Αρχείο για Δεκέμβριος 2010

Ευχές για τη νέα χρονιά

Οι ευχές μου,  τέσσερα στιχάκια μυκονιάτικα, από τη ζυγιά των Μπαμπέλη – Καντενάσο:

“ Όσοι έχουνε καλή καρδιά και τακτικά γλεντούνε

μονάχα αυτοί τον ψεύτικο τον κόσμο θα χαρούνε.

Εμορφα που ν’τα έμορφα, κι ωραία τα ωραία

Κι απ’ ούλα πιο μορφότερα  είν’ η καλή παρέα».

Τα πανηγύρια της Σάμου

Στην Σάμο ο προορισμός μου ήταν ένα οικογενειακό πανηγυράκι στους Μυτιλινιούς, ένα πανέμορφο χωριό, που διατηρεί ακόμα  την παλιά αίγλη απ’ το σημαντικό κεφαλοχώρι των επτά ενοριών, των πολλών καφενείων, μαγαζιών και των δυό εντυπωσιακών νεοκλασσικών σχολείων. Ο ιδιοκτήτης ενός από τα ελάχιστα οπορωπαντοπωλεία που απέμειναν σήμερα στο χωριό, ο Πολυκράτης Αλαγεωργίου, γιόρταζε τον Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο και θα είχε σπίτι του καζάνι με  τη “γιορτή”, ένα από τα σπάνια εδέσματα του Αιγαίου Πελάγους. Νωρίς το απόγευμα περάσαμε από το μαγαζί του για να δηλώσουμε την συμμετοχή μου στο πανηγύρι, παρέα με την Κούλα Καραμηνά, ποιήτρια και δημοσιογράφο και τον Χρήστο Αμοργιανό, τον παλιό δήμαρχο του χωριού, τους δυό πολύτιμους ξεναγούς μου, και ανακάλυψα ένα μαγικό χώρο που παρ’όλο που είχε όλα τα προϊόντα ενός σύγχρονου Σούπερ Μάρκετ επαρχίας,  σε πήγαινε μισό αιώνα πίσω με την ατμόσφαιρά του, τα παλιακά εκθέματά του,  και τα σακιά με τα όσπρια  που τα έπαιρνες χύμα με την σέσουλα.  Ενα υπέροχο μείγμα παλιομοδίτικου και  σύγχρονου! Κάτι παρόμοιο ήταν και όλο το χωριό. Μονόροφες κατοικίες – αρκετές εγκαταλειμμένες – των αρχών του περασμένου αιώνα, στενοσόκακα χωρίς αυτοκίνητα, μιά πλατεία μ’έναν γεροπλάτανο και γύρω της γραφικά ταβερνάκια, αλλά και μηχανές εντούρο, τηλεοράσεις ΝOVA και εντυπωσιακά αγροτικά 4Χ4 παρκαρισμένα στη δημοσιά.. Μεταξύ της σούμας (μόνο στη Σάμο και τη Πάρο λένε έτσι τη ρακί) και των χορταστικών μεζέδων έγινε σε εντατικό βαθμό η εκπαίδευση μου. Ξεκινήσαμε με την ιστορία όπου και τι δεν έμαθα!

Η Σάμος, παρ’ όλη την ηρωική συμμετοχή της στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, δεν κατόρθωσε να συμπεριληφθεί στο ελεύθερο Ελληνικό κράτος, ευρισκόμενη από το 1834 έως το 1912 σε ένα ημιαυτόνομο καθεστώς υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία, την ονομαζόμενη “Ηγεμονία”.  Μετά το 1860 η Σάμος μπαίνει σε μιά περίοδο αστικής ανάπτυξης με κύρια χαρακτηριστικά την μεγάλη εμπορική και οικονομική πρόοδο. Οι  εμπορικές συναλλαγές του νησιού με τα γειτονικά μικρασιατικά παράλια ήταν τόσες που κάποιες στιγμές θεωρήθηκε χωρίς υπερβολή  ότι η Σάμος λειτουργούσε ως προάστειο της Σμύρνης. Κύρια δραστηριότητα τα καπνά – μέχρι και πούρα φτιάχνονταν την εποχή εκείνη – η αμπελουργία και η οινοποιία στο Βαθύ, αλλά και η επεξεργασία δερμάτων στο Καρλόβασι (γύρω στα τριάντα εργοστάσια, τα λεγόμενα ταμπάκικα). Μετά τους πρώτους Βαλκανικούς πολέμους το 1912 η Σάμος αποκτά την  πολυπόθητη ελευθερία της   και ενσωματώνεται στο Ελληνικό κράτος, αποκόπτεται όμως – ειδικά μετά την Μικρασιατική  καταστροφή – από τα Ανατολικά παράλια, όπως άλλωστε και τα λοιπά νησιά του Βορείου Αιγαίου, και συναναστρέφεται πια μόνο με την Ελληνική επικράτεια. Από πλευράς διασκέδασης, στα πανηγύρια το ρεπερτόριο των χορών της εποχής είναι ο Σαμιώτικος, ο Πλατανιώτικος, ο Σμυρνιός ή πολίτικος, η Σούστα, ο Μπάλος, ο Καρπάθιος, ο Καλαματιανός ενώ  και μετά την Μικρασιατική καταστροφή η Σαμιώτες διατηρούν στο ρεπερτόριό τους τα μικρασιατικά τραγούδια και τους αμανέδες (άλλωστε υποδέχθηκαν για μόνιμη εγκατάσταση πάνω από 15 χιλιάδες  μικρασιάτες πρόσφυγες). Μέχρι την περίοδο του 1960 στα πανηγύρια μαζί με τους παλιούς χορούς, παίζονται και τα ευρωπαϊκά βάλς, ταγκό, φοξ-τροτ αλλά και ελαφρά τραγούδια, ρεμπέτικα και τσάμικα, που γίνονται γνωστά στο νησί από τα γραμμόφωνα στην αρχή και κατόπιν απο το ραδιόφωνο και τα πικάπ.

Ο τρόπος πληρωμής των οργάνων στα πανηγύρια  ήταν η λεγόμενη “χαρτούρα” και τα “κολλήματα”. Χωρίς αυτά οι κομπανίες δεν παίζαν. Από το 1960 τα πανηγύρια άρχισαν να χάνουν την αίγλη τους. Οι λόγοι πολλοί. Κατ’ αρχή η μετανάστευση, εσωτερική και εξωτερική: η μετακίνηση προς τα αστικά κέντρα του νησιού, την Αθήνα, αλλά και το εξωτερικό, μαζί με το κλίμα εγκατάλειψης της επαρχείας λόγω του Εμφύλιου Πολέμου που “ταλαιπώρησε” τους Σαμιώτες. Η δημιουργία κέντρων διασκέδασης που μετέφεραν τα γλέντια στις πόλεις. Η δημιουργία δρόμων διευκόλυναν την συγκοινωνία, αλλά θάμπωσαν τη λάμψη των πανηγυριών και την επί τριήμερο κοινή παραμονή των πανηγυριστών στους τόπους προσκυνήματος. Παλιά η πρόσβαση σ’ένα πανηγύρι ήταν μιά ιεροτελεστία, ενώ τώρα δεν διαφέρει σε τίποτα απο τη πρόσβαση σε ένα κέντρο διασκέδασης.

Η ενημέρωση των ξεναγών μου ήταν ένα μείγμα πίκρας για αυτά που χάνονται, αλλά και ελπίδας και αισιοδοξίας για τις πρωτοβουλίες των πολιτιστικών συλλόγων και ιδρυμάτων στα οποία βέβαια συμμετείχαν ενεργά.

Μεσάνυχτα και οι κουβέντες δεν λέγαν να σταματήσουν. Παρ’όλο που είχα χορτάσει από το φαί, το πιοτό αλλά κυρίως από διάθεση, καθώς είχα  χαρεί και απολαύσει την εξαιρετική συζήτηση –έτσι συμβαίνει όταν συναντάς ανθρώπους που κατέχουν, πονούν και αγαπούν τον τόπο τους – και ένιωθα μιά πληρότητα και μια ζάλη, αρκετή για έναν μακάριο ύπνο, οδηγήθηκα σπίτι για την κατ’ οίκον μελέτη. Έπρεπε να μελετήσω μέχρι την επομένη το μεσημέρι, όλη την προταθείσα και παραχωρηθείσα βιβλιογραφία. Θα πέρναγα απο τεστ γνώσεων!

Το διάβασμα ξεκίνησε με τον Ε΄τόμο των “Σαμιακών” του Επαμεινώνδα  Σταματιάδη που εκδόθηκε από το Ηγεμονικό Τυπογραφείο της Σάμου το 1887! Εδώ μαζί με τα ήθη και τα έθιμα  περιγράφονται τα πανηγύρια, τα τραγούδια, οι χοροί  αλλά και τα μουσικά όργανα της εποχής.

“… Και ούτοι μεν εισίν οι εν χρήσει παρά τοις Σαμίοις χοροί, παραλειπομένων των από τινός εισαχθέντων ευρωπαϊκών τοιούτων, χορεύονται δε, καθ’ α προείπομεν, ούτοι είτε μετά μουσικών οργανων, οίον βιολίων ή και ασκαύλου μονής, είτε άνευ τοιούτων, αλλ’ εν άσμασι…”

Στο ξεκίνημα του 20ού αιώνα τη σκυτάλη της έρευνας παίρνει ο Νικολάος Δημητρίου και στο μνημειώδες πολύτομο  έργο του, “Λαογραφικά της Σάμου”,  περιγράφονται παραστατικότατα εξαιρετικά  στιγμιότυπα από πανηγύρια :

“Aρκετός κι εφέτος κόσμος στο πανηγύρι του Σταυρού. Μα πόσοι ήσαν οι αληθινοί προσκυνηταί δεν ξέρω… Τα πρωτεία στον αριθμό τα είχαν οι οργανοπαίχτες. Έφταναν με συμπάθειο τους 40 και ήσαν χωρισμένοι, αν αγαπάτε, σε 10 ολόκληρες κομπανίες…Σε πολλούς χωρικούς προσκυνητο-διασκεδαστάς έκαμε εντύπωση ο χορός Τσάρλεστον τον οποίον παρωμοίασαν ούτοι με τον “ψωριάρικο” και με το “πως το τρίβουν το πιπέρι” (εφημ. Αιγαίον 1927).

