Αρχείο για Φεβρουαρίου 2011

Τα πανηγυρια της Αμοργού

Θέα ανατολής από το ξωκκλήσι του Σταυρού στα γκρεμνά του Κρίκελλου.

Η Αμοργός, το ανατολικώτερο νησί των Κυκλάδων, είναι ένας τόπος μαγικός. Απόλυτος. Σκληρό τοπίο, πανέμορφα χωριά, μοναδική Χώρα, κρυστάλλινα νερά, ειρηνική ατμόσφαιρα. Δεν είναι σύμπτωση ότι εδώ γυρίστηκε η γαλλική ταινία του   Luc Besson το Μεγάλο Γαλάζιο με αποτέλεσμα το νησί σήμερα να έχει μιά σημαντική παροικία Γάλλων που το επισκέπτονται συστηματικά. Μιά από τις σταθερές αξίες της Αμοργού είναι οι  κάτοικοί της, φιλικοί, εργατικοί και γλεντζέδες παλεύουν συνεχώς γιά να δαμάσουν την άγρια φύση του νησιού και να επιβιώσουν.

Η τοποθεσία που γυρίσθηκε η ταινία το "Μεγάλο γαλάζιο"

Μαζί με την εργατικότητά τους θαυμάζει κανείς την γλεντοκόπα φύση τους, γεγονός που αποτυπώνεται στα δεκάδες  ονομαστά για το κέφι τους πανηγύρια του νησιού.

Ας γνωρίσουμε τρία χαρακτηριστικά πανηγύρια που έχουν, το καθένα, τελείως διαφορετικό χαρακτήρα.  Το πανηγύρι της  Χοζοβιώτισσας, το πανηγυράκι του Σταυρού και το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής.

Αγκιστρωμένο πάνω στο βράχο το μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας

Αγκιστρωμένο σε έναν απότομο βράχο σε ύψος 300 μέτρων από τη θάλασσα, υψώνεται το Μοναστήρι της Παναγιάς της Χοζοβιώτισσας. Επιβλητικό και απρόσβλητο θεωρείται το εντυπωσιακότερο μοναστήρι του Αιγαίου, όχι μόνο για τη μοναδική κατακόρυφη αρχιτεκτονική του, αλλά για το πως οι οκτώ όροφοί του γαντζώθηκαν και στερεώθηκαν πάνω στο βράχο. Πήραμε το δρόμο απο τη Χώρα πρωί-πρωί και μετά από λίγο φθάσαμε στην ανατολική ακτή. Από εκεί, μέσα από ένα στενό μονοπάτι σύρριζα στο γκρεμό, με τά πόδια ανηφορίσαμε προς το μοναστήρι. Το δέος που νιώθαμε περπατώντας  στα απότομα γκρεμνά, συναγωνιζόταν τον θαυμασμό μας για το μοναστήρι που ορθωνόταν μπρος τα μάτια μας.

Η εσωτερική σκάλα του μοναστηριού ανάμεσα από τα βράχια.

Κτισμένο το 1088 από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό, στο σημειο που βρέθηκε μιά εικόνα που σύμφωνα με την παράδοση προέρχετο από την Παλαιστίνη, πέρασε εποχές μεγάλης δόξας. Στις μέρες μας ζουν σ’αυτό μόνο τέσσερεις καλόγεροι που τις καθημερινές μέρες υποδέχονται φιλόξενα τους επισκέπτες, ξεδιψώντας τους με δροσερό νερό και προσφέροντάς τους αμοργιανή ψημένη ρακί και λουκούμια. Το πανηγύρι της Χοζοβιώτισας γίνεται στις 21 Νοεμβρίου στα Εισόδια της Παναγίας και τότε είναι η μέρα που το μοναστήρι  ζωντανεύει κάθε χρόνο.

Φιλοξενία στο μοναστήρι με ψημένη αμοργιανή ρακί και λουκουμάκι.

Την Παναγιά δεν την τίμησαν μόνο οι Αμοργιανοί, αλλά και προσκυνητές από τα γύρω νησιά,  την Ανάφη, τα Κουφονήσια, την Ηρακλειά, τη Νάξο που είχαν καταφθάσει με ειδικά ναυλωμένα πλεούμενα. Όλο το βράδυ, στον Εσπερινό και στις Παρακλήσεις όπου χοροστατούσε ο επίσκοπος Σαντορίνης Επιφάνειος, ανεβοκατέβαινε ο κόσμος στο μοναστήρι και έσβηνε την πείνα του με τη φάβα , ενώ την άλλη μέρα το πρωί μετά τη Θεία Λειτουργία στους  υπερπεντακόσιους προσκυνητές  προσεφέρθησαν   νηστήσιμα φαγητά,  μπακαλιάρος πατατάτος και μπακαλιάρος σκορδαλιά.

Οπωροπαντοπωλείον - Καφενείον ο Χορευτής στα Θολάρια. Η Αμοργός διααθέτει τα ομορφώτερα καφενεία των Κυκλάδων.

Αν το πανηγύρι της Χοζοβιώτισσας έχει περισσότερο ένα χαρακτήρα θρησκευτικό και προσκυνηματικό το επόμενο πανηγυράκι στον Σταυρό ήταν πραγματικά μία από τις πιό ενδιαφέρουσες εμπειρίες  του Αιγαίου. Ξεκινήσαμε απομεσήμερο με σκοπό να διανυκτερεύσουμε, στο ξωκκλήσι και το πρωί να παρακολουθήσουμε τη  Θεία Λειτουργία.

Η διαδρομή προς τον Σταυρό ξεκινάει από τη Λόζα, την όμορφη πλατεία της Λαγκάδας και η αρχή της είναι ένα τσιμεντοστρωμένο πλατύ μονοπάτι που προχωρά μέχρι τη διακλάδωση που οδηγεί στην Παναγιά την Πανωχωριανή και κατόπιν  προς την Πορτάρα, σημείο  από όπου ξεκινά ο  κόσμος του Κρίκελλου, ένας κόσμος εντελώς διαφορετικός από τον όρμο της Αιγιάλης, ένας κόσμος σφραγισμένος απο το αγροτοποιμενικό παρελθόν του τόπου.

Η ήπια φάση της διαδρομής σε τοπία ακόμα ήρεμα

Μετά από αρκετή ώρα περπάτημα συναντήσαμε τον Ξύλινο Σταυρό και τον χαρακτηρίζουν δυό βράχοι ο ένας απέναντι στον άλλο. Εκεί το μονοπάτι αρχίζει να στενεύει και τέλος γίνεται ένα σύρμα που μόνο ένας άνθρωπος μπορεί να το βαδίσει και με μια ελαφρά κλίση αρχίζει να ανεβαίνει την ιδιαίτερα απότομη πλαγιά Λιθακιές. Πάνω από τα βήματα του περιπατητή αιωρούνται μέχρι τα σύννεφα οι κοφτοί βράχοι ενώ κάτω από τα πόδια του χάσκουν ιλιγγιώδεις γκρεμοί ύψους 700 μέτρων και στο βάθος η θάλασσα που μετά βίας  ακούγεται από εκεί ψηλά.

