Τα πανηγύρια της Ικαριάς.

Έχοντας ολοκληρώσει περίπου τα δύο τρίτα του υλικού  για το βιβλίο μου “Τα πανηγύρια του Αιγαίου”, έπρεπε τώρα να αντιμετωπίσω τις πιό δύσκολες περιπτώσεις. Μία απ’ αυτές ήταν η Ικαρία. Νησί μυθικό, με πανέμορφη φύση, παραλίες με κρυστάλλινα νερά,  με υπερήφανους και ιδιότυπους κατοίκους, με ένδοξη ιστορία, με αριστερό παρελθόν και παρόν, με τον ξακουστό από την αρχαιότητα Πράμνειο Οίνο, ήταν ένας από τους προορισμούς που κάτω από αυτά τα δεδομένα θα έπρεπε να με προσελκύσει από καιρό. Παρ’ όλα αυτά, ένας καταιγισμός από  συγκεχημένες  και αντιφατικές πληροφορίες, με κύριο χαρακτηριστικό την μαζικότητα των πανηγυριών, περί τα 2000 άτομα στο καθένα, τη παρουσία των γκρούβαλων και η μετατροπή τους σε rave partys λειτουργούσαν όλα αυτά αποτρεπτικά για την αφεντιά μου καθώς  τα πανηγυράκια στο Αιγαίο, αυτά που χαιρόμουν, ήταν εκείνα της μικρής κλίμακας. Εκείνα  που οι παρέες μπορούσαν να βρεθούν  αναμετάξυ τους και να τα πούν και να διασκεδάσουν.

Ηλθε λοιπόν η ώρα να πιάσω τον ταύρο απ’ τα κέρατα  και να δώσω απαντήσεις στα ερωτήματα που με απασχολουσαν.

Γιατί σήμερα  η Ικαρία έχει μετατραπεί στη Τζαμάικα του Αιγαίο, το νησί των πανηγυριών;

Θα γίνει η Ικαρία ο προορισμός των rave partys του Αιγαίου;

Τι συμβαίνει στο Χριστό στις Ράχες και αλλού που τα  καταστήματα ανοίγουν   after hour;

Γιατί είναι το μοναδικό νησί όπου σ’ όλα τα πανηγύρια του πληρώνεις για να φάς να πιείς και να χορέψεις;

Ποιά είναι αυτή η ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση των Ικαριωτών και που οφείλεται αυτή η κοσμοθεωρία της ζωής τους;

Πως συμβιβάζεται η θρησκευτικότητα με την κομμουνιστική ιδεολογία των κατοίκων του νησιού;

Με ένα ακαθόριστο συναίσθημα αμηχανίας, περιέργειας, αδημονίας και ελπίδας έφθασα  στην Ικαριά. Πάντα η πρώτη μου προετοιμασία πριν φθάσω σε κάθε νησί  είναι να μελετήσω όλες τις διαθέσιμες στο διαδίκτυο πληροφορίες, αλλά και να έχω εντοπίσει μέσω των γνωριμιών μου τον καταλληλώτερο σύνδεσμο για να με καθοδηγήσει στο νησί. Γιά την Ικαριά, οι πληροφορίες συνέκλιναν στο όνομα Φίλιππος Καρίμαλης,  πυροσβέστης στο επάγγελμα και  με πολλά ενδιαφέροντα.  Το ραντεβού μας στις Ράχες. Μιά παχειά σκιά των πανύψηλων πλατανιών αλλά και  μουριών, ακακιών σκέπαζε ένα μικρό  πλακόστρωτο τριστατο όπου τόνα πλαί στο άλλο βρισκονταν καλόγουστα καφενεδάκια, ταβερνάκια και μπαράκια. Στο ραντεβού μας ο Φίλιππος ήταν σημαντικά καθυστερημένος, και μου φερε στο νου αυτά που λεν για τους Ικαριώτες σε σχέση με την αντιληψή τους για τον χρόνο, καθώς όταν ρωτήσεις έναν Ικαριώτη  «αν έχει ώρα»,  οι  πιθανές απαντήσεις του θα  είναι από το «γιατί, χάπι παίρνεις;» μέχρι το «όχι, τώρα ήρθα». Γνωρίζοντας λοιπόν όλα αυτά, απόλαυσα τον πρωινό καφέ μου και εκανα τις πρωτες ανιχνευτικές βόλτες μου, αφήνοντας σε περίοπτη θέση το Παναμα ψάθινο καπέλο μου, μαζί με την μαύρη τσάντα με τις φωτογραφικές μηχανές, που ήταν  τα σινιάλα της συνάντησης μας.  Περπατώντας μεσ’ το χωριό εντόπισα το εργαστήρι του  φωτογράφου Χρήστου Μαλαχία. Ειχα μάθει για την εξαιρετική δουλειά του, φωτογραφίες μαγευτικές από  το νησί (τοπια, αρχιτεκτονικά θέματα, γιορτές) αλλά  και για ένα μοναδικό φωτογραφικό αρχείο  του από το 1890! Τον γνώρισα, ένας σεμνός, καλλιεργημένος και συμπαθέστατος  Ικαριώτης που ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την έρευνά μου. Μιλήσαμε πολύ ώρα και μου σύστησε μιά σειρά απο σπάνια βιβλία, που βρίσκονταν στο εκθετήριο του μαγαζιού του και τα οποία προμηθεύτηκα πάραυτα. Βέβαια, ο ενθουσιασμός μου έφθασε στη κορύφωση του, όταν ανακάλυψα μια σειρά από  ανεπανάληπτες φωτογραφίες από πανηγύρια την εποχή του Μεσοπόλεμου. Ο Χρήστος μού τις παρεχώρησε δωρεάν, δείχνοντας ένα μικρό δείγμα της Ικαριώτικης νοοτροπίας αλλά και της προσωπικής του γενναιοδωρίας.