Ο Ν. Δημητρίου σε άλλα κεφάλαια παρουσιάζει διεξοδικά  μοναδικές λεπτομέριες  :

“ Στους τραγουδιστικούς χορούς εύρισκαν την ευκαιρία οι κοπέλες και τα παλικάρια του χωριού, να εκφράζουν με δίστιχα τον έρωτά τους, τη χαρά τους ή τις πίκρες τους, τα βάσανα και τους καημούς του έρωτα και τις αντιδράσεις των γονιών τους. Τα δίστιχα, λέγονταν με διάλογο. Ένα η νέα, ένα ο νέος. Αν οι σχέσεις τους πήγαιναν καλά, ο διάλογος ήταν πλούσιος σε παινέματα. Άν υπήρχαν εμπόδια ή απιστίες, ήταν παραπονιάρικος. Δίνονταν υποσχέσεις, όρκοι, κατάρες απειλές και διακοπή σχέσεων. Τότε, ο διάλογος γινόταν με δίστιχα γεμάτα προσβολές και περιφρόνηση στην αρχή, και σιγά-σιγά, υβριστικά και χυδαία. Το πείσμα ήταν μεγάλο και φαρμακερό. Το κορίτσι έλεγε και έκλαιγε. Σιγά-σιγά τα κλάματα γενικεύονταν. Μαζί της κλαίγανε και τ’άλλα κορίτσια. Και ο χορός δεν έλεγε να σταματήσει”.

Τα “πεισματικά” τραγούδια – που τα έχουμε συναντήσει και στα Δωδεκάνησα – άλλοτε, διάβασα, ήταν αυτοσχέδια και αφορούσαν  ιδιαιτερότητες κάθε ζευγαριού, πολλές φορες όμως ήταν προσχεδιασμένα και είχαν τυποποιημένη μορφή.

Ας παρακολουθήσουμε έναν διάλογο (Π-παλικάρι, Κ-κοπέλα) που ξεκινάει με κόσμιες δηλώσεις  χωρισμού  :

Κ       “ Άδικα βασανίζεσαι, του κάκου τυραννιέσαι

δεν είμαι γώ για λόγου σου κι μη παραπονιέσαι”

Π        Μ’ αρνήθηκες, σ’ αρνήθηκα, δεν θέλεις δε σε θέλω

πάνε να βρεις το ταίρι σου, κι εγώ άλληνε θέλω…”

για να καταλήξει μετά από πολλά δίστιχα σε μία κλιμάκωση επιθετικότητας:

K       “ Ποιος είναι αυτός που τραγουδεί με τις πλατιές μανίκες

Και κάνουν οι αχείλες του σαν παπουτσουσφυρίχτρες”

Α       “Γιά δες το βρωμοχόρταρο, της κοπριάς λουλούδι,

Ήρθε μπροστά μου να μου πει πεισματικό τραγούδι…”.

Σύμφωνα πάντα με τον ερευνητή, το έθιμο αυτό των τραγουδιστικών χορών από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα έπαψε να τηρείται και περιορίστηκε σε λίγους γάμους που γίνονται σύμφωνα με τα παραδοσιακά έθιμα, τραγουδώντας βέβαια τραγούδια μόνο παινετικά.

Η μελέτη μου ολοκληρώθηκε φυλλομετρώντας το  εξαίρετο λεύκωμα «Σάμος 1862-1920, φωτογραφίες και καρτ-ποστάλ» του Ντίνου Κόγια που περιελάμβανε σπουδαίες φωτογραφίες της εποχής, μεταξύ των οποίων και τρεις για τις οποίες, μόλις τις αντίκρυσα σκέφθηκα ότι θα  κινούσα ουρανό και γη προκειμένου να τις βρώ και να τις χρησιμοποιήσω στην έρευνά μου (παρ’ ότι τελικά ο συγγραφέας και κάτοχος του φωτογραφικού αρχείου ευγενέστατα όχι μόνο μου τις παραχώρησε αλλά στάθηκε εγκάρδιος αρωγός στην ερευνά μου).

Το άλλο μεσημέρι, ξενυχτισμένος  από το διάβασμα αλλά και χαρούμενος για το πλούσιο υλικό που ανακάλυψα,  αφού εξετάσθηκα  με ικανοποιητικά αποτελέσματα, οδηγηθήκαμε στη κατοικία του Πολυκράκη  για να παρακολουθήσω εξ’αρχής την παρασκευή της “γιορτής”.

Tα χαρακτηριστικά φαγητά των πανηγυριών της Σάμου είναι το “κισκέκι” για τα ανατολικά χωριά και η “γιορτή” για τα δυτικά. Και τα δύο αυτά φαγητά φτιάχνονται με τα ίδια υλικά, κρέας κυρίως κατσίκας, στάρι και κρεμμύδια. Στις νηστήσιμες μέρες αντί για κρέας και λίπος χρησιμοποιούσανε ρεβίδια κομμένα στη μέση και μπόλικο λάδι.

Η διαφορά των δυό πανηγυρικών φαγητών, του κισκεκιού από την γιορτή είναι ότι στο πρώτο το στάρι δεν μπαίνει χοντροκομμένο αλλά ολόκληρο και ξεφλουδισμένο, και ότι σε κάποια στιγμή τοποθετείται στο φούρνο. Πολλές φορές στο κισκέκι χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα τρία κρέατα, προβατίνα,  χοιρινό και μοσχάρι. Πάντως η γεύση και των δύο είναι παραπλήσια, με κύριο χαρακτηριστικό το χυλώδες και μαστιχώδες του μείγματος.

Κατά τις δύο η ώρα μπήκε το κατσικίσιο κρέας, σε μεγάλα κομμάτια στο καζάνι γιά βράσιμο. Για δυό ώρες έβραζε και με μια κουτάλα ο μάγειρας το ξάφριζε, ώστε να φύγουν τα λίπη και οι βρωμιές. Σε δυό ώρες ρίχθηκαν τα κρεμμύδια κομμένα στα τέσσερα. Η αναλογία της γιορτής είναι μία δόση κρέας, μιά δόση κρεμμύδια και μία δόση χοντροκομμένο στάρι και η συγκεκριμμένη είχε 28 κιλά κρέας, 35 κρεμμύδια και 25 στάρι. Το βράσιμο βάστηξε μέχρι τα μεσάνυχτα, οπόταν το περιεχόμενο είχε γίνει ένας πολτός. Μόλις κρύωσε αφαιρέθηκαν τα κόκκαλα, που έπλεαν πια μεσ’ τον χυλό. Σ’όλη τη πρώτη φάση της προετοιμασίας της γιορτής γινόταν  παράλληλα και η προετοιμασία του βραδινού φαγητού που θα ακολουθούσε την λειτουργία του εσπερινού.

Τα τραπέζια στήθηκαν και στη ψησταριά ψήνονταν, μπριζολάκια, σουβλάκια, λουκάνικα και πανσέτες, ενώ σε μια γωνιά είχαν στηθεί οι μικροφωνικές για το συγκρότημα των ερασιτεχνών μουσικών που θα διασκέδαζαν τους καλεσμένους.

Στο βάθος, στο χώρο του υπαίθριου μαγέρικου – εκεί που οι μαγείροι παρακολουθούσαν το βράσιμο του καζανιού – είχε στηθεί μιά “αντικάμαρα”,  με ειδικό προσκαλεσμένο τον Μανόλη Λεβασιανό, τον τελευταίο εκπρόσωπο της Σαμιώτικης τσαμπούνας. Γεννημένος το 1953 στο Πάνω Βαθύ ξεκίνησε από τα δέκα του το όργανο μαθαίνοντας κοντά στον παπού και τον πατέρα του, με πολλά ερεθίσματα από τους παλιούς τσαμπουνιέρηδες του Βαθυού και του Παλιοκάστρου. Τον Μανόλη τον γνώριζα χρόνια γιατί  συνήθως αυτός εκπροσωπούσε τη Σάμο στις ετήσιες Παγκυκλαδικές συναντήσεις των τσαμπουνιέρηδων και πάντα ξεχώριζε για το παίξιμό του. Η Σαμιώτικη τσαμπούνα,  να εξηγήσουμε κατ’ αρχάς, διαφέρει απο τις άλλες του Αιγαίου γιατί έχει έξι τρύπες (πέντε και μία) ενώ  των  υπόλοιπων νησιών δέκα (πέντε και πέντε) και επί πλέον παίζεται μόνη της και δεν συνοδεύεται από τουμπάκι (Κυκλάδες) ή λύρα (Δωδεκάνησα).

“Στη μέση του χορού όρθιος στεκόταν ο τσαμπουνιέρης παίζοντας την τσαμπούνα. Χόρευαν συρτό και πηδηχτό. Ο καθένας που έσερνε το χορό (ήταν στο κάβο), άμα τελείωνε, έβαζε στο τσαρούχι του τσαμπουνιάρη μιά δυό δεκάρες…”, θυμήθηκα ότι σημείωνε ο Ν. Δημητρίου στο βιβλίο που μελετούσα χθες βράδυ.

Και ενώ η επίσημη ορχήστρα με μπουζούκι και βιολί έπαιζε τα δικά της, σύγχρονα τραγούδια, ο Μανόλης με τη τσαμπούνα του μας οδηγούσε στους παλιούς μουσικούς δρόμους. Κάποια στιγμή οι δυό μουσικές παρέες ταιριάξαν και απολαύσαμε εκτός των ζεϊμπέκικων  σκοπών και κάποια χαρακτηριστικά σαμιώτικα τραγούδια, όπως την “Αγιοθοδωρήτισσα”, την “Σαμιώτισσα”, το “Πλατανιώτικο νερό”, που ξεσήκωσαν τον κόσμο για να χορέψει.