Τα πράγματα άρχισαν να ζορίζουν!

Πάντως είναι αλήθεια πως δεν υπάρχει άλλη τόσο απότομη περιοχή στην Αμοργό, απότομη συνάμα και προκλητική για όλες τις αισθήσεις η οποία βάζει σε ετοιμότητα όλες τις δυνάμεις καθώς το παραμικρό παραπάτημα μπορεί να είναι μοιραίο ενώ  ο παραμικρός θόρυβος μπορεί να σημαίνει την κατρακύλα ενός βράχου και μια τέτοια περίπτωση μπορεί να κρύβει πολλούς κινδύνους.. Ο μόνος θόρυβος που ταράζει την απόκοσμη ησυχία είναι οι στριγγλιές από τα λογής αρπακτικά, γλάροι, γεράκια, αετοί που φωλιάζουν στις εσοχές των βράχων και ελέγχουν το με την ματειά τους το απόκοσμο βασιλειό τους.

Η θάλασσα είχε χαθεί από την ομίχλη.

Η κούραση από την πορεία αλλά και την ένταση είχε φθάσει στο αποκορύφωμα της, καθώς το σούρουπο πλησίαζε, το σκοτάδι έπεφτε και τα πρώτα ίχνη της  βραδυνής ομίχλης εμφανιζόντουσαν μπροστά μας, όταν επιτέλους μετά απο τρείς ώρες περπάτημα αντικρύσαμε το ξωκκλήσι.

Το κατάλευκο εκκλησάκι του Σταυρού,  το οποίο ακολουθεί την απλή νησιώτικη αρχιτεκτονική με θολωτή στέγη, είναι χτισμένο κοντά στο μοναδικό πηγάδι της περιοχής, δίπλα από ένα μεγάλο βράχο που το προφυλάσει από τους δυνατούς αέρηδες. Τον ίδιο ρόλο παίζουν και οι ψηλοί πέτρινοι τοίχοι που το περιβάλλουν. Δίπλα του υπάρχει ένα παρατημένο κτίσμα, ενώ σε κοντινή απόσταση, σε ένα ανοιχτό κοίλωμα της πλαγιάς, βρίσκεται το πανηγυρόσπιτο και το καπνισμένο μαγερείο όπου ετοιμάζουν το φαγητό που θα μοιράσουν μετά τη Λειτουργία και η θολωτή σάλα με τα τσιμεντένια τραπέζια. Δίπλα πάλι στο πανηγυρόσπιτο, ένα δαιδαλώδες σύμπλεγμα από άσκεπα μαντριά και άδειες αποθήκες συμπληρώνει και υποννοεί τη χρήση του από τους τσοπάνηδες του παλαιού καιρού.

Το θέαμα απο κεί πάνω ήταν συγκλονιστικό. Ακροβολιστήκαμε στήσαμε διακριτικά μαζί με άλλους περιπατητές τους υπνόσακκους  τσιμπήσαμε, ήπιαμε από τις προμήθειες που είχαμε μαζί μας και αφού εξαντλήσαμε  μέχρι τα μεσάνυχτα το φυσιολατρικό και   φιλοσοφικό μας κουβεντολόι αποκοιμηθήκαμε στην ύπαιθρο.

Συμμάζεμα των υπνόσακκων πάνω στι δώμα του κτίσματος που μας φιλοξένησε

Κοιμηθήκαμε αυτοκρατορικά, στη στέγη της κατοικιάς όταν τα χαράματα ασυναίσθητα και παρ’ολη τη κούραση κάτι μας ξύπνησε. Μιά λαμπερή πορτοκαλιά κουκίδα έσκαζε μύτη πάνω από τον ορίζοντα, στο απέραντο πέλαγος που άχνιζε καθότι  ήταν σκεπασμένο, απο άκρη ως άκρη  με την πρωινή ομίχλη. Κι όλα αυτά κάτω στα πόδια μας. Λες και εμείς καθόμασταν στο  υψηλότερο θεωρείο ενός  θεάτρου και ως οι προνομιούχοι θεατές θα είμασταν αυτοί που θα αντικρίζαμε πρώτοι την παρθενική ακτίνα της ημέρας. Ακίνητοι και αποσβολωμένοι χαθήκαμε στο ομορφώτερο ξημέρωμα του Αιγαίου.

Η απόλαυση του πρωινού καφέ με ένα πέλαγο στα πόδια μας.

“Ήθελα να, βρε ήθελα να…

Ήθελα να μουν, να μουν  αϊτός!

Ήθελα να μουν αϊτός για μιά στιγμή μονάχα

Γιά μιά στιγμή μονάχα!

Να πετάγα στην Αμοργό γιά μιά αυγή μονάχα…

Γιά μιάν αυγή μονάχα!”

Το πρωί η Θεία Λειτουργία ακολούθησε το γνωστό τυπικό της εκκλησίας. Ο παπάς απο την ενορία της Λαγκάδας, πέρασε πρώτα από το μαγειρείο με μια εικόνα να ευλογήσει το φαγητό, κρέας με ρύζι, που με ιδιαίτερη επιμέλεια ετοίμασαν οι «υπηρέτες», υπό την καθοδήγηση του αειθαλούς Ηλία Βεκρή που συμπλήρωσε εδω και καιρό τα 30 χρόνια υπηρεσίας στο πανηγύρι του Σταυρού, του Μιχάλη Βεκρή και των άλλων εθελοντών και κατόπιν ξεκίνησε τη Λειτουργιά..  Στο εκκλησάκι δεν χωράγανε όλοι, ίσα – ίσα ο παπάς στο μικροσκοπικό ιερό και λίγοι πανηγυριστές ντυμένοι σεμνά. Οι περισσότεροι στέκονταν στον περίβολο κάτω από τον ασβεστωμένο ψηλό τοίχο.

Προετοιμασίες φαγητού έξω απο το εκκλησάκι του Σταυρού.

Όταν τελείωσε η Θεία Λειτουργία ο κόσμος έστησε το τσιμπούσι γύρω από το μαγερειό, καθώς ένας ένας –λόγω στενότητας του χώρου παραλαμβάναν από το καζάνι το κατσικάκι με τις πατάτες και το ρύζι. Στο τέλος του φαγητού ήλθε η ώρα του τοπικού γλυκού, μελομακάρονα φτιαγμένα από τις γυναίκες  των Θολαρίων, με πορτοκάλι και καρύδι.  Με πιοτό και με τραγούδι συνεχίστηκε το γεύμα – για κάποιους λόγους που δεν ξεκαθάρισα ποιός ήταν ο βασικός  δεν γίνεται πιά  γλέντι με όργανα στο πανηγύρι – και  μετά

το φαγητό  οι “υπηρέτες” (οι διοργανωτές του πανηγυριού) ανέλαβαν την καθαριότητα,  ενω οι πανηγυριώτες αρχίσαν να ετοιμάζονται για την καθοδό τους.

