσε  ο αεικίνητος Κώστας Κωσταντινίδης του Ηλιοτόπου και ο ακούραστος και χαλκέντερος Γιώργος Χατζηγιαννάκης του εστιατορίου Σελήνη, ο Δημήτρης κατέθεσε όσο πιό μεστά, ξεκάθαρα – αποκαλυπτικά θα έλεγα – την θέση του για την ελληνική γαστρονονομία. Ενα κείμενο γεμάτο συγκίνηση απο τις αναμνήσεις του απο τις μαγειρικές της  μάνας του που μόλις πρόσφατα έχασε, γεμάτο περίσκεψη για την αξιοποίηση  των τοπικών προιόντων και αγωνία για το μέλλον και την εξέλιξη των τοπικών γαστρονομιών. Ηταν ένα συγκλονιστικό κείμενο. Υποκλίθηκα.

Τις απόψεις του τις γνώριζα καθώς τις άκουγα πυκνά-συχνά, ειδικά  όταν πεταγόμουν από τη Πάρο στη Μύκονο για ένα πρωινό με μυκονιάτικα λουκάνικα και κοπανιστή στου Μπακόγια, στο Γιαλό και τις ενστερνιζόμουνα απολύτως. Η ποικιλότητα της φύσης αντιστοιχεί και στην αντίστοιχη ποικιλότητα των γαστρονομικών πολιτισμών. Χαιρόμουν να τον βλέπω, να μιλάμε για όλα αυτά, να επικοινωνώ με μιά αδελφή ψυχή. Θυμάμαι την χαρά μου όταν του μετέφερα της τελευταίες ταξιδιωτικές μου εμπειρίες και αυτός τις τελευταίες του μαγειρικές.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά την τελευταία μας συζήτηση, και την διαπίστωση οτι ακόμα κι αυτές οι τοπικές κουζίνες δεν είναι ομοιογενείς, γιατί κι αυτές εξαρτώνται από τα τοπικά προιόντα, όπως στο τελευταίο ταξίδι μου  στην Νάξο όπου ανεκάλυψα δυό χωριά σε απόσταση  μόλις τριών χιλιομέτρων να έχουν τελείως διαφορετική κουζίνα. Το πεδίνο χωριό να στηρίζεται στο μοσχάρι και το βούτυρο και το ορεινό στο λάδι και το κατσίκι.

Με αφορμή αυτές τις σκέψεις καταθέτω κι εγώ την τελευταία παρέμβαση μου στο συνέδριο “Τουρισμός πολιτισμός, μιά νέα προσέγγιση” που διοργάνωσαν από κοινού οι βουλευτές Μ. Τσόκλη  προεδρος του ΚΤΕ Τουρισμού και η Π.Ζούνη  του ΚΤΕ Πολιτισμού, πριν ένα μήνα στην Ελληνική Βουλή.

Θέμα της ομιλίας μου, πιό άλλο, ο γαστρονομικος τουρισμός που θα στηριχθεί στο τρίπτυχο “τόποι – προιόντα – γαστρονομικοί πολιτισμοί”. Το κείμενο αυτό δεν έχει την ποιητική δύναμη του Δημήτρη. Είναι πιό τεχνοκρατικό και διαχειριστικό, πιστεύω όμως βάζει κι αυτό το πετραδάκι του στον γενικό προβληματισμό.

Κυρίες και κύριοι

Το θέμα που θα παρουσιάσω δεν αφορά στη διαχείρηση ή ανάδειξη κάποιων μεγάλων πολιτιστικών αγαθών, ή την αξιοποίηση κάποιων εξαιρετικών μνημείων της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Θα ασχοληθούμε, με κάτι πολύ πιο ταπεινό, με την ελληνική γαστρονομία που όμως έχει  τις δυνατότητες να αποτελέσει έναν από τους πιό καθοριστικούς  και αντιπροσωπευτικούς πρεσβευτές του τουρισμού μας, ασκώντας στην χώρα μας και το εξωτερικό την “διπλωματία της γαστρονομίας”.

Τη γαστρονομία, που τα τελευταία χρόνια είναι αλήθεια βρίσκεται  σε μία άνθηση, μιάς και δεκάδες έντυπα και δημοσιογράφοι  ασχολούνται μαζί της. Η προσέγγισή μας όμως δεν θα γίνει με όρους  life style, όρους πρόσκαιρων μοδών και τάσεων, ούτε με όρους marketing αλλά με μιά ευρύτερη αντιμετώπιση, προσδοκώντας την   ολιστική διαχείριση της.