Το πρωί χαράματα  ρίχθηκε το στάρι στο καζάνι και άρχισε η πιο επίπονη φάση του μαγειρέματος. Επί τρείς ώρες έπρεπε ο χυλός να περιστρέφεται ανελλιπώς, για να μήν κολήσει στο πυθμένα του καζανιού, αλλά και για να γίνει μιά συμπαγής μάζα. Το γύρισμα με ένα κορμό ξύλου απαιτεί δύναμη και αντοχή, καθώς πρέπει να περιστραφεί μια μάζα 150 κιλών, έργο  που ανέλαβε μια επιτροπή ανδρών που άλλαζαν κατά βάρδιες. Κατά τις δέκα, η γιορτή ήταν έτοιμη και ο κόσμος άρχισε να καταφθάνει αφού εν τω μεταξύ είχε σχολάσει και η Θεία Λειτουργία. Όλοι τώρα περίμεναν τον παπά-Ανδρέα, καθότι ο παπάς πριν γίνει η διανομή της γιορτής, έπρεπε να ρίξει  μέσα στο καζάνι λίγο αγιασμό που έχει προετοιμάσει μέσα στο Αγιο Βήμα την ώρα του όρθρου.

Τα παλιά τα χρόνια πολλοί ερχόνταν με τις “γαβάθες” τους και παίρναν τη γιορτή  στο σπίτι για όλη την οικογένειά τους, άλλοι το τρώγαν στο σπιτικό του πανηγυρά, όπου ο παπάς έλεγε τον “ευλογητό” πριν αρχίσει το φαγοπότι. Στο τέλος του φαγητού έψαλναν διάφορα επίκαιρα με τη γιορτή τροπάρια και ενδιαμέσως “κροτάλιζαν” τα κουτάλια στα πιάτα, σύμφωνα με τα βυζαντινά έθιμα. Κατόπιν άρχιζε ο χορός και τα τραγούδια.

Ο παπα-Ανδρέας ευλόγισε την γιορτή και όλους τους μαγείρους, κρατώντας στα χέρια την εικόνα του Αγ. Ιωάννου που ασπάστηκαν ένας ένας παίρνωντας την ευλογία του.

Μετά άρχισε η μοιρασιά. Κάποια στιγμή είχα και γω μπροστά μου το πιάτο με τη γιορτή. Μιά μοναδικής ιδιαιτερότητας γεύση,  ένα χορταστικό και πληθωρικό έδεσμα!

Ένα σημαντικό κενό μου στο γαστρονομικό κομμάτι των πανηγυριών είχε καλυφθεί. Μετά το κεσκέτσι στη Λέσβο είχα δοκιμάσει  και παρακολουθήσει  τη παρασκευή της Σαμιώτικης γιορτής.  Η χαρά μου καθώς έκανα τον απολογισμό του ταξιδιού μου, ήταν ιδιαίτερη. Πόσο μάλλον που καθώς περιεργαζόμουνα τον ψηφιακό δίσκο “Σάμος – Παιγνίδια και παιγνιδιάτορες”, που μόλις μού είχε παραχωρήσει ο Τηλαύγης Δημητρίου, ο γιος του Νικολάου Δημητρίου, του οποίου τα βιβλία μελετούσα τα   προηγούμενα βράδυα, ανακάλυψα έναν μικρό  θησαυρό που μ’ εντυπωσίασε. Το Πνευματικό Ιδρυμα Σάμου “Νικόλαος Δημητρίου”, πρωτοπόρο στη συστηματική μελέτη του Σαμιώτικου Πολιτισμού, έχοντας αποδεχθεί την πρόταση ενός νεαρού Σαμιώτη, μουσικού και ταυτόχρονα ερευνητή, του Δημήτρη Ζαχαρίου, εξέδωσε ένα  CD με ηχογραφήσεις με οτι γνησιότερο και αυθεντικότερο υπήρξε στην Σαμιώτικη παραδοσιακή μουσική. Τη μουσική που παίζαν στα πανηγύρια, στους γάμους και τις γιορτές. Έχοντας απο μικρό παιδί μαθητεύσει πλάι σε παλαίμαχους μουσικούς, έχοντας ηχογραφήσει πάνω απο 500 σκοπούς και μελετήσει τις πολιτιστικές και μουσικολογικές ιδιαιτερότητες του νησιού του, ο Δημήτρης παρουσίασε μιά σπουδαία έκδοση, πρότυπο για κάθε τόπο.  Είχα στα χέρια μου άλλο ένα πολύτιμο εφόδιο γα την έρευνά μου.  Ένα ακόμα λιθαράκι αισιοδοξίας.  Ένα απτό δείγμα από τις μάχες και τις προσπάθειες που γίνονται στην περιφέρεια του Αιγαίου για να διασώσουν κομμάτια του πολιτισμού μας και που επιχειρούν να φωτίσουν τη σκοτεινιασμένη μας ζωή.

Το πανηγύρι της κούπας στη Καρδάμαιμα της Κως.

Την Κω, το νησί του Ιπποκράτη, του πατέρα της ιατρικής, το δεύτερο σε πληθυσμό και τρίτο σε έκταση νησί της Δωδεκανήσου, μετά την Ρόδο και την Κάρπαθο την γνώριζα πολύ καλά. Στις επαναλειμμένες επισκέψεις μου, ειχα γνωρίσει πολύ καλά τους αρχαιολογικούς  της χώρους, τα μεσαιωνικά της μνημεία και την αρχιτεκτονική της κληρονομια, μιά προίκα τρανταχτή πάνω στην οποία στηρίχτηκε η σημερινή ανάπτυξη του τουρισμού της και που την  κατέστησε έναν από τους πιό περιζήτητους προορισμούς της Ελλάδας. Θυμάμαι μάλιστα πολύ καλά ένα ρεπορτάζ  που είχα κάνει γιά τον γαστρονομικό πλούτο του νησιού και είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό της AEGEAN, πάνε τώρα κάποια χρόνια. Έτσι είχα γνωρίσει, αρκετά έκπληκτος και εντυπωσιασμένος μια αθέατη και ταπεινή  πλευρά του νησιού, αυτήν που βρίσκονταν  πίσω από την  φανταχτερή εικόνα των μεγάλων τουριστικών εγκαταστάσεων και τουριστικών υποδομών.  Κάτι παρόμοιο θα συνέβαινε και με την έρευνά μου με τα πανηγύρια του νησιού.  Σκαλίζοντας εντόπισα ότι  ένα από τα μακροβιότερα πανηγύρια  της Κω  γίνεται στην Καρδάμαινα, ανήμερα της Γεννήσεως της Θεοτόκου στις 8 Σεπτεμβρίου, όπου αναβιώνεται ο καθιερωμένος “χορός της κούπας”. Οι επαφές μου για την επισκεψή  μου στο νησί, την διερεύνηση των πηγών που αναζητούσα και την καταγραφή  του  συγκεκριμένου πανηγυριού έγιναν,  με την Αργυρώ Κατσίλη,  την υπερδραστήρια πρόεδρο του Λυκείου Ελληνίδων της Κω, η οποία με καθοδήγησε παραδειγματικά. Χάρις στην κυρία Αργυρώ γνώρισα τον Μανώλη Χαλκιδιό, τον πρωτοχορευτή της χορευτικής ομάδας του Λυκείου Ελληνίδων. Συγκλονιστικός χορευτής, αλλά και όμορφο και ξηγημένο παλικάρι ο Μανωλιός αποδείχθηκε για τις ανάγκες μου λύρα εκατό. “Κυνηγός πανηγυριών”, ερευνητής και  φανατικός θιασώτης της παράδοσης, από την πρώτη στιγμή με κέρδισε  με το χορό του και την παρουσία του. Είχα γνωρίσει έναν σύγχρονο μερακλή και γλεντιστή! Μετά απο την πρώτη γνωριμία στο Πανηγύρι του Αγίου Ζαχαρία, σε μία δύσβατη και απόκρυμνη τοποθεσία, νοτίως του όρους Δικαίου, όπου θαύμασα τον χορό του Μανώλη, της παρέας του και διάφορων πιστικών (έτσι ονομάζονται οι κτηνοτρόφοι στην Κω) μπήκαμε σε εντατικό πρόγραμμα επιμόρφωσης.

“Δεν θα πάμε πουθενά αν δεν γνωρίσεις απο κοντά την Άννα Καραμπεσίνη” μου ξεκαθάρισε με απόλυτο τρόπο  ο Μανώλης! Με το δίκιο του, γιατί η θρυλική Άννα με τα τραγούδια της σημάδεψε όχι ένα και δυό, αλλά όλα τα πανηγύρια και τις γιορτές του Αιγαίου. Και βέβαια εκτός των τραγουδιών,  με τη στάση της απέναντι στην  παράδοση αλλά και απέναντι στα βάσανα της ζωής, (η ίδια μέσα στην οικογένειά της είχε παρα πολλά) έγινε ένα σύμβολο παρηγοριάς και εγκαρτέρησης.

Η κατοικία της μεγαλύτερης γυναικείας φωνής της Δωδεκανήσου είναι ένα ταπεινό στενόμακρο σπιτάκι μπροστά στη θάλασσα. Η κυρά- Άννα μόλις είδε τον Mανώλη τον μουντάρισε και τον φίλησε σταυρωτά. Τον αγαπάει πολύ, γιατί την επισκέπτεται συχνά με φίλους και τραγουδούν, πίνουν, τρών  και λένε ιστορίες. Θυμάται τα νειάτα της, τους γονείς της, τις πέντε αδελφές της και το πατρικό της στην Αντιμάχεια που τακτικά είχανε γλέντια και αποσπερίδες.  Οσο δε για την αφεντιά μου, μούδειξε αμέσως την φωτογραφία αγκαλιά με την Μπήλιω, που είχε μοστραρισμένη σε περίοπτη θέση πάνω από τον καναπέ. “Αχ τι μας έκανε η γυναίκα σου, είχαμε πενήντα χρόνια να ειδωθούμε με την Ελένη, απο τότε που τραγουδάγαμε, αρχές της δεκαετίας του 50, μαζί με τη Δόμνα Σαμίου στη χορωδία του μεγάλου δάσκαλου Σίμωνα Καρά. Δεν μπορείς να φαντασθείς πόσο πολύ συγκινηθήκαμε!” Θυμάται όταν την είχε καλέσει η Μπήλιω στην εκπομπή της, όπου η Άννα Καραμπεσίνη και η Ελένη Κονιτοπούλου, οι δύο θρυλικές φωνές του Αιγαίου,  ξανασυναντήθηκαν και τραγούδησαν ζωντανά μαζί στο “Έχει Γούστο”.