Το μοίρασμα του πατατάτου απο το καζάνι.

Φορτώθηκαν στα γαιδούρια όσα πράγματα ήσαν να επιστραφούν  και πήραν το δρόμο της επιστροφής κάπως βιαστικά γιατί, ήδη η ημέρα έχει μικρήνει αρκετά και άμα νυχτώσει το μονοπάτι είναι αδύνατο να περπατηθεί. Για τους  αχόρταγους πανηγυριστές το γλέντι με χορό και μουσική αυτή τη φορά συνεχίστηκε στα καφενεία της Λαγκάδας και των Θολαρίων.

Το πιό ξακουστο και μαζικό πανηγύρι της Αμοργού είναι αδιαφιλονίκητα το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής. Η ιστορία  της εκκλησιάς   χάνεται στους αιώνες. Η πιό πειστική  εκδοχή είναι ότι κάποιος βοσκός, ψάχνοντας να βρεί ένα χαμένο πρόβατό του,  εντόπισε τα ίχνη ενός παλιού ναού και την εικόνα της Αγίας Παρασκευής. Από τότε κτίστηκε ο ναός που σιγα-σιγά  έγινε το επίκεντρο λατρείας των νότιων χωριών του νησιού της Αρκεσίνας, της Καλοταρίτισσας, της Κολοφάνας, της Ραχούλας και του Καμαριου. Με το πέρασμα  των χρόνων μεγάλωσαν οι κτιριακές εγκαταστάσεις του πανηγυριού και στις μέρες μας φιλοξενεί πάνω απο τρεις χιλιάδες άτομα. Τα νούμερα μιλούν από μόνα τους. Εδομήντα άτομα δουλεύουν εθελοντικά για να  πετύχει το πανηγύρι. Άλλοι αναλαμβάνουν το σφάξιμο των ζώων (ογδόντα ερίφια και πέντε μοσχάρια ήταν ο τελευταίος απολογισμός) που δωρίζονται από τους κτηνοτρόφους. Άλλοι καθαρίζουν, άλλοι  μαγειρεύουν και άλλοι σερβίρουν.  Όλοι τους  είναι οι “υπηρέτες” της εκκλησιάς   και  αναλαμβάνουν “υπηρεσία” αρκετές μέρες πριν το πανηγύρι. Πολλές φορές όταν γίνεται το αδιαχώρητο προσφέρονται και άλλοι προσκυνητές για να βοηθήσουν.

Τα ψωμιά του πανηγυριού της Αγίας Παρασκευής

Οι ποσότητες των φαγητών είναι ασύλληπτες. Επτακόσια καρβέλια ψωμί φουρνίσθηκαν στο φούρνο της Αγίας Παρασκευής, χωρητικότητας εξήντα καρβελιών  ενω στα  δεκάδες καζάνια μαγειρεύτηκαν  τυπικά φαγητά του πανηγυριού, το “πατατάτο”, το “ξυδάτο” και το “κοφτό”. Το κοφτό είναι ένα σπάνιο φαγητό του Αιγαίου που παρασκευάζεται από ένα μίγμα σταριού και μυζήθρας που πριν μπεί στο καζάνι για βράσιμο κτυπιέται σε πέτρινα γουδιά με κόπανους για να δέσει.

Το καθάρισμα του σταριού

Επειδή όμως υπάρχουν και πολλοί  προσκυνητές που νηστεύουν, ιδίως όταν η ημέρα του πανηγυριού πέφτει Τετάρτη ή Παρασκευή, τα τελευταία χρόνια οι επίτροποι φροντίζουν να έχουν γι’ αυτούς και ένα – δυο καζάνια με ρεβύθια και πιλάφι με χταπόδια. Ο επί μισό αιώνα  επίτροπος  και υπηρέτης της Αγίας Παρασκευής Μανώλης Κωβαίος απο τη Μαύρη Μύτη της Κάτω Μεριάς,  ο αρχιμάγειρας Βαγγέλης Μενδρινός από το Καμάρι και οι μάγειροι Ηλίας Βεκρής από τα Θολάρια (τον συναντήσαμε και στο πανηγύρι του Σταυρού), Γιάννης Δεσποτίδης απο την Αρκεσίνη, Μάρκος Βεκρής απο τον Ποταμό  επέβλεπαν τα μαγειρέματα και  παρακολουθούσαν τους βοηθούς τους καθώς τα φαγητά απαιτούσαν διαρκές ανακάτωμα στα  δεκάδες καζάνια.

Αμοργιανοί πανηγυριώτες ξαποσταίνουν

Κάθε χρονιά όμως, το κτιριακό συγκρότημα της Αγίας Παρασκευής, το οποίο συνεχώς βελτιώνεται και προστίθενται σε αυτό νέα κελιά για την εξυπηρέτηση των προσκυνητών πανηγυριστών που στέκουν όρθιοι και στριμωγμένοι μέσα στον περίβολο της εκκλησίας και σε κύκλο, γύρω από το σημείο, όπου οι άρτοι της γιορτής περιμένουν να ευλογηθούν από τους συλλειτουργούς ιερείς και να μοιραστούν κατόπιν στους συνεορτάζοντες. Ακουμπώντας ο ένας στην πλάτη του άλλου όλοι οι πιστοί, δείχνουν με αυτή την κίνηση να έρχονται σε επαφή τον αγιασμένο άρτο.

Παράλληλα με το σερβίρισμα του φαγητού και αφού τακτοποιηθεί η πρώτη φουρνιά, αρχίζει να ετοιμάζεται και η ορχήστρα. Κουρντίζουν τα όργανα και περιμένουν τους επιτρόπους που ξεκινάνε πρώτοι το χορό. Αυτό είναι μια παλιά συνήθεια με την οποία αποδίδεται τιμή σε αυτούς τους ανθρώπους που κοπίασαν γι’ αυτή τη γιορτή. Τον πρώτο χορό σέρνει ο Σταμάτης και ακολουθούν οι υπόλοιποι βάσει ιεραρχίας και κάποια στιγμή στο χορό μπαίνουν και μέλη της οικογένειας του πρώτου επιτρόπου. Εκείνη τη στιγμή, ο τραγουδιστής τραγουδά ένα τραγούδι, ειδικά γραμμένο γι’ αυτόν, τους επιτρόπους και όλους τους «υπηρέτες» του πανηγυριού:

Αγία Παρασκευή τους ανθρώπους

που σε υπηρετούν βοήθησε τους πάλι.