Θα επιχειρηθεί η σύνδεση της γαστρονομίας με την πρωτογενή παραγωγή κάθε τόπου, με τις καλλιέργιές του, με τα χαρακτηριστικά τοπικά προιόντα, την τοπική κουζίνα, την οινοποιία, τα ήθη, τα έθιμα, τις παραγωγικές και τις τελετουργικες διαδικασίες, δηλαδή τον γαστρονομικό πολιτισμό κάθε τόπου και φυσικά  θα αποπειραθεί η διασύνδεσή  της με τον τουρισμό.

Ο παγκόσμιος τουρισμός τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζεται από δυό κυρίαρχες τάσεις. Η μία, είναι η τάση συγκέντρωσης του οργανωμένου τουρισμού σε όλο και λιγώτερες εταιρείες που αναπτύσονται στη βάση του χαμηλώτερου κόστους διακοπών, και απ’ την άλλη, στην ανάπτυξη των χρηστών του διαδικτύου που εντοπίζουν μόνοι τους τον επιθυμητό τους προορισμό. H χρήση του διαδικτύου γιά την εξευρεση του τουριστικού προορισμού ξεκίνησε δειλά-δειλά πριν είκοσι  χρόνια και σήμερα καταλαμβάνει το 25% της παγκοσμίου αγοράς , μιά τάση που χρόνο με τον χρόνο,  αυξάνεται γιατί νέες κοινωνικές ομάδες, μεσαίων εισοδημάτων και υψηλού μορφωτικού επιπέδου,  θέλουν να γνωρίσουν τις λεπτομέρειες πίσω από τις φευγαλέες εικόνες. Οι  ψαγμένοι αυτοί περιηγητές, έχουν αρκετά χρήματα, αλλά παράλληλα έχουν ευαισθησίες σχετικά με το περιβάλλον, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τους τοπικούς πολιτισμούς και την πολυπολιτισμικότητα. Τους Bobos,  (σύντμηση του bourgeois-boheme) όπως ονομάστηκαν, τους γοητεύουν οι πολιτιστικές κληρονομιές, οι τοπικές γαστρονομίες, η συναναστροφή με τους ανθρώπους της χώρας που επισκέπτονται, και απεχθάνονται τον εγκλεισμό τους στα άσυλα των all inclussive ξενοδοχείων.

Με βάση τα νέα  δεδομένα της παγκοσμιοποίησης του τουρισμού, είναι προφανές ότι κάθε τόπος για να επιβιώσει τουριστικά θα

πρέπει να κάνει ότι είναι δυνατόν προκειμένου να διαφοροποιηθεί και να προβάλλει τη δική του μοναδική ταυτότητα. Μια ταυτότητα που θα πρέπει να εστιασθεί σ’ αυτό που θα αναδεικνύει την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του συγκεκριμένου τόπου.

H τοπική γαστρονομία  κάθε τόπου, δεν αποτελεί μόνον μια έκφραση γευστικής ταυτότητας, μια παράμετρο της πολιτιστικής κληρονομιάς, μιά ευκαιρία ανάπτυξης του πρωτογενούς τομέα με προιόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, αλλά θα μπορούσε να αποτελέσει ένα σαφέστατο συγκριτικό πλεονέκτημα και μια σημαντική πηγή πόρων για τον τουρισμό και για την τοπική  οικονομία του γενικώτερα.

Μην μας διαφεύγει ότι η γαστρονομία, ακόμη και αν δεν είναι το πρώτο κριτήριο επιλογής των επισκεπτών της χώρας μας, είναι από  τα πρώτα κριτήρια αξιολόγησης όμως όταν φεύγουν. Δεν υπάρχει ένας επισκέπτης, ο οποίος θα έρθει στην Ελλάδα, που δεν θα φάει και δε θα πιεί. Είτε έρθουν μισή μέρα, είτε έρθουν δέκα μέρες, εννοείται, θα έχουν μία εμπειρία. Ο στόχος μας  θα πρέπει να είναι αυτή η εμπειρία να είναι όσο το δυνατόν πιο εντυπωσιακή.