Φθάνοντας στο καφενέ είχα πετύχει το ακατόρθωτο. Είχα στήσει – έστω και για πέντε λεπτά – έναν Ικαριώτη που είχε έλθει με μιά ώρα καθυστέρηση. Ο Φίλιππος αφού παρήγειλε τις ρακές και τους μεζέδες ξεκίνησε με ορμή να μου λύνει μία,  μία όλες τις απορίες. Δεν ξέρω πόσες ρακές ήπιαμε αλλά φεύγοντας, θα πέρασαν τρεις-τέσσερεις ώρες, είχα γεμίσει ένα ολόκληρο σημειωματάριο.

Κατ’ αρχάς ξεκίνησε,  χαμογελώντας με το Μανιφέστο της Ικαριώτικης φιλοσοφίας: “ Αφού περνάμε καλά μ’ αυτά που έχουμε, γιατί να σκοτωνόμαστε για να βγάλουμε περισσότερα;”. Τόσο απλά; Πρώτη μου φορά, με τόση συμπύκνωση και σαφήνεια άκουσα αυτό για το οποίο ολόκληρος ο δυτικός καταναλωτικός κόσμος  βασανίζεται και δεν μπορεί να βρει το γιατρικό. Από κει και πέρα η συζήτηση οδηγήθηκε στην ιστορία, τις ασχολίες των κατοίκων και την κοινωνικη οργάνωση του νησιού.

“Η Ικαρία, σε αντίθεση με τα άλλα νησιά του Βορείου Αιγαίου, είναι ένα νησί ορεινό, χωρίς πεδιάδες και προστατευμένα λιμάνια. Από τους Βυζαντινούς χρόνους είχε γίνει τόπος εξορίας των αντιφρονούντων πολιτικών αντιπάλων της Αυτοκρατορίας. Παρ’ όλα αυτα, οι κάτοικοί του χάρις την προκοπή τους είχαν εξασφαλίσει την αυτάρκεια τους ασχολούμενοι με τη κτηνοτροφία και την γεωργία. Οι οικισμοί τους οποίους κατοικούσαν δεν ήταν πυκνοκατοικημένοι αλλά αποτελούντο από σπίτια που γύρω-γυρώ τους είχαν τα μποστάνια τους και την καλλιεργήσιμη γη.