Αμέσως μας καθίζει στο μικρό σαλονάκι, όπου οι τοίχοι ήσαν πνιγμένοι από φωτογραφίες, βραβεία και ενθύμια, και στα γρήγορα μας φέρνει τα ουζάκια με μεζέδες όπου δεν έλειπε βέβαια το τυρί της πόσιας, το περίφημο κρασοτύρι της Κω. Η κυρά Άννα, με μυαλό ξουράφι και καρδιά έφηβης κοπέλας, κι ας κοντεύει τα 90, δεν έχει ξεχάσει τίποτα. Αναπολεί τη ζωή της και από τα παιδικά της χρόνια θυμάται τον πατέρα της και μας το περιγράφει με ένα ποιηματάκι…

“ Ο πατέρας μου Βαϊθής ο Σαρρής,

ήτανε άνθρωπος πολύ ωραίος και σπουδαίος μερακλής

και για τα χρόνια εκείνα, καλός και πρώτος χορευτής.

Γλεντούσε και διασκέδαζε όμορφα και ωραία,

με τραγούδια και βιολιά και με καλή παρέα.

Παρ’ όλα που’ χε βάσανα, είχε και το μεράκι

κι εύρισκε ανακούφιση πίνοντας ουζάκι.

Κι όταν με την παρέα του πίναν το καραφάκι

εχόρευε λεβέντικα με το γεμάτο ούζο ποτηράκι

που χε καμαρωτά κι αγέροχα πάνω στο κεφαλάκι”.

H κυρά-Αννα, βασίλισσα στο φτωχικό της, μιλάει για τη δισκογραφία της, τους ανθρώπους που συνεργάσθηκε – για όλους είχε να πει ένα καλό λόγο – τα ταξίδια της στην άκρη του κόσμου προκειμένου να δώσει χαρά στους απόδημους Έλληνες. Κι όταν της λές για τις αρέσκειές σου, τα τραγούδια της που σου αρέσουν, τότε αυτή σαν τζουκ-μπόξ, θυμάται απ’έξω και ανακατωτά σε ποιόν απο τους εικοσιέξι της μεγάλους δίσκους βινυλίου βρίσκονται και σε πιά σειρά και αμέσως σου βάζει το τραγούδι στο πικάπ για να το ακούσεις.

Καθήσαμε μέχρι το σούρουπο.  Ακούσαμε το “Διοσμαράκι” γνωστό και σαν   “ Τζιβαέρι”, το “Μες του Αιγαίου τα νερά” και άλλα πολλά. Η κυρά-Αννα Καραμπεσίνη στα 87 της ξεχύλιζε από ζωή και αισιοδοξία, αεικίνητη, ενθουσιώδης, να ξεπετά στίχους και ποιηματάκια με μια μοναδική ευκολία, για το κάθε τι, και παρ’ όλα την πίκρα της που ο τόπος της δεν την τιμά όσο της άξιζε, μάς απέδειξε ότι η ζωντάνια και η νιότη δεν έχουν να κάμουν με τα χρόνια και την ηλικία, αλλά  με το πάθος για δημιουργία και την αγάπη για τους ανθρώπους και τη ζωή.

Μετά από την επίσκεψη στο σπίτι της Κυρά-Άννας – ο Θεός να την έχει καλά – και πριν ασχοληθώ με την επιτόπια έρευνα, ασχολήθηκα λίγο με την ιστορία των πανηγυριών, ψάχνοντας σε βιβλιογραφίες.

Στη Κω τα παλιά χρόνια, δηλαδή στις αρχές του 20ού αιώνα, γίνονταν τόσα πανηγύρια όσα και οι υπάρχουσες εκκλησιές. Όσα τελούνταν στους καθεδρικούς  ναούς ή σε μοναστήρια, είχαν ένα χαρακτήρα επίσημο και πάνδημο με παλλαϊκή συμμετοχή, ενώ όσα τελούνταν σε ξωκκλήσια ή σε εξωμονάστηρα είχαν χαρακτήρα πιό λαϊκό και οικογενεακό.  Σπουδαιότερα  πανηγύρια εκείνη την εποχή ήσαν των Αγίων Ασωμάτων στ’ Ασφενδίου, στον πελώριο αμπελώνα του νησιού, το πανηγύρι των Αγίων Αποστόλων στην Αντιμάχεια, στην Ζωοδόχο Πηγή στο χωριό Κέφαλος.

Στον Αη-Γιώργη στο Πυλί, μετά την Θεία Λειτουργία μαζί με το πανηγύρι εκτελούνταν ιππικοί αγώνες προς τιμή του Αγίου, αφού καβαλλάρης εικονίζεται κι ο ίδιος. Κύριο χαρακτηριστικό των αγώνων αυτών ήταν ότι οι αγωνιζόμενοι δεν διεκδικούσαν έπαθλα, αλλά αγωνίζονταν για να επιδείξουν  τις ικανότητές τους και το θάρρος τους καθώς έτρεχαν με τα άλογα χωρίς  σέλλες και χαλινάρια (βαστά ακόμα και στις μέρες μας το έθιμο αυτό).

Ψάχνοντας τα αρχεία της Κω για να βρω πληροφορίες για τα πανηγύρια του νησιού ανακάλυψα ανάμεσα σε άλλα, ένα άρθρο του Νικολάου Ζάρακα, εξαίρετου ερευνητή που το λαογραφικό έργο του έχει τιμηθεί από την Ακαδημία Αθηνών, με θέμα “Τοπία και πανηγύρια της Κω”.

“Κατά τους χρόνους της δουλείας η συμμετοχή του Δεσπότη σ’ αυτά ήταν κάτι πιο πάνω από το επίσημο, άν επιτρέπεται η έκφραση. Ήλθε ο Δεσπότης! Στη στιγμή το μαθαίνουν όλοι στο χωριό, γι’ αυτό και δεν λείπει κανένας από τη λειτουργία, από τ’ αμέριμνο παιδί ως τον πολυάσχολο νοικοκύρη. Ήταν τότε ο Δεσπότης, ο Ένας, ο ανώτερος, ο αγιώτερος, ο πατέρας όλων και κυριολεκτικά ο Εθνάρχης, γιατί ποιός τον έβλεπε τον Πατριάρχη;  Ο καθένας ήθελε να δει τον Δεσπότη, να τον ακούσει, δεν τον έβλεπε συχνά, ίσως μιά φορά τον χρόνο.

Η Εκκλησιαστική Επιτροπή έστελνε από την παραμονή στην Κω τον “Καλόγερο” (έτσι λέγεται και σήμερα ο νεωκόρος) με το καλύτερο υποζύγιο, κυρίως άλογο, για να φέρει το Δεσπότη. Δεν υπήρχαν τότε δρόμοι αμαξωτοί και τροχοφόρα μέσα. Η είδηση του ερχομού του Δεσπότη αναγγέλονταν χαρμόσυνα με τις κωδωνοκρουσίες των εκκλησιών. Οι Ιερείς με τους Δημογέροντες και άλλους προύχοντες υποδέχονταν με κάθε τιμή και σεβασμό τον Ιεράρχη που έμενε και διανυκτέρευε στο σπίτι του Αρχιερατικού Επιτρόπου… Το πρωί στο πανηγύρι, ασφυκτικά γεμάτη η Εκκλησιά : Oι δάσκαλοι με τα “δασκαλόπουλα”, οι προύχοντες στις πρωτοκαθεδρίες, ο λοιπός κόσμος με σεμνότητα και προσήλωση… Εκεί μέσα στην Εκκλησία επικοινωνούσε κανείς με το Θείον, εκεί μέσα μόνο ζωντάνευε το Έθνος, εκεί καταλάβαινε κανείς ότι είναι ελεύθερος, γιατί ήσαν όλα Ελληνικά, έξω τα πάντα πλάκωνε η σκλαβιά… Μετά τη λειτουργία οι “Τράπεζες” με τ’ άφθονα φαγητά και κρασιά. Οι Επίτροποι στο πόδι να εξυπηρετούν μ’ ανυπόκριτη χαρά κι έπειτα ο χορός και το γλέντι ως το βράδυ. Παράλληλα κι οι άλλες φροντίδες των Επιτρόπων, να παραλαμβάνουν τα τάματα, ΄πως παλαιότερα και τώρα. Άλλος φέρνει σφακτά αρνί, ερίφι, δαμάλι, οι γυναίκες όρνιθες, ασημικά, χρυσαφικά κ.τ.λ. που τα έχουν τάξει στον Άγιο κατά την ώρα του κινδύνου, σε κρίση αρρώστιας κ.α. “Παναγιά μου, κάνε μου καλά το παιδίμ μου νασου φέρω στη Χάρη σου λαμπάδα ίσα με το μπόϊ σου” ή “Αη μου Γιώργη γειάνε μου το παιδί μου να το ζυάσω στη Χάρη σου οκκά γκαι γράσι” κ.α. Τα “ζωντανά” πρέπει να πωληθούν αυθημερόν με πλειοδοτικό ανοικτό πλειστηριασμό. Πλειοδοτούν πολλοί γιατί είναι βοήθεια προς την εκκλησία και, κατά τους χρόνους της δουλείας, ήταν και σχολικός πόρος. Οι νέοι κι οι νέες διασκεδάζουν, όπως κι οι ηλικιωμένοι μερακλήδες, οι  γέροι παρακολουθούν και καμαρώνουν τα νιάτα, αναδεύοντας τα περασμένα”…

Έχοντας αποκομίσει μιά σφαιρική εικόνα για την πανηγυρική εικόνα της Κω, είχε έλθει  η ώρα να οδηγηθούμε στον τελικό προορισμό μας, το πανηγύρι στην  Καρδάμαινα. Η Καρδάμαινα, ένα παραθαλάσσιο χωριό 29 χιλιόμετρα Νοτιοδυτικά της πόλης της Κω, έχει εξελιχθεί στο δημοφιλέστερο τουριστικό θέρετρο του νησιού. Πολυτελείς και σύγχρονες ξενοδοχειακές μονάδες αλλά και ξενοδοχεία που συγκεντρώνουν λαϊκά στρώματα, ταβέρνες,  θορυβώδη μπαράκια, παντός είδος καταστήματα, δημιουργούν μιά ατμόσφαιρα όπου νομίζεις ότι τα παντα λειτουργούν για τον Τουρισμό. Στίφη τουριστών περιφέρονται, πίνουν, τραγουδούν και διασκεδάζουν. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον για μιά στιγμή διερωτήθηκα πώς και πού θα γινόταν το παραδοσιακό πανηγύρι της “κούπας”. Στο κέντρο της πόλης βρισκόταν η εκκλησία.  Φθάσαμε, οφείλω να ομολογήσω, με σχετική ανησυχία. Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος ο ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου συγκέντρωσε εκατοντάδες προσκυνητές ντόπιους και επισκέπτες.  Στο προαύλιο της εκκλησιάς δεκάδες κόσμος, ένα χωριό, μιά όαση ελληνική μέσα σε μιά ξένη πόλη!