Πάντα να είσαστε καλά, παντοτινά υγεία

σε κάθε βήμα σας κοντά, απόψε η Αγία.

Σταμάτη να τη χαίρεσαι σαν τα ψηλά τα όρη

Πού’ χει χαρίσματα πολλά, την καλή σου κόρη.

Γειά σου λεβέντρα Αμοργός και με τις ομορφιές σου

Που το χορό στολίζουνε και καίει τις καρδιές σου

Η ορχήστρα έπαιζε με τις ώρες νησιώτικους σκοπούς, από το «Αμοργιανό μου πέραμα, νάχεις καλό ξημέρωμα» μέχρι το σύγχρονο σουξέ  « Αγαπώ μιά πιτσιρίκα» του Βαζαίου…

Ο κυρ Μήτσος Σκοπελίτης, όταν δεν τραγουδά στα πανηγύρια και δεν ταξιδεύει στα πέλαγα με τα καράβια του, περνά τα πρωινά του στο καφενείο του Δρόσου στο λιμάνι.

Την ορχήστρα συνθέτουν συνήθως ο αειθαλής καπετάν Μήτσος Σκοπελίτης ο οποίος έχει ξεχάσει πόσα χρόνια παίζει βιολί στα νησιώτικα πανηγύρια, ο Γιώργος Βλαβιανός παραδοσιακό λαγούτο, ο Θανάσης Θεολογίτης και ο Μιχάλης Φωστιέρης στα βιολιά και ο Γιάννης Σκοπελίτης τραγούδι – λαγούτο. Η μεγάλη αυλή που στρώνονται τα τραπέζια, παίζει η ορχήστρα και γίνεται ο χορός είναι ένα νέο έργο, μόλις δυο χρονών και έγινε για να μπορεί να εξυπηρετεί 1000 άτομα σε κάθε φουρνιά. Παλαιότερα, που δεν υπήρχε αυτός ο χώρος, οι πανηγυριστές έπαιρναν το φαγητό και απλώνονταν στα χωράφια ενώ οι ορχήστρες έπαιζαν μέσα σε αυτοσχέδιες καλύβες. Οι πρώτες παρέες που θα κάτσουν στο τραπέζι είναι και αυτές που φεύγουν νωρίς και συνήθως είναι οικογένειες που δεν επιθυμούν να συνεχίσουν

Ο πολύς κόσμος πάντως φεύγει νωρίς, αμέσως μετά από το φαγητό και στο χώρο του πανηγυριού μένουν ο σκληρός πυρήνας των πανηγυριστών οι οποίοι θα διασκεδάσουν μέχρι τη στιγμή που θα χτυπήσει η καμπάνα της εκκλησίας για την πρωινή λειτουργία. Τότε σταματάνε τα όργανα και παίρνουν μια ανάσα οι χορευτές. Τώρα, σε τι κατάσταση είναι ο καθένας να πάει στη λειτουργία είναι άλλος λόγος. Πάντως η πρωινή λειτουργία, είναι σύντομη και ιδιαίτερα απλή καθώς από τον κόσμο που είχε εμφανιστεί στον εσπερινό, είναι πολύ λίγοι αυτοί που την παρακολουθούν και κυρίως οι ντόπιοι, οι αληθινοί πιστοί, οι επισκέπτες που έχουν έρθει από διάφορα σημεία της Αμοργού και των Κυκλάδων και έχουν φιλοξενηθεί στα κελιά της εκκλησίας, οι επίτροποι και οι υπηρέτες.

Και εδώ σερβίρεται ψημένη ρακί.

Γι’ αυτούς το πανηγύρι τελειώνει μετά το φαγητό, το οποίο είναι σαν μια μεγάλη οικογενειακή συγκέντρωση στη μεγάλη σάλα του πανηγυρόσπιτου όπου γίνονται και οι πρώτες εκτιμήσεις, και βεβαίως μετά τη γενική καθαριότητα του χώρου που ακολουθεί. Μέχρι το απόγευμα που θα φύγει και ο τελευταίος πανηγυριστής, όλα στην Αγία Παρασκευή πρέπει να λάμπουν, τόσο που ο επισκέπτης να μην μπορεί να καταλάβει οτι επί μια εβδομάδα εκεί είχε γίνει ένα από τα μεγαλύτερα πανηγύρια του νησιού.

Το πανηγύρι του Αγίου Χαραλάμπους στα Σφακιά

Η σπηλιά αγναντεύει το Λιβυκό πέλαγος

Στην Κρήτη από την περίοδο των πρώτων Βυζαντινών χρόνων, οι εκκλησιαστικές γιορτές στη μνήμη των μαρτύρων ή των Αγίων, μετά το εκκλησίασμα, ακολουθούνταν από πανηγύρια και μάλιστα σε πολλά απ’ αυτά γίνονταν αγωνίσματα σκοποβολής, αγώνες δρόμου, ιπποδρομίες κ.α.

Τα έθιμα αυτά προκαλούν την καταδίκη της Εκκλησίας, η οποία μάταια προσπαθεί να  τα απαγορεύσει. Στην έκδοση του Εμμανουήλ Παπαδάκη « Μορφαί Λαϊκού Πολιτισμού της Κρήτης του 15ου και 16ου αιώνος» διαβάζουμε τις διαπιστώσεις του Ιωσήφ Βρυέννιου για τα πανηγύρια: «ότι τας ιεράς των εορτών αυλοίς και χοροίς και σατανικοίς πάσιν άσμασι, κώμοις τε και  μέθαις, και αισχροίς άλλοις έθεσιν επιτελείν ου καταισχυνόμεθα». Στα 1600 επειδή οι κάτοικοι της περιοχής του Ρεθύμνου «μετά τυμπάνων και αυλών και ασμάτων αθέσμων … τελούσι μνήμας ιεράς  αγίων…» ο Μελέτιος Πηγάς απο την Αλεξάνδρεια σε επιστολή του προς το κλήρο και τους κατοίκους διατάζει: «ίνα μηδείς τολμήσει εν τη εορτή ορχήσεις και άσματα και τα τοιαύτα παρεισάγειν».