Το ζητούμενο λοιπόν είναι πώς με βάση τα τοπικά εποχιακά υλικά και τις παραδοσιακές συνταγές θα συγκροτηθεί μιά  σύγχρονη τοπική κουζίνα ή πολλές φορές όπου μπορεί να εξελιχθεί  και σε δημιουργική, που προσαρμοσμένη στις συγχρονες διατροφικές συνθήκες, θα προσφέρεται απο πιστοποιημένους επαγγελματίες και θα δίνει γαστρονομικές απολαύσεις στους πολυάριθμους επισκέπτες κάθε τόπου.

Η  παγκοσμιοποίηση των διατροφικών συνηθειών, αλλά και η προβολή κάποιων “εθνικών” γεύσεων (ρετσίνα, φέτα, μουσακάς, σουβλάκι) σε συνδιασμό με την φορκλορική και με ευτελή κλισέ, αντίμετωπιση της ελληνικής γαστρονομίας, παραγκώνησε έναν τεράστιο πλούτο, τοπικών κουζίνων και τοπικών τυπικών προιόντων. Με ξεχασμένο όνομα, ανώνυμα και παραγνωρισμένα, χωρίς τον απαραίτητο μύθο, τα προϊόντα της περιφέρειας, παρ’ όλες τις αναμφισβήτητες αρετές τους, βρίσκονταν στα τέλη του 20 αιώνα στα όρια της εξαφάνισης. Και μαζί τους, οι καλλιέργιες μικρής κλίμακας, τα κτηνοτροφικά προϊόντα, οι βιοτεχνίες μεταποίησης που συγκρατούσαν τον αγροτικό κόσμο στον τόπο του.

Τα τελευταία είκοσι χρόνια ξεκίνησε δειλά-δειλά μιά προσπάθεια ανακάλυψης και ανάδειξης του εγκαταλειμένου κοιτάσματος του γαστρονομικού πλούτου των περιφερειών της χώρας. Μιά μικρή ήρεμη επανάσταση που κλιμακώνεται παντού. Τα εκατοντάδες βιβλία γύρω από τις τοπικές κουζίνες, η ανάδειξη των τοπικών ποικιλιών στα κρασιά, των τοπικών τυπικών κτηνοτροφικών προιόντων, από τυροκομικά (δεκάδες ιδιότυπα τυριά υπάρχουν για παράδειγμα μόνο στη μικρή περιφέρεια  των Κυκλάδων όπως η γραβιέρα και το αρσενικό Νάξου, η κοπανιστή  Μυκόνου,  η μανούρα της Σίφνου, το σκοτύρι και το νιώτικο απο την Ιο, το χλωροτύρι στη Σαντορίνη, η ξυνομυζήθρα στη Πάρο), η ανάπτυξη μικρών  βιοτεχνιών τυποποίησης τοπικών προιόντων, οι συναντήσεις καλλιεργητών για ανταλλαγή τοπικών σπόρων και ή επανακαλλιέργειά τους, η  δημιουργία  σχετικών μουσείων τοπικών προιόντων,  τα φεστιβάλ προβολής τοπικών προιόντων, η αναγέννηση των τοπικών πανηγυριών, οι δημιουργία των δρόμων του κρασιού, της ελιάς και τέλος μια σειρά πρωτοβουλιών  των παραγωγικών τάξεων και εξειδικευμένων φορέων, γύρω απ’ αυτά, είναι κάποια  δείγματα αυτής της μεταστροφής. Στο χώρο των κέντρων εστίασης είτε σε εστιατόρεια, ταβέρνες, gourmet restaurant αλλά και σε ένα μεγάλο αριθμό ξενοδοχείων η αναφορά σε ελληνικές τοπικές γεύσεις, ανεξαρτήτως του τρόπου διαχείρησης και χρήσης επιβεβαιώνουν τη τάση. Τέλος,   δημιουργοί, δημοσιογράφοι και φίλοι της γαστρονομίας ανταλάσσουν απόψεις και προβληματισμούς ψάχνοντας να βρουν νοήματα και  ουσιαστικό περιεχόμενο πίσω απο την λαμπερή και επιφανειακή   πλευρά των πραγμάτων

Οι τοπικές κοινωνίες, οι επαγγελματίες και γενικώτερα οι καταναλωτές ωριμάζουν και  είναι έτοιμοι να υποστηρίξουν το  νέο εγχειρημα.