Τα χωριά ήσαν συμπλέγματα από αγροκτήματα με κατοικιές γεγονός που ιστορικά προέκυψε όχι απο την ανάγκη για οχύρωση και για συσπείρωση  αλλά γιά απόκρυψη και παραλλαγή. Στην κτηνοτροφία τρέφονταν  τριών ειδών κατσίκια. Τα δετά, αυτά που ζούσαν στα χωράφια,  πλάι  στο σπίτι και προσέφεραν το γάλα της ημέρας, δεν ξεπερνούσαν τα δεκαπέντε κομμάτια.. Τα κοπαδίσια, που φθάναν τα εκατό, τα παρακολουθούσε ο τσοπάνης, τα κοίμιζε σε στάνες και τα έβοσκε σε άγονες εκτάσεις μακρυά από τα χωριά. Από τα ζώα αξιοποιούσε τα πάντα. Το γάλα, το μαλί, την τρίχα, τις προβιές, την κοπριά και φυσικά το κρέας.  Η τρίτη κατηγορία κατσικιών ήταν τα ρασκά. Αυτά ζούσαν μόνα τους στις κορυφές του Αιθέρα, του ψηλότερου βουνού της Ικαρίας, μόνα τους βρίσκαν τις τροφές στα δάση, μόνα τους αναπαράγονταν. Το μόνο που έκαμε ο Ικαριώτης ήταν να κατασκευάσει γύρω απο τον Αιθέρα μιά μεγάλη πέτρινη μάντρα περιφερειακά από το βουνό για να μην κατεβαίνουν τα ζώα και καταστρέφουν τις καλλιέργειες. Τα ρασκά κατσίκια ήταν μόνο για σφακτάρια. Όποιος ήθελε πήγαινε  στον Αιθέρα και κατέβαζε όσα ζώα ήθελε. Το κρέας της κατσίκας ήταν περισσευούμενο σε κάθε σπίτι, ενώ το ψωμί ήταν λιγοστό, ανάλογα με τη σοδειά.

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του νησιού μας σε σχέση με την ιδιοκτησία ήταν ότι ο κλήρος ήταν μοιρασμένος ισότιμα στους κατοίκους. Στην Ικαρία δεν υπήρχαν μεγαλοτσιφλικάδες ή ακτήμονες. Όλοι είχαν την γή τους. Γι’ αυτό τον λόγο δεν ύπήρχαν και εργάτες που να ξενοδουλεύουν.  Οταν κάποιος είχε ανάγκες εργατικών χεριών, είτε για κάποιο έργο π.χ να κτίσει το σπίτι του, να επισκευάσει μιά αβαρία, ή να μαζέψει βιαστικά κάποιους καρπούς, προσέτρεχε στη βοήθεια των γειτόνων οι οποίοι πρόθυμα βοηθούσαν, και αυτοί με τη σειρά τους όταν το καλούσε η ανάγκη ζητούσαν αντιστοίχως. Αυτή η αμοιβαία αλληλοϋποστήριξη “τ’ ανεβούθιο ή αλλαξά” όπως το λένε στην Ικαρία ήταν ένας από τους κοινωνικούς θεσμούς που υπάρχουν από τα παλιά χρόνια. Σπάνια κυκλοφορούσε χρήμα στο νησί, αφού οι περισσότερες συναλλαγές γινόνταν με ανταλλαγές αγαθών και εργασίας. Λέγεται ότι όταν έρχονταν επισκέπτες στο νησί τούς αφαιρούσαν τα χρήματα γιά να μην μολυνθούν οι ντόπιοι από την λογική του χρήματος και τους τα επέστρεφαν όταν αναχωρούσαν. Τους χάριζαν ό,τι επιθυμούσαν, μπορεί να μην επωφελείτο το νησί,  αλλά το Χρήμα δεν πέρναγε. Γι’ αυτό κι ο Κάρολος Μαρξ μίλησε στα βιβλία του για το κοινωνικό σύστημα της Ικαρίας…”.

Η αλήθεια είναι ότι κάποια απ’ τα τελευταία τα αγνοούσα παντελώς, και μου φανήκαν μάλιστα και λίγο υπερβολικά. Tι σχέση είχε ο Κάρολος Μάρξ, που όλη του τη ζωή την πέρασε στις Βιβλιοθήκες του Βορρά με την ξεχασμένη κι απ’τον Θεό Ικαρία;  Χαιρετηθήκαμε με τον Φίλιππο και δώσαμε ραντεβού για  την επομένη στα δυό πανηγυρια που είχα προγραμματίσει  να επισκεφθώ στα Μανδριά και στο Καραβόσταμο. Θα είχα όλη την ευκαιρία μέχρις τότε να ανατρέξω στη βιβλιογραφία μου για επιβεβαίωση. Όπερ και εγένετο. Έπεσα με τα μούτρα στο διάβασμα στα “Λαογραφικά της Ικαρίας” και πολύ γρήγορα διαπίστωνα τα εξής.  Στα μέσα του 19ου αιώνα ο Γάλλος κοινωνιολόγος Etienne Cabet (1788-1856) γράφει το περίφημο βιβλίο του “ Un voyage en Icarie”, όπου περιγάφει ένα ιδιόρυθμο σοσιαλιστικό σύστημα, βασισμένο στα πρότυπα της της Ικαριακής πολιτείας. Δεν αποκλείεται ο Μαρξ να τον συνάντησε και να εντυπωσιάστηκε από τις πληροφορίες που έλαβε από τον συνάδελφό του.