Ο παπάς και ο γιδάρης, δυό βιβλικές φυσιογνωμίες

Τα μέτρα αυτά ουδεμία απήχηση έχουν στους Κρητικούς οι οποίοι συνεχίζουν απτόητοι να τηρούν τα έθιμα και τις συνήθειές τους. Γύρω στο 1546 ο Γάλλος επισκέπτης P.Belon στα Σφακιά περιγράφει παραστατικότατα: «Βρισκόμενος σ’ ένα χωριό,  στην κατοικία του Ι. Μπαρότσο, κοντά στη χώρα Σφακίων, βρέθηκα σε μια γιορτή που ήρθαν χωρικοί, άλλοι με τις αρραβωνιαστικιές τους άλλοι με τις γυναίκες τους. Είχαν κάνει μεγάλη συντροφιά και αφού ήπιαν πολύ, άρχισαν να χορεύουν στη μεγάλη ζέστη, όχι στη σκιά, αλλά στο δυνατό ήλιο του Ιουλίου. Ήσαν φορτωμένοι όπλα και δεν έπαυαν να χορεύουν έως τη νύχτα. Έτσι παράξενα ντυμένοι και φορτωμένοι με φαρέτρα με 150 περίπου βέλη, που την είχαν πίσω στη ράχη και μ’ ένα τόξο καλά τεντωμένο κρεμασμένο στο μπράτσο τους και με μια σπάθα στο πλάι χόρευαν, προσπαθώντας να κάμουν τα ωραιότερα και ψηλότερα πηδήματα».

Την ίδια περιγραφή κάνει και τη παρακάτω μαντινάδα  της εποχής.

 «Σαν θες να  ιδείς άντρες καλούς κι ομορφαρματωμένους,

    άμε ‘ς το Φραγκοκάστελλο να ‘ναι τ’ Αγιού Νικήτα.

Να  κατέβουν τα δυό χωριά, το Νίμπρος και τ’ Ασκύφου

και τ’ άλλα τα γυρόχωρα μαζί με τσοί Ριζίτες.

Να ιδείς σγουρούς, να ιδείς ξανθούς κι όμορφους κοπελλιάρους,

να ιδεις  το Σήφη πως πηδά, τον Κώστα πως χορεύγει.

Να ιδείς τσοί νιούς για τ’ άρματα τσοί νιές γιά το γαϊτάνι,

να ιδής και τσ’ ακρογέροντες πως παίζουν ‘ς το σημάδι».

Ο Ηλίας και το πέλαγος

Στην Χώρα των Σφακίων έβαλα και γώ πρόγραμμα, να επισκεφθώ χειμωνιάτικα με τον φίλο και συνοδοιπόρο Ηλία Προβόπουλο, για να δω τι έχει απομείνει από όλα αυτά τα έθιμα και τους μύθους.  Φθάσαμε στο χωριό χαράματα, ίσα-ίσα που προλάβαμε την Ανατολή του ηλίου στο Λιβυκό πέλαγος. Μιά απέραντη γαλήνη, ο καιρός γλυκός, η θάλασσα λάδι, να την επιείς και ουρανός χωρίς σταλιά σύννεφο.  Η έκπληξη μας ήταν μεγάλη γιατί στον ερχομό μας από τα Χανιά συναντήσαμε  κακοκαιρία, ανέμους, βροχόνερο και ομίχλη. Οχι που μας ενόχλησε στο ταξίδι – το θέαμα ήταν εντυπωσιακό –  αλλά φοβόμασταν μήπως ο παλιόκαιρος θα ακύρωνε το πανηγυράκι που δεν θα γινόταν  και στο πιό ασφαλές και προστατευμένο μέρος. Γιατί το πανηγυράκι που είχαμε επιλέξει ήταν του Αγίου Χαραλάμπους, μέσα σε σπηλιά πάνω σε μιά βραχώδη  ακροθαλασσιά. Εκεί  όπου μαζεύονταν τα παλιά τα χρόνια οι  χρόνια οι Σφακιανοί για να τιμήσουν τον Άγιο που τους προστάτευε απο την πανούκλα.

Ενα συννεφάκι ήλθε κι αυτό στο πανηγύρι

Ο Άγιος Χαράλαμπος όπως  είχα  διάβασει στο βιβλίο του Νίκου Ψιλάκη «Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη» ήταν ο προστάτης  όλων των Κρητικών από την αρρώστια και γι’ αυτό τον λόγο, συνήθιζαν να κτίζουν τις εκκλησιές του Αγίου, στις εισόδους των χωριών, πάνω στους δρόμους απο όπου θα κατέφθανε. Και εκεί ο Άγιος με την δύναμη της πίστης αλλά και με τις προσευχές των πιστών θα στήλωνε εμπόδια και θα σταματούσε την πανούκλα που εκείνη την εποχή ρήμαζε την περιοχή.

Στα Σφακιά όμως χτίσαν τις εκκλησιές του Αγίου Χαραλάμπους πάνω στο γιαλό, εκεί που σκάει το κύμα, γιατί από εκεί  ήταν από όπου έρχονταν όλα πράγματα στον τόπο, τα εμπορεύματα, τα πλούτη, οι νέες ιδέες, τα μαντάτα αλλά και οι αρρώστιες.  Πράγματι τα Σφακιά εκείνης της εποχής, επειδή η άγονη γη δεν μπορούσε να θρέψει τους κατοίκους της, βρήκαν διέξοδο στη ναυτωσύνη, σκάρωσαν πλοία, ταξίδευσαν στα πέρατα της Μεσογείου και  δημιούργησαν σ’ αυτή τον απομονωμένο  τόπο της Κρήτης μιά  ευημερούσα πολιτεία.

«Πού ‘ναι η Χώρα τω Σφακιώ με τα πολλά καράβια,

με τσ’ εκατό τζη εκκλησιές, τα πλούσια σεράγια;

 To Mεσοχώρι, Μπροσγιαλός, το Θόλος, το Γιωργίτζι;

Ούλα γενήκασι σωρόςκαι δε βγορίζει σπίτι…»

Μ’ αυτό τον τρόπο περιγράφει μιά παλιά μαντινάδα  σε τέσσερεις αράδες, την ακμή και την καταστροφή των Σφακίων μετά την επανάσταση του Δασκαλογιάννη.

Σαν κάναμε τον περίπατο μας  στο λιμανάκι των Σφακίων, επτά η ώρα το πρωί, θαυμάζοντας την ήρεμη θάλασσα και τα όμορφα καίκια, μας ανησύχησε η απόλυτη ησυχία. Πού λόγος για κανά καφέ, τα πάντα ήσαν κλειστά, αλλά και πουθενά κάποια ψυχή για να μας καθοδηγήσει προς το πανηγύρι. Πέρασε κάμποσος καιρός, εμείς συνέχιζαμε το σεργιάνι και κάπου ακούστηκε θόρυβος  αυτοκινήτου. Τρέξαμε. Ευτυχώς ήταν ο παπάς του χωριού με τις ψάλτριες που ξεκινούσαν για το πανηγύρι. Είχαμε πέσει διάνα. Μπρος αυτοί και πίσω εμείς τραβήξαμε κατά τον Άγιο. Ακολουθήσαμε μιά διαδρομή τριών χιλιομέτρων κατά μήκος της θάλασσας διασχίζωντας ένα βοσκοτόπι, πλημμυρισμένο απο κυκλάμινα, ίσως τα πρώτα που είχαν ανθίσει λόγω καιρικών συνθηκών στην Ευρώπη. Εκατοντάδες πρόβατα και ερίφια βόσκαν αμέριμνα, ενώ  πίσω τους άρχισαν να διαγράφονται καταχιονισμένα και  επιβλητικά  τα  Λευκά όρη.