Μόλις είχε τελειώσει η Θεία Λειτουργία και οι πιστοί παίρναν θέσεις στα τραπέζια γιά το γεύμα που θα ακολουθούσε. Το φαγητό ήταν τα παραδοσιακά “πιτταρίδια”, ένα ζυμαρικό σαν μακρόστενες χυλοπίτες με κοκκινιστό κρέας, συνήθως κατσίκας που το προσφέραν οι πιστικοί. Τα πιτταρίδια παλιά τα παρασκεύαζαν οι νοικοκυρές με νερό και αλεύρι, που αφού πρώτα απλώναν τη ζύμη, την κόβαν σε μακρόστες λουρίδες και τις στέγνωναν στον ήλιο. Σήμερα χρησιμοποιούν έτοιμα ζυμαρικά τύπου λαζάνια.

Ο χορός ξεκίνησε με την έκτακτη συμμετοχή των δύο χορευτικών ομάδων από τα δυό παραρτήματα του Λυκείου Ελληνίδων που δραστηριοπούνται έντονα στο νησί.

Πρώτα χόρεψε η ομάδα του Λυκείου Ελληνίδων της Καρδάμαινας κρητικούς χορούς τον “Λαζέικο”, τον “Χανιώτικο”, τον “Μαλεβιζιώτικο” και τη “Κρητική σούστα”. Ακολούθησε το Λύκειο της πόλης της Κω με τον “Ισο”, την “Κώτικη σούστα” τον “Ροδίτικο”, το “Θυμαριώτικο” και το “Πεντοζάλι της Κω”.

Οι μουσικοί ήσαν οτι καλύτερο διαθέτει το νησί. Στο ακκορντεόν, ο Μανώλης Πόγιας από τ’ Αφενδίου, που κατάγεται από μιά οικογένεια μουσικών και κατέχει όσο κανείς άλλος τους σκοπούς της Κω. Περιζήτητος στα πανηγύρια, με μιά χαρακτηριστική φωνή, μπορεί να τραγουδά και να παίζει συνεχόμενα επί ώρες, εμπνέοντας τους χορευτές, με έναν τρόπο που μόνο αυτός ξέρει. “Οι χορευτές πατούν επάνω  στη μουσική του, γιατί τους παρακολουθεί  προσεκτικά και τους βοηθά  να απογειωθούν”, δηλώνει κατηγορηματικά ο Μανώλης Χαλκιδιός. Συνοδοί του ο Μανόλης Κεφαλιανός στο βιολί  και ο Ζαχαρίας Κασίου στο λαγούτο”.

Μετά ξεκίνησε ο χορός της “Κούπας”. Τον χορό  – ένας “ίσος” – έσυρε στην αρχή ο παπάς κρατώντας την κούπα, ένα πανέρι ψάθινο, ακολουθούμενος από τους επιτρόπους. Αμέσως μετά κάθε ζευγάρι που ήθελε να χορέψει, έβγαινε μπροστά, η γυναίκα έπαιρνε την κούπα, πήγαινε στη κορυφή, ο άντρας  έριχνε μέσα τα χαρτονομίσματα πιάνοντας την με το ένα χέρι και με το άλλο τους υπολοίπους. Το κάθε ζευγάρι, αφού χόρευε το χορό του, έδινε τη θέση του στο επόμενο που έπαιρνε την κούπα με την ίδια διαδικασία. Ο χορός της κούπας, βάστηξε μέχρι τα μεσάνυχτα και κάποια στιγμή όταν τελείωσε αναμείχθησαν οι χορευτές με τους προσκυνητές και άλλοι χοροί.

Κάποια στιγμή πήρα σε μιά άκρη τον Μανώλη και αρχίσαμε να μιλάμε για την κατάσταση των πανηγυριών στο νησί του.

“Την περίοδο των δεκαετιών 1980-1990, τα πανηγύρια στο νησί είχαν περιορισθεί, τόσο στον αριθμό όσο και στη διάρκεια, την συμμετοχή αλλά και το κέφι τους. Στηριζόταν αποκλειστικά και μόνο στους πιστικούς, κάποιους πιστούς και λίγους μερακλήδες. Οι λόγοι  λίγο πολύ γνωστοί. Οι νεολαία οδηγήθηκε προς τους ευρωπαικούς χορούς, την διασκέδαση της πόλης. Τα τελευταία χρόνια τα πράγματα άλλαξαν. Μαζί με τα δυό Λύκεια, υπάρχουν επτά σχολές όπου οι νέοι μαθαίνουν, όχι μόνο τους ντόπιους χορούς αλλά και από όλη την Ελλάδα. Βέβαια τα σκέρτσα, τα τσαλίμια και τις φιγούρες τα μαθαίνει κανείς μόνο όταν χορέψει στα πανηγύρια και παρατηρήσει  τους ντόπιους. Όλοι αυτοί λοιπόν οι νέοι τροφοδότησαν τα πανηγύρια και τους έδωσαν μιά νέα ζωντάνια. Μαζί τους και πολύς λαός που θυμήθηκε τον αυθεντικό τρόπο διασκέδασης.  Σήμερα τα πιο σπουδαία πανηγύρια της Κω είναι του Αη Γιαννιού στην Κέφαλο, όπου φέτος είχε πάνω από 40 καζάνια και τρείς χιλάδες κόσμο, της Αγίας Μαρίνας, του Αγίου Παντελεήμονα και του προφήτη Ηλία, όλα αυτά στα περίχωρα της πολής της Κω, της Παναγιάς στο Λαγούδι την Παρασκευή του Πάσχα και των Αγίων Αποστόλων στην Αντιμάχεια”. Ο  Μανώλης θα μπορούσε να μιλάει με τις ώρες, με τις μέρες για τα πανηγύρια. Είναι η ζωή του και η ζωή της παρέας του. Είναι η ζωή που επιχειρώ να αποτυπώσω κι εγώ πηγαίνοντας εκεί όπου η Ελλάδα ακόμη παίρνει κάποιες ελάχιστες αλλά τόσο ζωτικές αναπνοές. Τις αναπνοές από ίχνη μιάς αλλής ζωής  και αλλονών  πολιτισμών που τις έχουμε τόσο πολύ ανάγκη.


Το πανηγύρι του Αη-Γιαννιού στην Ολυμπο Καρπάθου

Χαράματα στις πεντέμιση το πρωί, το οχηματαγωγό Πρέβελη έδενε στο Διαφάνι, το  επίνειο της Ολύμπου   ( το χωριό στα βόρεια της Καρπάθου, μοναδικό στην ιδιαιτερότητα του πολιτισμού και της παράδοσής του ). Η πιο δύσκολη αποστολή μου βρισκόταν στο ξεκίνημα της… Οι δυσκολίες δεν οφείλονταν τόσο στον όγκο και στην πολυπλοκότητα του εγχειρήματος – να επισκεφθούμε πέντε νησιά σε 15 μέρες – αλλά στην κατάσταση της υγείας μου. Μεσ’ το κατακαλόκαιρο, αμέσως μετά το πανηγύρι της  Αγίας Παρασκευής στη Κύθνο, η μέση μου με ξαναχτύπησε με τις κουζουλάδες που έκαμα.  Το θαύμα της αγίας Παρασκευής δεν βάστηξε και πολύ,  ίσως γιατί κάποια θαύματα βαστούν μόνο τρείς μέρες. Τέσσερεις βδομάδες τάβλα στο κρεβάτι, ο προβληματικός μου σπόνδυλος πίεσε το νεύρο με συνέπεια αφόρητους πόνους και ένα μουδιασμένο αριστερό πόδι. Η θεραπεία ξεκίνησε οσονούπω με σκοπό την πλήρη ετοιμότητα για τα επόμενα ταξίδια που περίμενα πως και πως. Ο φυσιοθεραπευτής μου, ( νάναι καλά )  έκανε ότι μπορούσε για να μπορέσω να σηκωθώ και να περπατήσω, αλλά για μετακίνηση ήταν παρακινδυνευμένο, εγώ προσπαθούσα να τον πείσω ότι αδύνατον να μην πάω στα πανηγύρια που ήθελα, ο καλός μου γιατρός πείστηκε για την σπουδαιότητα του εγχειρήματος και με μια σειρά από προϋποθέσεις μού επέτρεψε τον απόπλου. Μου πέρασε του παράωρου η νέα παλαβάδα, αλλά έτρεμε το φυλοκάρδι μου για μια νέα επιδείνωση. Έπρεπε να ήμουν πολύ προσεκτικός, όχι τίποτα άλλο αλλά για να ολοκληρωθή η έρευνα! Με συνοδοιπόρο και φύλακα άγγελο τον φίλο μου Ηλία Προβόπουλο ξεκίνησα, κι ο Θεός βοηθός!