Οπόταν το επόμενο ερώτημα που τίθεται τελικά είναι,  τη τετραετία του 1947-1950 όταν το νησί τους έγινε τόπος εκτοπισμού γιά δεκατρείς χιλιάδες πολιτικούς εξόριστους, ποιοί ήταν αυτοί που γινήκαν πιό σοφοί κοινωνικά απο την γνωριμία, οι ταπεινοί κάτοικοι του νησιού ή οι επωνυμοι κομμουνιστές (Μάνος Κατράκης, Μίκης Θοδωράκης, Μανώλης Αναγνωστάκης και άλλοι πολλοί) που μέσα στη δυστυχία τους ανακάλυψαν το πραγματοποιημένο “Ουτοπικό Σοσιαλισμό” τους;

Aυτό που είναι σίγουρο πάντως είναι ότι η Ελληνική πολιτεία μέχρι τουλάχιστο τα μέσα της δεκαετίας του 1980 είχε διαγράψει από τα κατάστιχά της, την  Ικαριά. Ελάχιστοι πόροι διατέθηκαν για το κόκκινο νησί. Χωρίς καμιά κρατική υποστήριξη, οι Ικαριώτες «δεν το βάζουν κάτω». Με απόφαση της Νομαρχίας στις αρχές του 1960, την περίοδο της μεγάλης φτώχειας, μετεξελίσσουν τις παλιές εκκλησιαστικές επιτροπές σε Συλλόγους με σκοπό να βοηθήσουν τις πάμπτωχες μικρές κοινότητες του νησιού. Στρέφονται  στους πολυάριθμους συγγενείς και φίλους τους και μετατρέπουν τα πανηγύρια τους από απλές κοινοβιακές γιορτές που ήταν άλλοτε, σε μέσο χρηματοδότησης.

Στα πανηγύρια οι επισκέπτες πληρώνουν για να μαζευτούν χρήματα για κοινωφελή έργα. Ετσι  κατασκευάζουν μόνοι τους τα διάφορα έργα που είχε ανάγκη το κάθε χωριό, τους αγροτικούς δρόμους, τα υδραγωγεία,  τις πλατείες, τα  λιμανάκια, κηρύσσοντας βέβαια γενική επιστράτευση. Οι μόνιμοι κάτοικοι παρατούσαν τις δουλειές τους και πρόσφεραν εθελοντική εργασία, οι μετανάστες προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να βρίσκονται στο χωριό τους τις μέρες του πανηγυριού και να βοηθήσουν με χρήματα και με δουλειά.

Ακόμα και οι Άγιοι συμμετείχαν δεχόμενοι ευχαρίστως να αλλάζουν τις γιορτές τους για να συμπίπτουν όλες μαζί στους μήνες του καλοκαιριού, που θα ερχόταν ο κόσμος και θα είχαν την απαραίτητη μαζικότητα και επιτυχία τα πανηγύρια.

Αυτός  ο τρόπος οργάνωσης και η ιδιαίτερη φυσιογνωμία που διατηρούν μέχρι σήμερα τα πανηγύρια της Ικαρίας, χρονολογούνται από εκείνη την μεταπολεμική περίοδο.

Οι μεγαλύτερες απ’ όλες τις συγκεντρώσεις γινόντανε στα παναγύρια. Κάθε  χωριό που γιόρταζε μιά φορά το χρόνο τον Άγιό του, έκαμε και παναγύρι. Σ’ αυτό ερχόντανε προσκυνητές, πανηγυριώτες απ’ όλα τα χωριά. Τα φαγητά ήτανε το κατσίκι ρασκό βραστό, ζουμί, κράσι και ψωμί. Το φαγητό πήγαινε με την “πρόθεση”. Κάθε πρόθεση, που κόστιζε ένα ποσό ορισμένο, είχε: μιά οκά κρέας βραστό, ένα ψωμί οκαδιάρικο, και κρασί και ζουμί όσο ήθελε κανείς.