Τα Λευκά Ορη

 

 Κατεβήκαμε τον μικρό γκρεμνό, από ένα μονοπάτι που είχε διανοιχθεί προσφάτως και φθάσαμε στον προορισμό μας. Μιά ευρύχωρη σπηλιά που τα τελευταία χρόνια απέκτησε ένα τοιχείο για να  την προστατεύσει απο τα πρόβατα όταν ερχόντουσαν εδώ για να ξαποστάσουν. Μεσ’ το υποτιθέμενο εκκλησάκι παλιά δεν υπήρχε τίποτα εκτός της εικόνας. Ούτε ιερό, ούτε τέμπλο ούτε άμβωνας. Το αρχέτυπο σκηνικό της απόλυτης λιτότητας.  Μόλις πριν δυό χρόνια κτίσθηκε ένα τοιχαλάκι με πόρτα για να διαμορφωθεί το ιερό. Μπροστά του τώρα  τοποθετήθηκε η εικόνα, και ένα μανουάλι για τα κεριά.

Η είσοδος στο εκκλησάκι

 Οι ηλιακτίδες περνούσαν από την  ανοικτή πόρτα – φωτίζοντας μ’ έναν τρόπο υπερφυσικό το σπήλαιο –  και γλύκαιναν την  υγρή ατμόσφαιρα  που δεχόταν ήδη  ευωδιαστές ρυπές από το λιβάνι του θυμιατού.

Ο παπά-Αθανάσιος ξεκίνησε την Θεία Λειτουργία με μοναδικούς προσκυνητές εμάς! Σιγά-σιγά άρχισαν να καταφθάνουν οι  πανηγυράδες με τα σύνεργα και τρόφιμα. Η μπουκάλα του γκαζιού με μιά ιδιοκατασκευή για το μαγείρεμα, οι άρτοι, τα φαγητά, το κρασί. Στο εξωτερικό μέρος της σπηλιάς άλλοι στήναν τα τραπέζια και τους πάγκους, άλλοι οργάνωναν την κουζίνα ενώ οι περισσότερες γυναίκες κατευθύνονταν στο εσωτερικό για να προσκυνήσουν.

Το ιερό μεσ' τη σπηλιά

Αυτή τη φορά είχε παρουσιαστεί ένα  πρόβλημα. Οι συνεχόμενες βροχές των τελευταίων ημέρων, καλές, ποτιστικές είχαν κάνει  όμως σουρωτήρι την εξωτερική κυρίως σπηλιά όπου έσταζε σε πολλά σημεία και ήταν αδύνατον  να καθίσει κανείς. Ευρέθη λύση πάραυτα. Επιστρατεύτηκαν οι  παροπλισμένες «ομπρέλλες  πλάζ» ενός παρακείμενου ξενοδοχείου που από την μία μας προστάτευσαν από το νερό αλλά και από τον καυτό ήλιο που ήδη έδειχνε την δύναμή του.

Η ώρα του φαγητού

Η Λειτουργία τελείωσε, μοιραστήκαν οι άρτοι και ο κόσμος κάθισε για φαγητό. Γεμίσαν τα τραπέζια μεζέδες, τηγανητά ψάρια, σκάρους και μπακαλιάρο, ένα ανθότυρο εξαίσιο που δεν έχω ξαναβάλει στα χείλη μου, τα κρέατα και κρασί. Στην γωνιά που είχε πρόχειρα στηθεί το καζάνι, ο μάγειρας ανακάτευε ήδη το πιλάφι. Μας έδωσε τη συνταγή. « Παίρνουμε το κρέας και αφού το βράσουμε περνάμε το ζουμί από ένα σουρωτήρι για να μην ξεφύγουν τυχόν κοκαλάκια και τα ρίχνουμε στο ρύζι. Το καζάνι πρέπει να  ανακατεύεται συνέχως, μαλακά – για να μην κολήσει στον πάτο – μέχρι να τελείωσει η βράση. Στο τέλος ρίχνουμε ένα ποτήρι κρασιού στιμμένο λεμόνι για να ασπρίσει το ρύζι. Το καλύτερο μέρος του πιλαφιού πάντως είναι  το κατακάθι και όσοι το γευθούν, θα συγχωρνούν τα πεθαμένα τους καθώς θα γλείφουν τα χείλια τους από την ευχαρίστηση».

Τοπιλάφι ετοιμασθηκε. Μετά τη δοκιμή αρχισε η διανομή.

 Καθίσαμε στο τραπέζι του παπα-Αθανάσιου – μιά ευγενής και ευσεβής παρουσία – που γεννήθηκε στη περιοχή και είναι τωρα παπάς των Σφακιών κοντά στα δέκα χρόνια. «Το πανηγύρι ξαναγεννήθηκε τα τελευταία δέκα χρόνια, όταν φτιάξαμε όλα αυτά τα έργα. Πιο πρίν υπήρχαν κάτι ερειπωμένοι τοίχοι». Μας συστήνει  τον Νίκο Βοτζάκη, έναν τυπικά κρητικά ντυμένο κτηνοτρόφο, μαυροφορεμένο, με τα στιβάνια και με την μαύρη μαντήλα στο κεφάλι. « Είμαι γιδάρης με χίλια κομμάτια. Την οικογένεια την παρήγγειλα αλλά δεν ήλθε ακόμα…!» Η συζήτηση μαζι τους συνδετημόνες μας δεν είχε τελειωμό. Κάποια στιγμή αρχίσαν τα ριζίτικα. Τα τραγούδια αυτά κατάγονται από την εποχή της Βενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας καθώς ήταν τραγούδια που τραγουδούνταν στα ριζά των βουνών και αργότερα εξέφρασαν όλη την Κρήτη.

