Τα πανηγυρια της Αμοργού

Θέα ανατολής από το ξωκκλήσι του Σταυρού στα γκρεμνά του Κρίκελλου.

Η Αμοργός, το ανατολικώτερο νησί των Κυκλάδων, είναι ένας τόπος μαγικός. Απόλυτος. Σκληρό τοπίο, πανέμορφα χωριά, μοναδική Χώρα, κρυστάλλινα νερά, ειρηνική ατμόσφαιρα. Δεν είναι σύμπτωση ότι εδώ γυρίστηκε η γαλλική ταινία του   Luc Besson το Μεγάλο Γαλάζιο με αποτέλεσμα το νησί σήμερα να έχει μιά σημαντική παροικία Γάλλων που το επισκέπτονται συστηματικά. Μιά από τις σταθερές αξίες της Αμοργού είναι οι  κάτοικοί της, φιλικοί, εργατικοί και γλεντζέδες παλεύουν συνεχώς γιά να δαμάσουν την άγρια φύση του νησιού και να επιβιώσουν.

Η τοποθεσία που γυρίσθηκε η ταινία το "Μεγάλο γαλάζιο"

Μαζί με την εργατικότητά τους θαυμάζει κανείς την γλεντοκόπα φύση τους, γεγονός που αποτυπώνεται στα δεκάδες  ονομαστά για το κέφι τους πανηγύρια του νησιού.

Ας γνωρίσουμε τρία χαρακτηριστικά πανηγύρια που έχουν, το καθένα, τελείως διαφορετικό χαρακτήρα.  Το πανηγύρι της  Χοζοβιώτισσας, το πανηγυράκι του Σταυρού και το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής.

Αγκιστρωμένο πάνω στο βράχο το μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας

Αγκιστρωμένο σε έναν απότομο βράχο σε ύψος 300 μέτρων από τη θάλασσα, υψώνεται το Μοναστήρι της Παναγιάς της Χοζοβιώτισσας. Επιβλητικό και απρόσβλητο θεωρείται το εντυπωσιακότερο μοναστήρι του Αιγαίου, όχι μόνο για τη μοναδική κατακόρυφη αρχιτεκτονική του, αλλά για το πως οι οκτώ όροφοί του γαντζώθηκαν και στερεώθηκαν πάνω στο βράχο. Πήραμε το δρόμο απο τη Χώρα πρωί-πρωί και μετά από λίγο φθάσαμε στην ανατολική ακτή. Από εκεί, μέσα από ένα στενό μονοπάτι σύρριζα στο γκρεμό, με τά πόδια ανηφορίσαμε προς το μοναστήρι. Το δέος που νιώθαμε περπατώντας  στα απότομα γκρεμνά, συναγωνιζόταν τον θαυμασμό μας για το μοναστήρι που ορθωνόταν μπρος τα μάτια μας.

Η εσωτερική σκάλα του μοναστηριού ανάμεσα από τα βράχια.

Κτισμένο το 1088 από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό, στο σημειο που βρέθηκε μιά εικόνα που σύμφωνα με την παράδοση προέρχετο από την Παλαιστίνη, πέρασε εποχές μεγάλης δόξας. Στις μέρες μας ζουν σ’αυτό μόνο τέσσερεις καλόγεροι που τις καθημερινές μέρες υποδέχονται φιλόξενα τους επισκέπτες, ξεδιψώντας τους με δροσερό νερό και προσφέροντάς τους αμοργιανή ψημένη ρακί και λουκούμια. Το πανηγύρι της Χοζοβιώτισας γίνεται στις 21 Νοεμβρίου στα Εισόδια της Παναγίας και τότε είναι η μέρα που το μοναστήρι  ζωντανεύει κάθε χρόνο.

Φιλοξενία στο μοναστήρι με ψημένη αμοργιανή ρακί και λουκουμάκι.

Την Παναγιά δεν την τίμησαν μόνο οι Αμοργιανοί, αλλά και προσκυνητές από τα γύρω νησιά,  την Ανάφη, τα Κουφονήσια, την Ηρακλειά, τη Νάξο που είχαν καταφθάσει με ειδικά ναυλωμένα πλεούμενα. Όλο το βράδυ, στον Εσπερινό και στις Παρακλήσεις όπου χοροστατούσε ο επίσκοπος Σαντορίνης Επιφάνειος, ανεβοκατέβαινε ο κόσμος στο μοναστήρι και έσβηνε την πείνα του με τη φάβα , ενώ την άλλη μέρα το πρωί μετά τη Θεία Λειτουργία στους  υπερπεντακόσιους προσκυνητές  προσεφέρθησαν   νηστήσιμα φαγητά,  μπακαλιάρος πατατάτος και μπακαλιάρος σκορδαλιά.

Οπωροπαντοπωλείον - Καφενείον ο Χορευτής στα Θολάρια. Η Αμοργός διααθέτει τα ομορφώτερα καφενεία των Κυκλάδων.

Αν το πανηγύρι της Χοζοβιώτισσας έχει περισσότερο ένα χαρακτήρα θρησκευτικό και προσκυνηματικό το επόμενο πανηγυράκι στον Σταυρό ήταν πραγματικά μία από τις πιό ενδιαφέρουσες εμπειρίες  του Αιγαίου. Ξεκινήσαμε απομεσήμερο με σκοπό να διανυκτερεύσουμε, στο ξωκκλήσι και το πρωί να παρακολουθήσουμε τη  Θεία Λειτουργία.