Η διαδρομή Διαφάνι – Όλυμπος το τοπίο άγριο, γυμνό, πέτρα όπου έφθανε το μάτι σου. Ενας πιό έμπειρος θα διάκρινε παντού, μέχρι τις πιό ψηλές κορφές, υπολείματα από τις πεζούλες, “τα σκάματα”,  όπου κάποια εποχή – όχι πολύ παλιά – κάθε σπιθαμή γης καλλιεργούνταν με δημητριακά και αμπέλια.

Φθάσαμε στην Όλυμπο το πανέμορφο αυτό χωριό που από την εποχή του 1960 έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον και  έχει πολυφωτογραφηθεί από τους σπουδαιότερους Έλληνες και ξένους φωτογράφους (Μπαλάφας, Μάνος, Οικονομόπουλος). Πολύχρωμα πλουμίδια  στην βεράντες των σπιτιών, πολύχρωμα στολίδια και στις φορεσιές κα στα στιβάνια των γυναικών του χωριού. Τους φωτογράφους που γοητεύτηκαν από την άγρια ομορφιά αυτού  του τόπου ακολούθησαν αρχιτέκτονες, εθνολόγοι, λαογράφοι, ανθρωπολόγοι γιατί η Όλυμπος λόγω απομόνωσης διατήρησε όσο κανένα άλλο μέρος του Αιγαίου, την αρχιτεκτονική της, τον λαικό της πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα, γεγονός που την έκανε πεδίο επιστημονικής έρευνας λαμπρό. Δεν είναι τυχαίο ότι  η αφεντιά μου ήθελε πάσει θυσά να έχει την εμπειρία του πλέον ενδιαφέροντος πανηγυριού του Αρχιπέλαγους, του Αη-Γιαννιού στην Βρυκούντα.

Απογευματάκι πήραμε το δρόμο γιά Βρυκούντα αφού πρώτα αφήσαμε το αυτοκίνητο μας στον ενδιάμεσο σταθμό, στην Αυλώνα, τον παλιό  σιτοβολώνα της Βορείας Καρπάθου. Ο αγροτικός οικισμός της Αυλώνας,  μέχρις πριν πενήντα χρόνια, ευρισκόμενος στη μέση ενός εύφορου οροπεδίου, αποτελούσε το κέντρο της γεωργικής ζωής της περιοχής. Και σήμερα ακόμα μπορεί να διακρίνει κανείς ανάμεσα στις πετρόκτιστες μάντρες, τους λεγόμενους “στάβλους”. Στάβλοι λέγονταν οι χαρακτηριστικές αγροικίες της Αυλώνας, που εξασφάλιζαν  την πρόχειρη διαμονή των  Ολυμπίτικων οικογενειών, την εξυπηρέτηση των αγροτικών εργασιών μέχρι και την διαμονή των γεωργικών ζώων ενώ παραδίπλα  το κάθε νοικοκυριό διατηρούσε το οικογενειακό του αλώνι.

Από την Αυλώνα ξεκινάει το μονοπάτι που μετά από μιάμιση ώρα δρόμο φθάνει στον Αη Γιάννη τον Βαπτιστή.  Κόσμος  πολύς, παρέες-παρέες κατέβαινε με τα πόδια το πλακόστρωτο μονοπάτι που παλιά οδηγούσε στην αρχαία πόλη της Βρυκούντας μιά από τις τέσσερεις αρχαίες πόλεις της Καρπάθου. Ανάμεσα στους συνοδοιπόρους,  μερικά στολισμένα γαϊδουρομούλαρα, που τα συνόδευαν ντόπιες γυναίκες ντυμένες με την παραδοσιακή τους φορεσιά,  μεταφέραν τρόφιμα, στρωσίδια και κουβέρτες  για τον βραδυνό ύπνο. Σε κάποια στιγμή η διαδρομή δυσκόλεψε, το πλακόστρωτο χάθηκε καθώς τώρα έπρεπε να διασχίσουμε μιά απότομη χαλικοστρωμένη πλαγιά . Η θέα της θάλασσας και του τελικού προορισμού μας, που μόλις φάνηκε, διασκέδαζε τη ταλαιπωρία μας και την κάψα που εξέπεμπαν τα άγρια γκρίζα βράχια που μας περιτριγύριζαν. Σε λίγο βρισκόμασταν στο προορισμό μας.

Ενα μεγάλο ξύλινο στέγαστρο, καλόγουστα κατασκευασμένο από κορμούς δένδρων δέσποζε στην άκρη του μικρού ακρωτηρίου και χάριζε τη σκιά του στην υπαίθρια τραπεζαρία. Γύρω αμφιθεατρικά σε ειδικά διαμορφωμένες  κλιμακωτές χωμάτινες ταράτσες ο  ντόπιος κόσμος βιαστικά, ψάχνει να βολευτεί, να  ακουμπήσει τα μπαγκάζια του και  να απλώνει τα στρωσίδια  του. Εδώ θα κοιμηθούν μικροί μεγάλοι ο ένας πάνω στον άλλο. Κάποιοι σύγχρονοι νέοι με υπνόσακους και μικρές σκηνές διαλέγουν πιό απόμακρες θέσεις. Τα τρία μικρά πέτρινα κτίσματα, η καντίνα, ο χώρος ντυσίματος των γυναικών και η κουζίνα σφίζουν απο κίνηση. Στην καντίνα έχει στηθεί “καφενείο” και παρέες προθερμαίνονται στις μαντινάδες, οι κοπελιές παραδίπλα δοκιμάζουν τις φορεσιές τους και στο μαγερειό  τα καζάνια αρχίζουν να βράζουν. Μια σκάλα σκαλισμένη πάνω στο βράχο στη κόψη του γκρεμνού, είκοσι μέτρα πάνω απο τη θάλασσα, σε οδηγεί στην σπηλιά εκεί που είναι στεγασμένο το μικρό παρεκκλήσι του Αη-Γιάννη του Βαπτιστή. Μιά μεγάλη σπηλιά χωρητικότητας εξήντα ατόμων με έντονη μυρωδιά υγρασίας που μάταια πάσχιζαν τα μεγάλα βασιλικά και τα λιβάνια να την απαλύνουν. Ένα κάτασπρο τοιχάκι με δυό αρχαίες κολώνες ορίζουν τον χώρο του ιερού και παραδίπλα στο ψαλτήρι οι ψάλτες και  ο πάπα Γιάννης μέσα σε μία ιδιαίτερα κατανυκτική ατμόσφαιρα  έχουν ξεκινήσει τον Εσπερινό.

Αφού ολοκλήρωσα την πρώτη ανίχνευση, βρήκα και γω τη γωνίτσα μου και προσπάθησα για λίγο να ξεκουράσω τη μέση μου που ήδη διαμαρτυρόταν έντονα.

Μιά ώρα αργότερα το φεγγάρι ανέτειλε πάνω από το νησί της Σαρίας, λούζοντας στο φως τις μανάδες που δέναν τα κεφαλομάντηλα των θυγατέρων τους. Σκηνές θεατρικές, απίστευτης ομορφιάς που τις απαθανάτιζα αχόρταγα με τη μηχανή μου. Εν τω μεταξύ ο κόσμος άρχισε να τοποθετείται στους πάγκους για το δείπνο. Τα φαγητά άρχισαν να σερβίρονται με τάξη στα τραπέζια και το δείπνο ξεκίνησε με την ευλογία του παπα-Γιάννη.

Γύρω του είχαν καθίσει οι ψάλτες και κάποιοι ντόπιοι που ξεχώριζαν από τη φυσιογνωμία και την κορμοστασιά τους. Το κοκκινιστό κατσικάκι ήταν σκέτο λουκούμι και φαγώθηκε τάχιστα. Αμέσως μετά   το φαγητό αρχίσαν να ψάλλονται  εκκλησιαστικά απολυτίκια, κάτι που βέβαια πρώτη φορά  συναντούσα σε πανηγύρι – που να ξερα πόσες φορές δεν θα λεγα αυτές τις μέρες στην Ολυμπο, το για πρώτη φορά – και στο τέλος κάθε απολυτίκιου όλοι οι συνδαιτημόνες  άρχισαν να κτυπούν το πιρούνι τους στην άκρη του πιάτου τους, εκδηλώνοντας έτσι, σύμφωνα με τη βυζαντινή, καθώς έμαθα συνήθεια, τη συμμετοχή τους στην κοινή χαρά. Αφού τραγουδηθήκαν τρία-τέσσερα τροπάρια ο παπάς έδωσε το σύνθημα στον πρωτομερακλή να ξεκινήσει το τραγούδι.  Οι οργανοπαίκτες, λυράρης και λαγουτιέρης κούρντισαν τα όργανα και αρχίσαν τους σκοπούς.   Το κύριο χαρακτηριστικό των πανηγυριών της Ολύμπου είναι η αυστηρότητα στην απόλυτη τέλεση της τελετουργίας τους. Τίποτα δεν γίνεται τυχαία και πολύ σπάνια διασαλεύεται  η τάξη, γι’ αυτό και τα καλά γλέντια θεωρούνται αυτά που διεξάγονται  με απόλυτη ησυχία και τάξη.