««Ηθελα και να κάτεχα και πέτε μου οι καμπίτες

αν τραγουδειτ’ ελεύθερα και σεις σαν τσ’αορίτες»

Και το γλέντι αρχίζει

Το τραγούδι ξεκίνησε πρώτα στο τραπέζι  όπου κάθονταν οι πρεσβύτεροι και ακολούθως σε κάθε νέα στροφή, ακολουθούσαν και  τ’άλλα τραπέζια με τη σειρά τους. Ήταν πράγματι ένα θέαμα-άκουσμα μοναδικό. Κάποια στιγμή αποφασίζω το θέαμα αυτό – το κατά πως γύριζε το τραγούδι από τραπέζι σε τραπέζι – να το πάρω με βίντεο για να έχω κίνηση και ήχο. Καθώς άρχισα να βλέπω και να τραβώ μέσα από την κάμερα, δεν πέρασαν ένα-δυό λεπτά και ξαφνικά ακούω ένα κροτάλισμα από πυροβολισμούς, ένα Καλάσνικωφ στην οθόνη μου, στα κεφάλια  μας να πέφτουν  βροχή οι κάλυκες και μένω εμβρόντητος… Η απόλυτη εμπειρία. Ισως ν’ έννιωσα όπως είχε νιώσει ο Βelon  πέντε αιώνες τώρα. Ζήτησα συγνώμη που κατέγραψα τέτοιες  αναπάντεχες στιγμές  που ενδεχομένως να βλάψουν κάποιον, αλλά η απάντηση που πήρα ήταν αποστομωτική.

 « Δείξε το. Να δουν όλοι πως γλεντάμε εδώ στα Σφακιά, την περίοδο του ΔΝΤ».  Εγώ πάντως το σκέφτηκα καλά,  και περιορίστηκα στο κείμενο με τις φωτογραφίες….

Και η εμπειρία κατεγράφηκε πρώτα στο αγαπημένο μου βιβλίαράκι

Κάποια σχόλια για ένα πετυχημένο συνέδριο γαστρονομίας

Λουκούμια και ψημένη ρακί, θα σε υποδεχθεί σαν τα καταφέρεις να φθάσεις στο Μοναστήρι...!

Oλοκληρώθηκαν με μιά απρόσμενη επιτυχία οι εργασίες  του συνεδρίου της ΙΜΙC 2011 με  θέμα: “ Valuing the food experience”. Το γεγονός χαροποίησε  όχι μόνο τον εμπνευστή  και διοργανωτή του, Κώστα Κωσταντινίδη, αλλά και όλους εμάς που είτε από τη θέση του ομιλητή, είτε του ακροατή, παρακολουθήσαμε  με αμείωτο ενδιαφέρον επί ένα διήμερο  απόψεις, σκέψεις και προβληματισμούς. Προσωπικά νομίζω ότι ήταν το πιό πλήρες και ολοκληρωμένο συνέδριο που έχει γίνει για το  νόημα και τον ρόλο της “Ελληνικής γαστρονομίας”.

Ο κάθε τόπος, έχει τον γαστρονομικό του πολιτισμό του και βέβαια τα γλυκά του.

Η οργάνωση των θεμάτων σε κύκλους με τραπέζια θεματικά  βοήθησε πολύ την ανάπτυξη των προβληματισμών. Με τον τρόπο αυτό παρουσιάσθηκαν κατά ενότητες οι εμπειρίες  γαστρονομικών δράσεων περιφερειακών φορέων, οι απόψεις εστιατόρων, οι απόψεις δημοσιογράφων εκπροσώπων περιοδικών γαστρονομίας, η σχέση του επώνυμου κρασιού με  τον Τουρισμό,  η γαστρονομία και η δύναμη του μάρκετινγκ, η γαστρονομία και οι διαστάσεις της (Υγιεινή, Θρεπτική, Πολιτισμική κλπ)

Οι ομιλητές  ήσαν πράγματι από τους κορυφαίους κάθε κλάδου και άλλες φορές υποστήριξαν σημαντικές αλλά παγιωμένες πλέον πεποιθήσεις και άλλοτε εξέπληξαν με την τόλμη τους. Κεντρικές έννοιες γύρω από τις οποίες περιεστράφησαν οι συζητήσεις και οι ομιλίες ήσαν η ταυτότητα κάθε τόπου, τα τυπικά τοπικά προϊόντα, η ποιότητα και τα σύμφωνα ποιότητας, η συνδεση τουρισμού και πρωτογενούς τομέα, το αποτύπωμα άνθρακα κάθε προϊόντος, ο πολιτισμός της καθημερινότητας, το μάρκετινγκ, ο ρόλος των  social media, ο μουσακάς, το επώνυμο κρασί, η παράδοση και η καινοτομία κλπ.

Γεύμα σε ένα πανηγυράκι των νησιών του Αιγαίου.

Νομίζω όμως οτι γιά πρώτη φορά υπήρξε μιά τόσο καθαρά εκφρασμένη σύμπτωση απόψεων μεταξύ της πολιτείας, όπως εκφράστηκε δια στόματος, υπουργού Τουρισμού και Πολιτισμού,  Παύλου Γερουλάνου, του προέδρου ΕΟΤ, Νικόλα Κανελλόπουλου και της  βουλευτού  Μάγιας Τσόκλη  και όλων των φορέων  και  ομιλητών.

Η επομένη μέρα, μετά απο αυτό το χορταστικό συνέδριο, εστιάζεται στο πως όλος αυτός ο πλούτος των ιδεών, των προτάσεων, όλη αυτή η κινητικότητα θα μετατραπεί σε ένα κίνημα…!

Θα λεγα ότι την ανάγκη για δράση σχολίασε με τον μοναδικό τρόπο της η  Meredith Pillon, στην εισηγήση της  “Τhink Locally, Act Globally”. Μετά από την εξαίρετη αφήγηση της κατέληξε στο ανακουφιστικό και λυτρωτικό σύνθημα:

“…Just do it !!!!”

Τελετουργική γαστρονομία σε πανηγυράκι των Κυκλάδων.

Δεν είναι και ότι πιό εύκολο να συμπυκνώσεις σε μιά κόλλα χαρτιού, τις εισηγήσεις των 57 ομιλητών, γι αυτό και θα επιχειρήσω να αναφερθώ ενδεικτικά  σε δυο-τρία αποσπάσματα, απ’ αυτές που μου  έκαναν την μεγαλύτερη εντύπωση.

Η  πιό σημαντική δεθνής  παρουσία του συνεδρίου ήταν ο διάσημος καθηγητής Jafar Jafari του Πανεπιστήμιου Wisconsin (USA). Πρωτοπόρος της τουριστικής έρευνας και ιδρυτής του κορυφαίου επιστημονικού περιοδικού στον χώρο του Τουρισμού, εντυπωσίασε  με την  οξύτητα  της σκέψης του καθώς ανέπτυσε το Θέμα του “Τourism Sustainability Begins  with Human Resources Development”. Απο την ομιλία του αυτό που με ακούμπησε ιδιαίτερα ήταν η διαπιστώση του ότι “…Οσο και αν, όλες οι επιστήμες της ανθρωπογεωγραφίας, της ψυχολογίας, της διοίκησης και της διαχείρησης ανθρωπίνων πόρων  ανανεώνουν και εμπλουτίζουν τις τεχνικές  και την γκάμα των  τουριστικών υπηρεσιών, τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την συμπεριφορά απέναντι στους τουρίστες, αυτή που δεν κυριαρχείται από μιά βαθειά αίσθηση φιλοξενίας και μιάς προσπάθειας  ικανοποιήσης του πελάτη. Και αυτό πετυχαίνεται μόνον όταν ασχοληθούμε σοβαρά με τις ανάγκες και την επαίδευση του ανθρωπινου δυναμικού που υπηρετεί  τον τουρισμό. Εργαζόμενοι υπερήφανοι και ικανοποιημένοι εργαζόμενοι είναι η βάση για έναν ποιοτικό και κερδοφόρο τουρισμό…”.