Την παραμονή στην εκκλησία είχεν εσπερινό, αφ’ τις δέκα κι’ εκεί ολονύκτια αγρυπνία και συνέχεια η λειτουργιά. Ερχόντανε κι οι παπάδες αφ’ τ’ άλλα χωριά και κάνανε συλλείτουργο. Απολείτουργα αρχινούσε το παναγύρι. Κάθε εκκλησά είχε ούλα της τα νοικοκυριά γιά το παναγύρι. Τέσσερα-πέντε μεγάλα καζάνια, κουταλοπέρονα και τσανάκια ντόπια, πήλινα, χωστά, για το ζουμί. Από βραδίς τοιμάζανε τους καζανότοπους, σ’ ένα σόϋρο χωράφι, κατ’ αφ’ τον αυλόγυρο της εκκλησίας και στήσανε τα καζάνια στα πυρομάχια. Ύστερις στρώνανε πρόχειρους πάγκους. Είχεν η εκκλησά δικόν της κερεστέ, τάβλες, σανίδες μεγάλες. Βάλλανε τάκους-πέτρες από κάτω στο ύψος του σκαμνιού.

Ηγέμιζεν ο αυλόγυρος και  η πλατέα από δαύτες. Όλοι σειράϊλα καθόνταν στους πάγκους. Κάθε φαμίλια έπαιρνε την πρόθεσή της κι οι κεραστάδες, με γεμάτους τους κουβάδες, σ’ άλλους κρασί και σ’άλλους ζουμίν γυρίζανε ανάμεσα στις τάβλες και μοιράζανε κρασί και ζουμί κατά θέληση. Όλους με τη σειρά τους περετούσανε. Το πανηγύρι γινότανε υπέρ της εκκλησάς. Οι παπάδες κι οι προθεσάριοι τρώγανε δωρεάν. Ύστερα  αφ’ το φαγοπότι αρχινούσεν ο καριώτικος χορός ίσαμε την νύχτα.

Η ωραιότερη συγκέντρωση των Ικαρίων είναι ανήμερα τη Λαμπρή, στην τράπεζα της αγάπης. Σε κάθε χωριό μαζεβγόντανε όλοι  μικροί μεγάλοι γύρω-γύρω σε μιά τράπεζα και τρώανε. Τα φαγητά είναι παναγυρίσα, κρέας ρασκό κατσίκι βραστό, ζουμί και κρασί. Τα κατσίκια τα προσφέρουν οι τσοπάνηδες κι οι άλλοι χωριανοί το ψωμί και το κρασί. Νοιώθαμε την ανάγκη όλο το χωριό να ζούσαν, χρονιάρα μέρα, σαν μιά οικογένεια. Όσα μαλώματα και κοντρέστα και να είχαν συναμετάξυ τους, τα σάζανε με το φιλίν της αγάπης”.

Μ’ αυτόν τον ποιητικό τρόπο και αποτυπωμένα με την χαρακτηριστική ικαριώτικη ντοπιολαλιά περιγράφει ο Αλέξης Πουλιανός στον πρώτο τόμο της έκδοσης “Λαογραφικά της Ικαρίας” τα πανηγύρια του νησιού στα μέσα του 20ού  αιώνα. Εξήντα χρόνια  αργότερα,  πολύ λίγα πράγματα έχουν αλλάξει στον τρόπο τέλεσης των πανηγυριών και στην σχέση των κατοίκων του νησιού, πράγματα που διαπίστωσα την επόμενη  νύχτα.