Το πανηγύρι λοιπόν ξεκίνησε με το “καθιστό γλέντι” και τον λεγόμενο “συρματικό” σκοπό.  Το συρματικό τραγούδι είναι η εισαγωγή στο γλέντι, καθότι τραγούδι με  γνωστούς στίχους, προθερμαίνει τους γλεντιστές της παρέας που ακόμα δεν έχουν έλθει σε ευθυμία. Τα συρματικά που ακουστήκαν περιελάμβαναν   ένα από τον ακριτικό  κύκλο και  ένα εθνικού χαρακτήρα ηρωικό τραγούδι (  “Του Κιτσου η μάνα κάθονταν” και μάλιστα ολόκληρο). Λίγο αργότερα αρχίσαν οι μαντινάδες. Οι μαντινάδες είναι τραγούδια αυτοσχέδια, στιχοπλασίες της στιγμής, που τα τραγουδούν τα μέλη της παρέας ο καθείς με την σειρά του, και που σε δεκαπενταντασύλλαβο στίχο αναφέρονται σε διάφορα “θέματα”, κυρίως εγκωμιαστικά, συναισθηματικά, κοινωνικοί σχολιασμοί, θέματα καθημερινότητας κλπ. Ο  χαρισματικός λυράρης είναι αυτός που πρέπει να συνοδεύει  σωστά τον  σκοπό του κάθε τραγουδιστή, να επαναλαμβάνει δυνατά τους στίχους, ώστε κατόπιν να τους επαναλαμβάνει όλη η παρέα. Συχνά  παρεμβαίνει και αυτός στα θέματα και όταν ο “δημόσιος τραγουδιστικός διάλογος”  φτάνει σε αδιέξοδο αυτός θα δώσει τραγουδιστικά τη λύση ανοίγοντας άλλο θέμα. Η παρουσία του λυράρη είναι πρωταγωνιστική γιατί  τελικά είναι αυτός που βαστάει την παρέα δεμένη και διαμορφώνει το κέφι της. Λυράρης και αρχιγλεντιστής στο πανηγύρι μας ήταν ο Μιχάλης Ζωγραφίδης. Ο Κυρ-Μιχάλης έπιασε για πρώτη φορά λύρα στα χέρια του όταν ήταν μόλις δέκα ετών και σήμερα μισόν περίπου αιώνα μετά αναγνωρίζεται ως ο καλύτερος μαντιναδόρος λυράρης του νησιού, με ρεκόρ συνεχούς παιξίματος τις εικοσιπέντε ώρες! Εξομολογείται για τις μαντινάδες: “Eλάχιστοι είναι αυτοί που μπορούν να παίζουν λύρα και να τραγούδουν αυτοσχέδιες μαντινάδες. Το παν ειναι η μαντινάδα σου να έχει ζουμί, να είναι επίκαιρη και να την φτιάχνεις στη στιγμή. ”.

Καθ’ότι το ενδιαφέρον μου είχε επικεντρωθεί στο περιεχόμενο των  μαντινάδων και στον τρόπο μετάβασης από τον ένα τραγουδιστή στον άλλο, μου είχε διαφύγει ότι γυρω από το τραπέζι είχε αρχίσει ο “κάτω χορός”. Ο κάτω χορός είναι ένας πολύ αργός χορός που τον ξεκινάει διακριτικά ο αρχιγλεντιστής, στην αρχή με μία ντάμα. Τα βήματα του, αργόσυρτα, δύο μπρός ένα πίσω δέν τραβούν καθόλου την προσοχή, καθώς η μιά περιστροφή  γύρω από την κεντρική τραπεζαρία μπορεί να έκανε πάνω από ένα τέταρτο για να ολοκληρωθεί. Σ’ολη τη διάρκεια των μαντινάδων, που βάστηξαν περί τις  δυό ώρες κάθε τόσο προστίθενταν χορευτές στη πίστα, οι άνδρες με τα κανονικά τους ρούχα και οι κοπελιές με τις πολύχρωμες τοπικές φορεσιές τους, τα κεφαλομάντηλά τους και τις “κολαϊνες”  τους.( τα περιδέραια με τα  χρυσά νομίσματα).

Γύρω στα μεσάνυχτα, οι χορευτές είχαν δημιουργήσει ένα τεράστιο ημικύκλιο και παρατεταγμένοι με τα χέρια σταυρωτά βαστούσε  ο καθένας τους παραδίπλα του και με σοβαρή και αυστηρή παρουσία κοίταζαν προς το μέρος των γλεντιστών. Η μουσική παρέμενε να υποστηρίζει τις μαντινάδες, ο χορός παρότι  σταθερά αργόσυρτος άρχισε να καταλαμβάνει σημαντικό χώρο και να πλανιέται έντονα στον αέρα η αίσθηση κάποιας προσμονής. Εκείνη τη στιγμή, κάποιοι ανέβασαν πάνω στο τραπέζι έναν πάγκο και εκεί σκαρφάλωσαν τα προηγούμενα όργανα με την μόλις αφιχθείσα τσαμπούνα του Γιάννη Αντιμισιάδη. Οι μαντινάδες σταμάτησαν και ο χορός πρωτοστατούσης πλέον της τσαμπούνας – που ως γνωστόν ξεσηκώνει τους χορευτές – άρχισε να επιταχύνει.

Μεταξύ του κάτω χορού ή αλλιώς του “σιγανού” και του “πάνω χορού” μεσολαβεί ο “γονατιστός” με δυό τρεις σκοπούς   που στόχο έχει να προθερμάνει τους χορευτές. Ο πρωτοσύρτης  που υπομονετικά επι δυό ώρες οδηγούσε το χορό, τώρα έχει όλη τη ευχέρεια να κάνει όλα τα τσαλιμάκια του, τα τσακίσματά του, τους αυτοσχεδιασμούς  και τις φιγούρες του, χορεύοντας όσες ντάμες είχε δίπλα του. Αφού αποζημειώθηκε με το παραπάνω ήλθε η ώρα να παραχωρήσει την θέση του στον επόμενο. Ο επόμενος είναι πάντα αυτός που βρίσκεται στην άλλη άκρη του χορού. Αυτός αφού πάρει το μήνυμα παίρνει τις ντάμες του – συνήθως δυό τρείς – και πάει μπροστά από τον προηγούμενο πρωτοσύρτη και χορεύει κι αυτός διαδοχικά τις ντάμες του. Μόλις τελειώσει , ειδοποιεί τον επόμενο τελευταίο και ούτω καθ’ εξής οι έσχατοι έσονται πρώτοι.

Το σύστημα αυτό του χορού λέγεται “κάβος”, καθώς έτσι ονομάζεται ο ευρισκόμενος στη θέση του πρωτοσύρτη. Οι χορευτές δεν παραλείπαν βέβαια την ώρα της αλλαγής, να πετούν χαρτονομίσματα στην πίστα, τα οποια κάποιοι μαζεύαν, τα τύλιγαν ρολό και τα βάζαν μέσα σε μιά  φυάλη ουισκιού στα πόδια των μουσικών. Ο κάβος συνεχίστηκε μέχρι τις έξι το πρωί αφού είχε χορέψει όλος ο κόσμος, οπόταν κόπηκε για να  χορέψουν καλαματιανούς, συρτούς, κρητικούς και  άλλους χορούς  που ενθουσίαζαν κυρίως τους νέους χορευτές. Κάτι σαν φασαρία έγινε εκείνη τη ώρα, δέν έδωσα πολύ σημασία γιατί ήμουν μακρυά, αλλά κατά πως με πληροφόρησε ένα ντόπιος, πάντα το κόψιμο του χορού θέλει την προσοχή του, γιατί μπορεί να προσβληθεί ο κάθε “κομένος” που περιμένει ώρες για βγεί στον κάβο. Ο χορός συνεχίστηκε ώς τις οκτώ το πρωί!

Το πρωί μόλις ξύπνησα, με δυό ώρες ύπνο, συνάντησα ένα πλήθος που είχε και αυτό ή κοιμηθεί ελάχιστα ή δεν είχε κοιμηθεί καθόλου, να σηκώνεται από τα στρωσίδια του, οι γυναίκες να ξαναφορούν τις φορεσιές τους και να προετοιμάζεται για τη πρωινή Λειτουργία.

Στο τέλος της, οι προσκυνητές στη σειρά παρέλαβαν τεμάχια άρτου, λουκουμάδες με μέλι – που τηγανίζονταν όλο το βράδυ -, και φέτες από καρπούζι όπως το λέει το έθιμο. Κατά τις έντεκα στρωθήκαμε στο τραπέζι για την πατροπαράδοτη ρεβιθάδα. Άλλες χρονιές επακολουθούσε γλέντι, μαντινάδες και  χορός, αλλά λόγω της αφόρητης ζέστης ο κόσμος έφυγε για να συνεχίσει το βράδυ του Αη-Γιαννιού το πανηγύρι στην Αυλώνα.

Την δεύτερη μέρα της γιορτής πήγαμε και εμείς στην Αυλώνα, γιατί στο χοροστάσι του χωριού θα ολοκληρωνόταν ο τριήμερος εορτασμός. Εκεί στο μοναδικό ταβερνάκι της οικογένειας Λεντάκη, πριν αρχίσει ο χορός, είχα την τύχη να παρευρεθώ σ’ένα αυθόρμητο γλεντάκι ανάμεσα σε μιά δεκαριά ντόπιους Ολυμπίτες. Γύρω από ένα τραπέζι με μεζέδες  και ανάμεσα στα κεράσματα, απόλαυσα τις μαντινάδες όχι σαν κεντρικό θέαμα ενός μεγάλου πανηγυριού, όπως  στην  Βρυκούντα αλλά σαν μία συζήτηση, ανάμεσα στους παρευρισκόμενους. Μιά κανονική τραγουδιστική  κουβέντα με  σεμνούς καθοδηγητές τους  μουσικούς Μανώλη και Βασίλη Κανάκη,  που μετατοπίζονταν χαλαρά από το ένα θέμα στο άλλο, έτσι ώστε να συμμετάσχουν και συνομιλήσουν άπαντες.

Εκεί διαπίστωσα ότι η μουσικότητα, το τραγούδι, η δημιουργία στίχων στιγμιαίας έμπνευσης ήταν ένα συστατικό κομμάτι της “παιδείας” κάθε άνδρα Ολυμπίτη. Γιατί με μεγαλύτερη  ή  πιο περιορισμένη στιχουργική  έμπνευση, καλλίφωνοι ή φάλτσοι, οι Ολυμπίτες με τις μαντινάδες έμαθαν να εκφράζονται και να επικοινωνούν.

Στο χοροστάσι κάποια στιγμή είδαμε κίνηση και δώθηκε το σύνθημα να κατευθυνθούμε κατά κει. Πάνω σε ένα  γιγάντιο τραπέζι φτιαχμένο από μπετό ήταν στημένες οι καρέκλες των μουσικών και γύρω του οι καρέκλες των μερακλήδων. Στην εξέδρα καθόνταν οι χορευτές που αναμέναν να μπουν στο χορό. Η τελευταία μέρα του πανηγυριού ήταν οι μέρα των νέων. Εδώ θα φαινόταν η πρόοδος των νέων χορευτών αλλά και θα πρωτοχόρευαν επίσημα κοριτσάκια κάτω των δέκα με τις καλές φορεσιές  του.