Η γαστρονομία είναι γεύση, είναι και σκηνικό.

Του Δημήτρη Ρουσουνέλου, του ποιητή και φιλόσοφου της  γαστρονομίας από την Μύκονο με θέμα το “ Χωράει το ελληνικό τοπίο σε ένα πιάτο; ” μετά από μιά αριστοτεχνική πορεία λόγου που διέγειρε τις αισθήσεις,  προκάλεσε  συγκίνηση   κατέληξε στο:

“…Μοναδικά τοπία, μοναδικά πιάτα, μοναδικές συγκινήσεις. Αυτό είναι τελικά: H συγκίνηση πρέπει να είναι πολλαπλάσια  σε ένταση σε σχέση  με τον όγκο. Πρέπει  μιά σταγόνα λάδι, μιά γουλιά κρασί, μιά τζούρα μπελτές, μιά τσιμπιά θρούμπη, μιά αλειψιά κοπανιστή, μιά ρόγα σταφύλι, μιά λεπτή φέτα λούζα να αντικατοπτρίζει την ανθρωπογεωγραφία και τον πολιτισμό κάθε τόπου… Δεν ανησυχώ ότι θα χαθούν η κρεμμυδόπιτα και η μελόπιτα. Ανησυχώ που χάνεται η τυροβολιά, η βάση αυτών των δύο μοναδικών πιτών της Μυκονου. Γιατί χάνονται τα ζώα και οι άνθρωποι που ασχολούνται μαζί τους…” (βλ. karvouna.wordpress.com)

Από τους αμπελώνες της Κρήτης παράγονται εξαιρετικά κρασιά

Tην μεγαλύτερη συγκίνηση, αλλά και νότες αισιοδοξίας,  προκάλεσε η τοποθέτηση της Ζωής Νόβακ, μιάς νέας κοπέλλας, διευθύντριας του Κρητικού Συμφώνου Ποιότητας που αφού περιέγραψε τις δράσεις του οργάνου που εκπροσωπεί τους τέσσερεις νομούς της Κρήτης κατέληξε:

«…Μιλώντας για την δική μου γενιά θέλω να πω ότι έχουμε κληρονομήσει ένα νησί που φαίνεται να μην έχει άλλες ευκαιρίες. Δεν θέλουμε όμως να τα παρατήσουμε. Δεν θέλουμε να δραπετεύσουμε σε χώρες του εξωτερικού για να βρούμε μια αξιοπρεπή δουλειά. Θέλουμε να επαναδιεκδικήσουμε την περηφάνια μας, τις ευκαιρίες μας και το μέλλον μας. Η Κρήτη είναι ένας Παράδεισος και τα έχει όλα, ήρθε λοιπόν η ώρα να κάνουμε ότι μπορούμε για να εξασφαλίσουμε εμείς για εμάς ένα βιώσιμο μέλλον. Το παρελθόν δεν ισούται το μέλλον. Πολύ απλά γιατί υπάρχει το Παρόν – και Σήμερα μπορούμε να πάρουμε αποφάσεις και να προδιαγράψουμε ένα διαφορετικό μέλλον – αυτό που εμείς ονειρευόμαστε για εμάς. Στην Κρήτη τις αποφάσεις αυτές τις έχουμε ήδη πάρει, και το Κρητικό Σύμφωνο Ποιότητας είναι μια πλατφόρμα που χρησιμοποιούμε για να δημιουργήσουμε αυτό το Κίνημα γύρω απ’ την Κρητική Διατροφή που θα μας φέρει κοντά σ’ αυτό που είναι ντόπιο, εποχικό, παραδοσιακό, γευστικό, ποιοτικό, φρέσκο και δικό μας. Ελπίζουμε η προσπάθειά μας να αποτελέσει καλή πρακτική και έμπνευση και για άλλους προορισμούς που θέλουν να πετύχουν πραγματική βιώσιμη ανάπτυξη. Επίσης ελπίζουμε σ’ αυτή μας την προσπάθεια να σας βρούμε κοντά μας…».

Ρακί και μεζέδες. Η γαστρονομία της συζήτησης και της σχόλης.

Όντας όπως πάντα αντικειμενικός κριτής των πραγμάτων  και της αφεντιάς μου, δεν θα ξεχνούσα, τελειώνοντας να παραθέσω ένα απόσπασμα και από την δικιά μου ομιλία!

« …Η αξιοποίηση  του γαστρονομικού μας πλούτου (τοπικά προιόντα-κρασί-τοπικές κουζίνες-τελετουργίες) θα γίνει μόνον αν θεωρήσουμε ότι αφορά πρώτα και κύρια τον εαυτό μας, την ποιότητα της ζωής μας,  και τον πολιτισμό  της καθημερινότητάς μας. Γιατί,  η γαστρονομία δεν είναι μόνο πολιτισμός της γεύσης για να έχουν λόγο μόνο οι γαστρονόμοι και οι κριτικοί γαστρονομίας αλλά πολιτισμός ζωής. Η γαστρονομία μην ξεχνάμε δεν είναι μόνο διατροφική ανάγκη αλλά  και τελετουργία, μνήμες και βιώματα, είναι τεχνικές πρακτικές αλλά και ευχαρίστηση, δεν έχει μόνο τις  θρεπτικές και υγιεινές διαστάσεις  αλλά εμπεριέχει και τη  χαρά, το γλεντοκόπι, το  πανηγύρι.   Γιατί ο τρόπος που τρώμε σ’ενα μεγάλο τραπέζι από κοινού τους μεζέδες, χωρίς ιεραρχήσεις και σειρά προτεραιότητας, αντανακλά τις ανθρώπινες σχέσεις όπως διαμορφώθηκαν στους τόπους μας και σε τελευταία ανάλυση τη  ιδιαίτερη φιλοσοφία της ζωής μας, όπως τη περιγράφει ο Οδυσσέας Ελύτης:

“Εμείς βλέπουμε την ώρα κατά πως μας αρέσει κι ας λεν τα Γκρίνουιτς

Η γαστρονομία της παρέας, ανθρωπολογεωγραφικό αποτύπωμα!


Φεβρουαρίου 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28  

cover4.gif

paros-cover.gif