Αφού το διάβασμα μού έλυσε τις περισσότερες απορίες μου, επισκέφθηκα τα δυό πανηγύρια μιά ώρα δρόμος απόσταση μεταξύ τους. Στο πρώτο στα Μανδριά έπαιζε βιολί ο  περίφημος Δημήτρης Πουλής, ο επονομαζόμενος Σκάντζακας, κορυφαίος στο είδος, ενώ στο Καραβόσταμο μιά κομπανία νέων εκπαιδευτικών με βιολί, λαγούτο και κιθάρα. Και στα δυό η ορχήστρα βρίσκονταν στη μέση του χώρου ενώ πολύ κοντά της ήταν τοποθετημένος ο μπουφές, όπου τα ψητά κρέατα τυλιγμένα σε λαδόκολλες κατέφταναν μέσα σε μεγάλα τελάρα, ενώ σε ένα μεγάλο καζάνι έβραζε ο ζωμός της κατσίκας.  Μπροστά στην κουζίνα ο κόσμος περίμενε ουρά για να εφοδιασθεί το φαγητό του.  Βραστό, ψητό, κρασί, σαλάτες αλλά και γλυκά  μπακλαβά και κανταΐφι. Οι δίσκοι πηγαινοέρχονταν αδιακόπως ενώ ο Πράμνειος οίνος – κόκκινο κρασί από τις ντόπιες ποικιλίες, Φωκιανό, Συρίκι και Κούντουρο – έρεε άφθονος παντού. Πολλοί είχαν φέρει  κάποιους δικούς τους μεζέδες και δικό τους κρασί που το κέρναγαν στις γύρω παρέες.

Στην αρχή οι μουσικοί παίξαν τους ευρωπαικους χορούς – έθιμο που τηρείται στα περισσότερα νησιά  του Αιγαίου –  το φοξ αγκλε, το ταγκό, χορούς που φέραν οι μετανάστες ή οι ναυτικοί. Ακολουθούν οι μπάλοι, οι συρτοί και οι καρσιλαμάδες. Αμέσως μετά ο ικαριώτικος χορός!

Με το που ακούστηκε η πρώτη δοξαριά του χορού μέσα σε δευτερόλεπτα γέμισε η πίστα, κι χορευτές αγκαλιασμένοι ο ένας  με τον άλλον σφιχτά στους ώμους χορεύουν τον ικαριώτικο, τον χορό με τον οποίο εκστασιάζονται ντόπιοι και «ξένοι». Καθαρά οργανικός χορός, χωρίς στίχους, με οκτώ βήματα, με το χαρακτηριστικά όμορφο πέρασμα του αριστερού ποδιού  πίσω από το δεξί και με τις πολλές παραλλαγές. Αρχικά ο χορός είναι κυκλικός, μετά γίνεται σπείρα, που κλείνει προς τα μέσα για να χωρέσουν όλοι, και σε λίγο, δημιουργείται ένα πέλαγος από χορευτές που δεν ξέρεις από που αρχίζει και που τελειώνει. Κάποια στιγμή δεν υπάρχει άνθρωπος να μην χορεύει. Η πλειοψηφία Ικαριώτες ντόπιοι, ή απ’ την Αθήνα, ηλικίας 20 με 30 χρονών, και πολύ λιγώτεροι ξένοι.

Ακόμα και αυτοί που δεν γνωρίζουν  σηκώνονται να ρίξουν μια στροφή. Τους παρασέρνει η δίνη των ξέφρενων χορευτών. Δεν χρειάζεται κανείς να ξέρει τα βήματα, απλώς ακολουθεί με τα μάτια κλειστά και τα πόδια αφημένα στο ρυθμό του βιολιού. Ο ικαριώτικος μπορεί να βαστήξει και μιά ώρα, οπόταν είναι οι κατάλληλη στιγμή να κτυπήσουν οι “γκρούβαλοι”. Πρόκεται για ένα “απόκτημα” των τελευταίων ετών για την Ικαρία! Ένα πλήθος Ελλήνων τουριστών που κατασκηνώνουν επί μήνες  στην Ικαρία, αναρχικών αρκετές φορές ανησυχιών, που πάνε στα πανηγύρια και όταν οι ντόπιοι σηκωθούν να χορέψουν εφορμούν στα τραπέζια και τρώνε τζάμπα τα φαγητά του κόσμου. Άλλοτε αντιμετωπίζονται με χιούμουρ, αλλοτε όμως βιαίως, κατά πως μου εξιστόρησαν οι Ικαριώτες.