Εκείνο που απαιτείται αυτή τη στιγμή, σε πρώτη φάση, είναι η οργάνωση όλων αυτών των προσπαθειών κάτω από μιά ομπρέλα που θα συγκροτήσει το γαστρονομικό χαρτοφυλάκιο κάθε τόπου ( βιβλιογραφία, μελέτες, καλλιεργιες τοπικών ποικιλιών, τοπικά αγροτικά προιόντα, προιόντα μεταποίησης, τοπικές βιοτεχνίες, οινοποιεία, ταβέρνες,  εστιατόρια, γαστρονομικά δρώμενα και φεστιβάλ, γαστρονομικούς δημιουργούς κλπ) και θα υλοποιήσει την αξιολόγηση των  προιόντων και  των υπηρεσιών. Σε δεύτερη φάση, θα πρέπει να ακολουθήσει το στάδιο της εξωστρέφειας, ένα συγκροτημένο πρόγραμμα επικοινωνίας μέσω της δημιουργίας διαδικτυακών τόπων, εκδόσεων, εντύπων και ενεργειών δημοσιότητας σε στοχευμένους αποδέκτες.

Η σύνδεση του τουρισμού και της γαστρονομίας με τα τοπικά προιόντα και τις τοπικές καλλιέργιες έχει και μία άλλη σπουδαιότητα όχι μικρότερης σημασίας. Η επιβίωση και η ανάπτυξη, κατά τη  γνώμη μου, του πρωτογενούς τομέα ταυτίζεται εκτός της σχέσης με τη διαφύλαξη του φυσικού  περιβάλλοντος – γιατί καθε κομματι καλλιεργημένης γης που εγκαταλείπεται ή γίνεται οικόπεδο ή ερημοποιείται – με την διατήρηση των  επαγγελμάτων των αμπελοκαλλιεργητών, των γεωργών, των κτηνοτρόφων, των ψαράδων που ειναι και  οι τελευταίοι “φιλόσοφοι”, αυτοί που κατέχουν όσο κανείς τα μυστικά της φύσης, της γης, του κύκλου της ζωής. Η σοφία των ανθρώπων αυτών μπορεί να είναι ένα γερό αντίβαρο στις σημερινές νοοτροπίες του καταναλωτισμού και της εφήμερης και πρόσκαιρης επιτυχίας. Οι άνθρωποι της υπαίθρου ξέρουν την ζωή, ξέρουν να περιμένουν. Χρειαζόμαστε την γνώση τους.Η υποστήριξή τους και κοινωνική τους ανάδειξη είναι πρώτης τάξεως προτεραιότητα.

Το όλο αυτό εγχείρημα, της σύνδεσης της γαστρονομίας με τον Τουρισμό δεν θα είναι περίπατος. Γιά  να έχει ένα θετικό αποτέλεσμα θα πρέπει η Πολιτεία να προσεγγίσει το θέμα, απ’ όλες τις πλευρές με την απαραίτητη σοβαρότητα,  η  δε τοπική αυτοδιοίκηση να το υποστηρίξει εξίσου αποτελεσματικά.  Οι “δημιουργοί της υπαίθρου”  να  κατανοήσουν οτι πρέπει να παράγουν προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας (κυρίως ντόπιες ποκιλίες) και όχι προϊόντα εντατικών καλλιεργίων που υποσκελίζονται εύκολα από τα αντίστοιχα φθηνώτερα τρίτων χωρών και οι εστιάτορες και οι ξενοδόχοι να στηρίξουν τους παραγωγούς των ποιοτικών τοπικών προϊόντων, δεσμευόμενοι όλοι μεταξύ τους ότι θα τηρήσουν τα τοπικά σύμφωνα ποιότητας που θα καθορίζουν τις αμοιβαίες δεσμεύσεις τους ως προς την ποιότητα.