Αρκετές φορές τα πανηγύρια και τα γλέντια που γίνονται μέσα στο χωριό της Ολύμπου και τελειώνουν σε μεταμεσονύχτιες ώρες, εξελισονται σε πατινάδες. Η παρέα των μερακλήδων και γλεντιστών, που βέβαια δεν χόρτασαν από την διασκέδαση,  μαζί με τα όργανα παίρνουν σβάρνα τα στενά, τραγουδώντας μαντινάδες. Άλλοτε η παρέα τραγουδά σε ντόπιους, άλλοτε σε  ξενιτεμένους που γύρισαν στην πατρίδα ή σε νεοφερμένους,  και άλλοτε στις “αγαπητικές” των νέων που συμμετέχαν στις πατινάδες. Η πατινάδα ακουγόταν πάντα ευχάριστα στο χωριό και ποτέ  δεν προκαλούσε δυσανασχέτιση. Τουναντίον πολλές φορές οι νοικοκύρηδες βγαίναν στα μπαλκόνια, και ευχαριστούσαν με λόγια και με κεράσματα,  την παρέα για την τιμή και τη χαρά που τους έκαναν να επισκεφθούν  το σπιτικό τους. Η πιό συγκινητική στιγμή πάντως ήταν όταν η παρέα πέρναγε  ψηλά πάνω από το Νεκροταφείο, οπόταν τραγουδάγαν μαντινάδες γι αυτούς που φύγαν και το κλαμα έπεφτε σύννεφο. Το να προκαλεί ο γλεντιστής με τα στιχάκια του συγκίνηση και κλάμα ήταν στα υπέρ του. Το κύριο όμως ήταν οτι οι φευγάτοι για τον άλλο κόσμο ζούσαν στην μνήμη της παρέας που δεν ήθελε με κανένα τρόπο να τους ξεχάσει.

Την τελευταία βραδυά πριν φύγουμε απο την Ολυμπο περάσαμε από το καφενείο του Αντώνη Ζωγραφίδη – αδελφου του λυράρη -, στην πλατεία του χωριού. Ο κυρ-Αντώνης, αξιοσέβαστο άτομο, μεγάλος τσαμπουνιέρης – του επέτρεψαν  να παίξει τσαμπούνα σε δημοσιο χώρο από τα δεκάεξι του – και σπουδαίος μερακλής, καθόταν με  άλλους  γλεντιστές και σχολιάζαν τα γεγονότα των ημερών, κάναν δηλαδή το γνωστό “κουρέττο”. Μιά τυχαία συνάντηση εκεί με τον πρωταγωνιστή της  παρεξήγησης – αυτής που δεν αντελήφθηκα τα χαράματα στη Βρυκούντα –  του φετεινού πανηγυριού, και ο τρόπος που τον αντιμετώπισε η ομήγυρης ήταν για μας, οτι έπρεπε για να  κατανοήσουμε κατά τον καλύτερο τρόπο την  πεμπτουσία του τρόπου σκέψης, της ιεράρχησης των τοπικών αξιών  και της Ολυμπίτικης τάξης. Ο Γιάννης ένα γλυκό  όμορφο παληκαράκι είκοσι ετών, μεγαλωμένος  στη Γερμανία από Ολυμπίτη μετανάστη, παλιό γλεντιστή, περιμένει πώς και πώς το καλοκαίρι για να παραθερίσει στο χωριό. Φέτος συμμετείχε στο πανηγύρι όπως κάθε χρόνο και είχε την ατυχία, καθώς συμμετείχε στον κάβο, εκεί γύρω στις έξι το πρωί, και ήλθε η ώρα η χορέψει – είχε χορέψει ήδη την πρώτη ντάμα του και περίμενε να χορέψει και τη δεύτερη – να κόψει ο πρωτογλεντιστής τον χορό.  Ο Μιχάλης Ζωγραφίδης, ο μεγάλος  λυράρης που διασκέδαζε χωρις διακοπή  επι πέντε ώρες τους πανηγυριστές, αποφάσισε κείνη την ώρα να το γυρίσει σε καλαματιανό.

Ο Γιάννης και η κοπελιά αντέδρασαν, κατ’ αυτούς κάπως απότομα κατ’ άλλους η δεύτερη τελείως ανάρμοστα, απέναντι στη ψυχή του πανηγυριού. Η παρεξήγηση αποφεύχθη αλλά το γεγονός είχε καταγραφεί. “Κάποιος δικός μας είχε αντιμιλήσει και δεν σεβάστηκε το πρωτοβιολάτορα! ”.  Η ομήγηρη καθώς περνούσε ο Γιάννης από το καφενείο, τον κάλεσε και του έκαμε  παρατηρήσεις  για τη  συμπεριφορά και τη στάση του. Ο Γιάννης πραγματικά συντριμένος από την κριτική, με βουρκωμένα μάτια απολογείτο ότι δεν έβρισαν, απλώς αντέδρασαν, και ότι όλο το χρόνο ζει για να χορέψει το καλοκαίρι στο πανηγύρι όπου τελικά φέτος δεν τα κατάφερε. Και τότε ένας παλιός μερακλης  του λέει αυστηρά: “Και πως τολμάς να ανεβείς στο χορό και να χορέψεις, αφου δεν ξέρεις και πηδάς σαν αρκούδι. Κάτσε μάθε το χορό και μετά  ζήτα  να χορέψεις. Ετσι προσβάλεις και τον εαυτό σου, και την οικογενειά σου αλλά και όλους εμάς καθώς στον  “πάνω χορό” χορεύει όλο το χωριό και αυτός που χορεύει τοσο ατσούμπαλα το προσβάλει ”. Εδώ ο Γιάννης έσπασε, άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Οι αντιδράσεις έδειχναν πόνο και οδύνη για τη προσβολή,  την αδικία γιατί έκανε οτι μπορούσε γιά μάθει καλά τον χορό στη Γερμανία που ζούσε. Στη πίεση απάνω ο Γιάννης ξεφούρνησε  αυτό που ζούνε και νιώθουν οι νέοι στις  σύγχρονες  κοινωνίες. “ Εγώ στο κάτω-κάτω της γραφής δεν θέλω να με κρίνει το χωριό σαν καλό χορευτή, εγώ θέλω να ζήσω την προσωπική μου χαρά χορεύοντας με την παρέα μου”.  Η αντίδραση εδώ από τη γερουσία ήταν καθόλική. Πού ακούστηκε τέτοια απάντηση!

Προφανώς πιά δεν μιλούσαμε για το προσωπικό πρόβλημα του Γιάννη. αλλά για τη σύγκρουση δυό  διαφορετικών πολιτισμών. Του πολιτισμού της ελευθερίας και της ατομικότητας  της Δυτικής κοινωνίας με τον πολιτισμό  της παράδοσης και της τάξης. Της όποιας τάξης διαμόρφωνε η κοινωνία κάθε τόπου. Το πρόβλημα πέρασε το επίπεδο της αντιπαράθεσης και αντιμετωπίσθηκε ευρύτερα. Οι γιαγιάδες που καθόνταν διακριτικά στα σκαλάκια παίρνουν το μέρος του Γιάννη, βλέποντας το παληκαράκι να σπαράζει, αντιμετωπίζουν το γεγονός συναισθηματικά και με μεγάλη κατανόηση. Οι  μερακλήδες άνδρες με την απόλυτη σκληρότητα. Με τάξη, ιεραρχίες, δοκιμασίες και  κανόνες. Δεν μπορεί όποιος και όποιος, “στον χορό του χωριού”, να τραγουδήσει μαντινάδες, να παίξει μουσικά όργανα, να χορέψει αν δεν έχει περάσει εξετάσεις. Η συζήτηση τράβηξε μέχρι άργά τα μεσάνυχτα, μπήκαν και άλλες διαστάσεις. Το “αγαπάω το χωριό και σέβομαι τα έθιμά του” του Γιάννη έπρεπε να ταιριαχθεί, με το “μπορώ να κατανοήσω τους εσωτερικούς του κώδικες, να σέβομαι τους κανόνες που διέπουν όλους τους γλεντιστές,  χωρίς να χάσω τη δυνατότητα να απολαμβάνω τα αισθήματα μου και τις ελευθερίες μου”. Μετά από ώρα συζήτησης εχω την εντύπωση ότι το παληκάρι πήρε τα μήνυματα  και κάποια στιγμή  ελπίζω να πάρει επάξια τη θέση του στον χορό του χωριού. Για  τους δε μερακλήδες και γλεντιστές του χωριού πιστεύω ότι με μιά μεγαλύτερη κατανόηση  και βάζοντας λίγο νερό στο κρασί τους  θα αποτρέψουν  την απομάκρυνση της σημερινής νεολαίας (που έχει άλλωστε τόσες επιλογές)  από τον κορμό της Ολυμπίτικης κοινότητας.

Φεύγοντας απο την Ολυμπο ένιωσα πραγματικά εντυπωσιασμένος από την ιδιαιτερότητα, τον  πλούτο και την ανθεκτικότητα του λαϊκού της πολιτισμού. Παρ’ όλη την δυσαρέσκεια και την ανησυχία των παλιών Ολυμπιτών για το χάσιμο των εθίμων από τις νέες γενιές, η  άψογη οργάνωση  των τελετουργιών του πανηγυρίου και η αθρόα συμμετοχή των ντόπιων και απανταχού Ολυμπιτών, μου δημιούργησαν την εντύπωση οτι καταγράφηκε απερίφραστα η βούληση όλων, η επιβίωση  αυτού του δείγματος  κοινωνικού βίου να μην  αποτελέσει μόνο μιά πράξη στιγμιαίας και νοσταλγικής  επιστροφής  σε ένα κόσμο που χάνεται,  μιά πράξη διατήρησης της ταυτότητας του Ολυμπίτικου παραδοσιακού πολιτισμού, αλλά και  σαν μιά ευκαιρία αναστοχασμού και επαναξιολόγησης των αξιών του σύγχρονού μας πολιτισμού.


Δεκέμβριος 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

cover4.gif

paros-cover.gif