Απο τα δυό πανηγύρια χάρηκα πιό πολύ το δεύτερο, γιατί γινόταν μέσα σε μιά πλατιά ρεματιά με πολλά πλατάνια και είχε περισσότερο κέφι. Κατά τα ξημερώματα χορεύτηκε ο χορός, “πως το τρίβουν το πιπέρι”, ένας χορός που ανήκει στη κατηγορία των μιμιτικών. Στην αρχή το χορεύουν ο ένας πίσω από τον άλλον, με τα χέρια, το ένα κάτω από τα σκέλια του μπροστινού και το άλλο κάτω από τα δικά του, και προχωρούν με αργούς βηματισμούς.  Μετά κυλιόνται  καταγής συμφωνα με τους στίχους του τραγουδιού και τις κινήσεις του πρωτοχορευτή, για δείξουν πως μπορούν να τρίψουν το …πιπέρι!

Απ’ ότι συζήτησα με τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου Αιθέρας – ο Θοδωρής Ανδρίτης ένας συμπαθέστατος Ικαριώτης –  όπου έμενα στην Εύδηλο, τα πανηγύρια που γίνονται στην Ικαριά είναι εκατοντάδες, τα περισσότερα τον Αύγουστο, την δε μέρα της Παναγιάς ξεπερνούν τα δέκα σ’ όλο το νησί. Το καθένα με τις ιδιομορφίες του και τα χαρακτηριστικά του. Ο Θοδωρής μου έλυσε και το τελευταίο ερώτημα. Το θέμα της ιδιότυπης λειτουργίας των καταστημάτων στη νησί έχει σχέση με τις πολλαπλές ασχολίες που έχουν οι Ικαριώτες και με το πότε αδειάζουν απ’ τις δουλειές τους  για να πάνε να τα ανοίξουν. Αποτέλεσμα: τα after hour μαγαζιά της Ικαριάς ανοίγουν γύρω στα μεσάνυχτα για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των ντόπιων, αφού κι αυτοί πολύ αργά έχουν γυρίσει από τα χωράφια και τις ασχολίες τους, και εκείνη την ώρα πάνε για να ψωνίσουν τα χρειαζούμενα. Πέρα όμως απ’ αυτή την μεταμεσονύκτια λειτουργία των καταστημάτων για τους ντόπιους, οι μαγαζάτορες έχουν προσαρμόσει το ωράριο λειτουργίας τους και σύμφωνα με τις ανάγκες της αγοράς. Έτσι, όταν έφτασα κατάκοπος ταξιδιώτης με το πλοίο στις πέντε το πρωί, μετά από ένα οκτάωρο ταξίδι, βρήκα ανοικτό ένα καφενείο όπου έφαγα ζεστούς λουκουμάδες και φρεσκοφτιαγμένο  ρυζόγαλο.

Φεύγοντας από το νησί έμεινα  εντυπωσιασμένος, από το δαιμονισμένο πάθος των Ικαριωτών να διασκεδάζουν και να γλεντούν στα πανηγύρια τους. Κυρίως όμως από το γεγονός ότι αυτή η στάση αντανακλά έναν τοπικό πολιτισμό που ανέπτυξε εξαιρετικές δομές κοινωνικής οργάνωσης με θεμέλια την κοινωνική συνοχή, την εναλλακτική επιχειρηματικότητα και τον αντικαταναλωτικό τρόπο ζωής. Γιατί όλες αυτές οι κοινωνικές συμπεριφορές  βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο των διεθνών τάσεων της εναλλακτικής οικονομίας  και εναλλακτικών κοινωνιών που αναπτύσονται στα πλαίσια της διεθνούς κρίσης. Ισως η Ικαρία κάτω από ορισμένες συνθήκες  και με ένα επεργασμένο σχέδιο να μπορέσει δύο αιώνες μετά απο το  “voyage en Icarie” να ανανεώσει τον Μύθο της,  και να γίνει ένα παγκόσμιο κέντρο προβληματισμού των  εναλλακτικών πολιτικών και δράσεων.