Τέλος οι εμείς οι Ελληνες καταναλωτές πρώτοι  πρέπει να επιβραβεύουμε  όλες τις καλές προσπάθειες.    Η αξιοποίηση  του γαστρονομικού μας πλούτου θα γίνει μόνον αν θεωρήσουμε ότι αφορά πρώτα και κύρια τον εαυτό μας, την ποιότητα της ζωής μας,  και τον πολιτισμό  της καθημερινότητάς μας. Γιατί η διατροφή μην ξεχνάμε,  δεν είναι μόνο ανάγκη αλλά και τελετουργία, μνήμες και βιώματα, τεχνικές πρακτικές αλλά και ευχαρίστηση, δεν έχει μόνο τις  θρεπτικές και υγιεινές διαστάσεις  αλλά εμπεριέχει και τη  χαρά, το γλεντοκόπι, το  πανηγύρι,  τις ανθρώπινες σχέσεις και σε τελευταία ανάλυση τη φιλοσοφία της ζωής μας, όπως τη λέει ο Οδυσσέας Ελύτης:

“Εμείς βλέπουμε την ώρα κατά πως μας αρέσει κι ας λεν τα Γκρίνουιτς”

Το πανηγύρι της Αγίας Τριάδας στη Καρθαία της Τζιάς

Το πανηγύρι της Αγίας Τριάδος στις Πόλες της Τζιάς, στο εκκλησάκι που βρίσκεται πάνω στο κύμα, ανάμεσα στα ερείπια των αρχαίων ναών της Καρθαίας, στις Νοτιοανατολικές ακτές της Τζιάς  ήταν ένα παλιό μου απωθημένο.  Μου το καλλιεργούσε κάθε Μάιο, ο Τάσος Αναστασίου, ο ακούραστος αυτός ερευνητής  και συγγραφέας βιβλίων για τις  πολιτιστικές εκδρομές στα νησιά των Κυκλάδων. Ο διοργανωτής και η ψυχή των Συναντήσεων των Πνευστών των  Κυκλάδων που εδωσαν  πνοή στη αναβίωση της τσαμπούνας και έφεραν κοντά τόσους σπουδαίους μουσικούς. Κάθε χρονιά που κανόνιζα να πάω στη Τζιά,  όλο και κάποιο άλλο πιό προσιτό πανηγύρι με ξεστράτιζε.  Αυτή τη χρονιά αποφασισα να τα καταφέρω και έτσι με συντροφία τον Τάσο   συνταξιδεύσαμε στην Τζιά.

Η Τζιά το πλησιέστερο στην Αττική νησί των Κυκλάδων, βρίσκεται  στη μπούκα του Κάβο-Ντορο και απέχει μόλις 16 μίλια από το Λαύριο. Το μεγάλο αυτό προσόν της εγγύτητας της Τζιάς με την πρωτεύουσα αναιρείται μερικώς απο το γεγονός ότι είναι απομονωμένη από τις υπόλοιπες Κυκλάδες, και για να το  επισκεφθείς πρέπει να περάσεις από τον Πειραιά.    Νησί ορεινό με στενές κοιλάδες, βραχώδεις ακτές και ελάχιστες αμμώδεις παραλίες, κατοικείται από το 4.000 π.Χ και έχει να επιδείξει μιά ιδιαίτερη ιστορική  συνέχεια. Την μεγάλη ακμή του στην αρχαιότητα την εξασφαλίζει, από την αρχαϊκή περίοδο όταν δημιουργείται η “τετράπολις”, οι  τέσσερες πόλεις του νησιού με ξεχωριστή διοικητική και πολιτική διάρθωση η καθεμία, αλλά κοινή εξωτερική πολιτική. Η Κορησία, στον  προστατευμένο κόλπο του Αγίου Νικολάου και η Ιουλίδα η σημερινή πρωτεύουσα του νησιού  που βρίσκεται στην ενδοχώρα, στις πλαγιές βουνοκορφών αλλά με ένα εξαιρετικό οπτικό πεδίο προς την θάλασσα. Στις νοτιοδυτικές ακτές η Ποιήεσσα, λιμάνι στο τέλος μιάς μικρής εύφορης κοιλάδας και τέλος στο νοτιοανατολικό μέρος του νησιού η Καρθαία, κτισμένη σ’ έναν αυχένα που χωρίζει δυό μικρά λιμανάκια.

Εδώ στα ερείπια της Αρχαίας Καρθαίας βρισκόνταν ο προορισμός μας, το πανηγυράκι της Αγίας Τριάδας.

Με έδρα την Ιουλίδα  και με οδηγό τον Τάσο, την πρώτη μέρα κάναμε διάφορους μακρινούς περίπατους ανακαλύπτοντας το μοναδικό δίκτυο μονοπατιών που έχει η Τζιά. Πλακόστρωτα ή λιθόστρωτα, με ανεπανάληπτη τέχνη δουλεμένα από τους Τζιώτες μαστόρους μονοπάτια, ανάμεσα σε ξερολιθιές που στήριζαν τις “όχτες” (πεζούλες) με  τις καλλιέργιες,  διέσχιζαν σ’όλες τις διευθύνσεις το νησί. Κάποια στιγμή κουρασμένοι απο το πολύωρο περπάτημα, κάναμε με το αυτοκίνητο το γύρω του νησιού, ένα μεγάλο οροπέδιο γεμάτο από  μεγάλες αιωνόβιες βελανιδιές, “βασιλικές δρύς” που μοίραζαν απλόχερα την παχειά σκιά τους σε ζωντανά και ανθρώπους.

Τόσες πολλές και όμορφες βαλανιδιές, δεν ξανάδα σε νησί του Αιγαίου. Δέντρο αιωνόβιο  που αντέχει στις πυρκαγιές και στη ξηρασία πολλαπλασιάζεται μ’  έναν ιδιότυπο τρόπο. Τους καρπούς της βαλανιδιάς τρώει η κουρούνα, το μαύρο αυτό αγριοπούλι. Πολλές φορές κρύβει τα βελανίδια μέσα στο χώμα για να τά χει το χειμώνα. Οταν όμως με τις βροχές η γη μεταμορφώνεται, η κουρούνα τις περισσότερες φορές χάνει τον τόπο αποθήκευσης και έτσι οι καρποί μεταμορφώνονται σε ένα νέο δενδράκι. Οι βαλανιδιές αυτές με τον πολύτιμο καρπό τους συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάπτυξη του νησιού. Από την αυγή του 18ου αιώνα το βελανίδι, χάρις τη χρήση του σαν πρώτη ύλη στη βυρσοδεψία γιά τη βαφή δερμάτων, γίνεται το σημαντικότερο εξαγωγικό προϊόν της Τζιάς.

Ένα άλλο ενδιαφέρον εύρημα στους περιπάτους μας ήταν οι καθοικιές (κατοικιές) των ξωτάρηδων, των κατοίκων της υπαίθρου, γεωργών και κτηνοτρόφων. Οι κατοικιές αυτές διάσπαρτες μεσα στα κτήματα, έχουν έναν ιδιότυπο τρόπο οργάνωσης. Τα δωμάτια είναι κτισμένα γύρω από ένα στεγασμένο προαύλιο (το λεγόμενο στεγάδι) που είχε άνοιγμα μόνο στη μία του πλευρά.  Κτισμένο με τον εκφορικό τρόπο, όπως τα παλιά κτίσματα της αρχαιότητας, οι τοίχοι κλείνουν προς τα μέσα και η τελική στέγαση γίνεται με μεγάλες σχιστόπλακες, τα λεγόμενα δοκάρια. Η κίνηση απο δωμάτιο σε δωμάτιο γίνεται μέσω του στεγαδιού, που το καλοκαίρι λόγω της δροσιάς και του αερισμού του έχει την τιμητική του απ’ όλα τα μέλη της οικογένειας.

Το βράδυ αφού ξαποστάσαμε για λίγο, πήγαμε γιά φαγητό, να δοκιμάσουμε την τζιώτικη κουζίνα. Η Τζιά έχοντας μεγάλα βοσκοτόπια, εκτρέφει πολλές γελάδες γαλακτοπαραγωγής, (τη φημισμένη διασταύρωση ελβετικής και τζιώτικης ράτσας), ενώ από τα αμνοερίφια της παράγονται εξαιρετικά τυριά όπως το ξυνό, το χλωρό, η μυζήθρα και η κοπανιστή. Από τους χοίρους στα χοιροσφάγια, το χειμωνιάτικο  έθιμο των βορείων Κυκλάδων, εξασφάλιζαν το κρέας της χρονιάς δημιουργώντας παράλληλα τους περίφημους μεζέδες,  τους πασπαλάδες, τη λόζα (λούζα) και τα λουκάνικα.