Advertisements

4 Responses to “Τα πανηγύρια της Ικαριάς.”


  1. 1 dimitris-r Ιουλίου 14, 2010 στο 8:40 μμ

    Νομίζω αγαπητέ φίλε Γιώργο Πίττα, ότι αυτό το «Έχοντας ολοκληρώσει» στο σημείο που τίθεται κι έχοντας πράγματι ολοκληρώσει τέτοιο …υλικό, σε καθιστά αυτόματα κορυφαίο των κορυφαίων. Σπεύδω για εκδίκηση, μη έχοντας διαβάσει την συνέχεια, να σερβίρω τα φιλεταρισμένα ορτύκια, που είχα από χτες στη μαρινάτα και σήμερα κατέληξαν μεζές, να βάλω και λίγο από το άσπρο σώσμα της «Μαντελούσας» στο ποτήρι, γιατί αν είναι να συνεχίσω την ανάγνωση και να πάθω κάτι το στερητικό κι ανεπανόρθωτο, τουλάχιστον να πάω χορτάτος και ξαραθυμισμένος.
    Ζήλεψα, ναι! Πάλι…

  2. 2 ΚΡΥΣΤΑΛΙΑ ΠΑΤΟΥΛΗ Ιουλίου 15, 2010 στο 2:23 πμ

    «Ισως η Ικαρία κάτω από ορισμένες συνθήκες και με ένα επεργασμένο σχέδιο να μπορέσει δύο αιώνες μετά απο το “voyage en Icarie” να ανανεώσει τον Μύθο της, και να γίνει ένα παγκόσμιο κέντρο προβληματισμού των εναλλακτικών πολιτικών και δράσεων»
    Αυτό κρατάω. και μπράβο για την πολύ καλή έρευνα και κείμενο http://www.youtube.com/watch?v=Er5rdFepIIg

  3. 3 Ολυμπία Μπαρμακέλλη Ιουλίου 15, 2010 στο 9:07 μμ

    Αυτό που νοιώθουμε όσοι έχουμε καριώτικες ρίζες ίσως έχει να κάνει με αυτό που είδες και έζησες στα πανηγύρια μας. Όλοι μαζί μικροί και μεγάλοι, πλούσιοι και φτωχοί,μορφωμένοι και ‘αμόρφωτοι’, ντόπιοι καοι ξένοι χορεύουν όλοι μαζί αγκαλιασμένοι. Το ταξικό και κοινωνικό μίσος τουλάχιστον μέχρι τώρα είναι σχεδόν μηδενικό!!! Παράδειγμα προς μίμηση! Η γιαγιά μου, η κυρά Αργυρώ, μία από τις υπερήλικες του νησιού, πάντα έχει να μας προσφέρει!!! Πού τα βρίσκει με μια σύνταξη των 200ΕΥΡΩ; Και η απάντηση: » Η αγάπη σας με κρατά ζωντανή και με γεμίζει.»
    Να σαι καλά καριώτισσα, γιαγιούλα μου!!! Είμαι τυχερή που υπάρχεις στη ζωή μου!!!

    • 4 Μπαρμακέλλη Αργυρώ Ιουνίου 29, 2011 στο 9:40 μμ

      σχεδόν μετά από ένα χρόνο διάβασα κατά τύχη το παραπάνω άρθρο και ομολογώ πως έχει κατα΄πολύ προσεγγίσει τους Ικαριώτες και την Ικαρία, μα πιο πολύ με συνεπήραν τα λόγια της Ολυμπίας για την γιαγιά, την κυρά Αργυρώ…
      Έτυχε να έχω τ όνομά της και την χαρά να την ζώ επί τρεις μήνες περίπου κάθε χρόνο από τα πρώτα μου βήματα μέχρι και τα 27 μου χρόνια,μετά έρωτες, γάμος παιδιά, όλο και πιο λίγο την έβλεπα…τελευταία φορά που την είδα,την αγκάλιασα, της μίλησα και μου μίλησε ήταν πέρσυ τον Ιούλιο.
      Η γιαγιά μας πέθανε τον Μάιο του 2011 σχεδόν 99 ετών!!!!
      Πέθανε γιατί δεν ήθελε άλλο να ζει, γιατί είχε κουραστεί, γιατί ένιωθε πως οι δικοί της την καλούσαν εκεί ψηλά στον Παράδεισο…πέθανε χωρίς να κουράσει ποτέ κανέναν,πέθανε στον ύπνο της γλυκιά και ανειρεμένη…
      Η Ικαρία είναι οι άνθρωποι που αγαπάς και σέβεσαι.
      Η Ικαρία ήταν για εμάς η γιαγιά μας, η «κυρά Αργυρώ» που πάντα είχε να δώσει…
      Μπαρμακέλλη Αρυρώ
      30 Ιουνίου 2011


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Ιουλίου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιον.   Νοέ. »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

cover4.gif

paros-cover.gif