Όλους αυτούς και πολλούς άλλους  μεζέδες γευτήκαμε εκείνο βράδυ συνοδεία του ντόπιου κρασιού του γνωστού και περιζήτητου από την αρχαιότητα “μαυρουδιού”.  Εκεί μάθαμε και για τους Τζιώτες, από τους πιό γλεντζέδες Κυκλαδίτες. Στις αρχές του αιώνα η Ιουλίδα, η Χώρα της Τζιάς είχε σε λειτουργία πάνω από εβδομήντα ταβέρνες που κάθε βράδυ αναστέναζαν από τις κρασοκατανύξεις και τους χορούς. Μάλιστα σύμφωνα με τα γραφώμενα του Τάσου Αναστασίο στο βιβλίο του “ Κέα. Ιστορική μνήμη” δεν ήταν λίγες οι φορές που οι “Μακαριές”, το διαφυλαγμένο από την αρχαιότητα νεκρόδειπνο που προσφερόταν στους συγγενείς και σ’ όσους συμμετείχαν στο πένθος, μετατρεπόταν σε μία “εύθυμη κρασοκατάνυξη”, εφ’ όσον βέβαια ο αποθανών  ήταν “πλήρης ημερών”. Το δείπνο ήταν πλούσιο σε μεζέδες και κρασί γιατί έτσι μόνο ο νεκρός θα αποχωρούσε ευχαριστημένος από την ζωή.

Την επομένη μέρα το πρωί ξεκινήσαμε τα χαράματα και με τ’ αυτοκίνητο φθάσαμε έως το Σταυρουδάκι και από ξεκινήσαμε το περπάτημα μιά ώρα δρόμος. Ο διαδρομή ήταν κατηφορική και άνετη, χωρίς το άγχος της ανηφορικής επιστροφής, αφού από την Καρθαία θα αναχωρούσαμε με άλλο μέσο. Το μονοπάτι πέρναγε ανάμεσα σε μποστάνια,  κατοικιές, και διάσπαρτες βελανιδιές. Κάποια στιγμή πέσαμε στο ρέμα του Βαθυπόταμου και αρχίσαμε να περπατάμε πάνω στην κοίτη του. Ανάμεσα στα πυκνά φυλλώματα της λιγαριάς, της πικροδάφνης και των πλατανιών μιά πυκνή σκιά μας προστάτευε από τις ακτίνες του ηλίου που είχε πιά στηλωθεί για τα καλά στον ουρανό. Η δροσιά ήταν ευχάριστη, όπου ξαφνικά όσο ζυγώναμε στον προορισμό μας, τόσο οι περίφημες αράχνες της Τζιάς πολλαπλασιάζονταν επικινδύνως, δημιουργώντας αλλεπάλληλα φράγματα με τους ιστούς τους. Τέτοιες αράχνες είχαμε συναντήσει και στους προηγούμενους περιπάτους αλλά ποτέ δεν είχαν τέτοια πυκνότητα και έκταση. Λες και θέλαν να προστατεύσουν τον ιερό τόπο από τους βέβηλους εισβολείς! Κάνοντας κάθε δυνατή προσπάθεια, να μην καταστρέψουμε τα περίτεχνα σχήματα των ιστών άλλοτε σκύβοντας και άλλοτε λοξοδρομώντας φθάσαμε επιτέλους στην ακροθαλασσιά.

Οι Μικρές Πόλες  ξεδιπλώνονταν στα πόδια μας. Μπροστά στο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας, μέσα σ’έναν καλαμιώνα ανταμώσαμε καμιά δεκαριά μουλάρια στολισμένα με τα πολύχρωμα χράμια τους, που είχαν μεταφέρει από την προηγουμένη, τις προμήθειες, τους άρτους και τα τρόφιμα. Ο κόσμος βρισκόνταν άλλος στη λειτουργία, άλλοι στην άκρη της παραλίας καθάριζαν ψάρια και άλλοι στο μαγέρικο του πανηγυρόσπιτου προετοίμαζαν το γεύμα.

Η εκκλησιά ήταν γεμάτη κόσμο, οι ψαλμωδίες όμως διαχέοντο στην μικρή κοιλάδα κι έτσι βρήκα την ευκαιρία να σκαρφαλώσω στον ναό της θεάς Αθηνάς, πάνω  σε ένα άγριο βράχο που χώριζε τις δυό αμμώδεις παραλίες, τις Μεγάλες και τις Μικρές Πόλες. Ο ναός κτίσθηκε στα 500 π.χ  και θεωρείται ως ο παλαιότερος  δωρικός  περίπτερος ναός των Κυκλάδων. Η πρόσφατη ανάδειξή του με κονδύλια της Ευρωπαικής Ένωσης, είχε σαν αποτέλεσμα την αναστήλωση κάποιων κιόνων, έτσι ώστε να γίνει κατανοητό το μέγεθος του μνημείου που είχε κατασκευασθεί από τοπικούς λίθους, από κορινθιακό πωρόλιθο και παριανό μάρμαρο.

Η θέα από την ακρόπολη σου έκοβε την ανάσα και μιά συγκίνηση σε κυρίευε όταν αναλογιζόσουν ότι στον χώρο αυτό, ζούσε ο Σιμωνίδης ο Κείος, ο μεγάλος αρχαίος επιγραμματοποιός που είχε γράψει το

“Ω ξείν’ αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα,

τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι”.

Η λειτουργία τελείωσε ταυτόχρονα με τον αρχαιολογικό μου περίπατο και στο προαύλιο της εκκλησιάς παρατήρησα μιά κινητικότητα. Τραπέζια απλώνονταν και στρωνόνταν, ενώ κάποιοι σέρβιραν τους πρωινούς καφέδες. Μοιράστηκαν και κόλυβα ( αναμειγμένοι όλοι οι καρποί της ντόπιας γης, καρύδια, αμύγδαλα, σιτάρι, ρόδι, καναβούρι και σουσάμι με κανέλα και ζάχαρι σε ένα μεγάλο ταψί) για τις ψυχές που μνημονεύτηκαν στην διάρκεια της αρτοκλασίας.

Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο Παπα-Λευτέρης η φυσιογνωμία της Τζιάς, ένας κληρικός που πρωτοστατεί σε κάθε θρησκευτική, κοινωνική και “πανηγυρική δράση”. Ο κόσμος κάθησε στο τραπέζι της “αγάπης” που το ευλόγησε ο πάτερ και άρχισε το φαγοπότι. Δεν πέρασε πολύς χρόνος και ακούστηκε σε μιά ακρη, ο ήχος της τσαμπούνας. Στην αρχή συνοδεία ενός πλαστικού μπιτονιού, και αργότερα ενός γκαζοντενεκέ, γιατί το τουμπάκι και ο τουμπακιέρης είχαν καθυστερήσει, γεγονός που δεν περιόρισε  το κέφι και τη διάθεση των πανηγυριστών.

Λίγο αργότερα καταφθάνει ο Κωστής ο Καβαλλιέρος με το τουμπάκι, οπόταν πιάνει ο παπά Λευτέρης τη τσαμπούνα. Ο παπα-Λευτέρης, μιά κλασσική περίπτωση ιερέα των νησιών του Αιγαίου όπου συμπυκνώνει κατά τον καλύτερο τρόπο την θρησκευτική συνείδηση  και την λαική παραδοση, είναι ένας εξαίρετος τσαμπουνιέρης που πάντα ξεσηκώνει τον κόσμο για χορό. Οι Τζιώτες όπως και οι Κύθνιοι είναι δεινοί χορευτές. Ο Μπάλλος τους είναι ο καλύτερος στο Αιγαίο, γιατί δεν  τον χορεύουν  αντικριστά όπως παντού, αλλά  “δεμένοι”, με τα χέρια πιασμένα, κάνοντας μοναδικές φιγούρες.

Οι χορευτές ήσαν πολλοί. Η αφεντιά μου ξεχώρισε τον Τάσο Σαϊτη και την Ιωάννα Σέρου που μου έδωσαν την δυνατότητα να πάρω όμορφες φωτογραφίες και να αποθανατίσω έτσι την χάρη τους και την δεξιότητά τους. Το γλέντι με το φαγοπότι συνέχισε μέχρι το σούρουπο.

Είχε δύσει ο ήλιος όταν ήλθε μιά βάρκα να μας πάρει και καθώς σαλπάραμε, διασχίζοντας τα ήρεμα νερά πάνω από τον βυθισμένο αρχαίο λιμενοβραχίονα, αναλογίστηκα ότι απ’ αυτά τα νερά ξεκίνησαν πριν 2500 χρόνια οι Κείοι με τις τριήρεις τους, να παν να ναυμαχήσουν στο Αρτεμίσιο και την Σαλαμίνα. Και ότι αυτός ο τόπος συνέχιζε, κάτω από άλλες συνθήκες, να ζει, να ελπίζει και να ονειρεύεται.


Ιουνίου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
282930  

cover4.gif

paros-cover.gif