Η διαδρομή προς τον Σταυρό ξεκινάει από τη Λόζα, την όμορφη πλατεία της Λαγκάδας και η αρχή της είναι ένα τσιμεντοστρωμένο πλατύ μονοπάτι που προχωρά μέχρι τη διακλάδωση που οδηγεί στην Παναγιά την Πανωχωριανή και κατόπιν  προς την Πορτάρα, σημείο  από όπου ξεκινά ο  κόσμος του Κρίκελλου, ένας κόσμος εντελώς διαφορετικός από τον όρμο της Αιγιάλης, ένας κόσμος σφραγισμένος απο το αγροτοποιμενικό παρελθόν του τόπου.

Η ήπια φάση της διαδρομής σε τοπία ακόμα ήρεμα

Μετά από αρκετή ώρα περπάτημα συναντήσαμε τον Ξύλινο Σταυρό και τον χαρακτηρίζουν δυό βράχοι ο ένας απέναντι στον άλλο. Εκεί το μονοπάτι αρχίζει να στενεύει και τέλος γίνεται ένα σύρμα που μόνο ένας άνθρωπος μπορεί να το βαδίσει και με μια ελαφρά κλίση αρχίζει να ανεβαίνει την ιδιαίτερα απότομη πλαγιά Λιθακιές. Πάνω από τα βήματα του περιπατητή αιωρούνται μέχρι τα σύννεφα οι κοφτοί βράχοι ενώ κάτω από τα πόδια του χάσκουν ιλιγγιώδεις γκρεμοί ύψους 700 μέτρων και στο βάθος η θάλασσα που μετά βίας  ακούγεται από εκεί ψηλά.

Τα πράγματα άρχισαν να ζορίζουν!

Πάντως είναι αλήθεια πως δεν υπάρχει άλλη τόσο απότομη περιοχή στην Αμοργό, απότομη συνάμα και προκλητική για όλες τις αισθήσεις η οποία βάζει σε ετοιμότητα όλες τις δυνάμεις καθώς το παραμικρό παραπάτημα μπορεί να είναι μοιραίο ενώ  ο παραμικρός θόρυβος μπορεί να σημαίνει την κατρακύλα ενός βράχου και μια τέτοια περίπτωση μπορεί να κρύβει πολλούς κινδύνους.. Ο μόνος θόρυβος που ταράζει την απόκοσμη ησυχία είναι οι στριγγλιές από τα λογής αρπακτικά, γλάροι, γεράκια, αετοί που φωλιάζουν στις εσοχές των βράχων και ελέγχουν το με την ματειά τους το απόκοσμο βασιλειό τους.

Η θάλασσα είχε χαθεί από την ομίχλη.

Η κούραση από την πορεία αλλά και την ένταση είχε φθάσει στο αποκορύφωμα της, καθώς το σούρουπο πλησίαζε, το σκοτάδι έπεφτε και τα πρώτα ίχνη της  βραδυνής ομίχλης εμφανιζόντουσαν μπροστά μας, όταν επιτέλους μετά απο τρείς ώρες περπάτημα αντικρύσαμε το ξωκκλήσι.

Το κατάλευκο εκκλησάκι του Σταυρού,  το οποίο ακολουθεί την απλή νησιώτικη αρχιτεκτονική με θολωτή στέγη, είναι χτισμένο κοντά στο μοναδικό πηγάδι της περιοχής, δίπλα από ένα μεγάλο βράχο που το προφυλάσει από τους δυνατούς αέρηδες. Τον ίδιο ρόλο παίζουν και οι ψηλοί πέτρινοι τοίχοι που το περιβάλλουν. Δίπλα του υπάρχει ένα παρατημένο κτίσμα, ενώ σε κοντινή απόσταση, σε ένα ανοιχτό κοίλωμα της πλαγιάς, βρίσκεται το πανηγυρόσπιτο και το καπνισμένο μαγερείο όπου ετοιμάζουν το φαγητό που θα μοιράσουν μετά τη Λειτουργία και η θολωτή σάλα με τα τσιμεντένια τραπέζια. Δίπλα πάλι στο πανηγυρόσπιτο, ένα δαιδαλώδες σύμπλεγμα από άσκεπα μαντριά και άδειες αποθήκες συμπληρώνει και υποννοεί τη χρήση του από τους τσοπάνηδες του παλαιού καιρού.

Το θέαμα απο κεί πάνω ήταν συγκλονιστικό. Ακροβολιστήκαμε στήσαμε διακριτικά μαζί με άλλους περιπατητές τους υπνόσακκους  τσιμπήσαμε, ήπιαμε από τις προμήθειες που είχαμε μαζί μας και αφού εξαντλήσαμε  μέχρι τα μεσάνυχτα το φυσιολατρικό και   φιλοσοφικό μας κουβεντολόι αποκοιμηθήκαμε στην ύπαιθρο.

Συμμάζεμα των υπνόσακκων πάνω στι δώμα του κτίσματος που μας φιλοξένησε

Κοιμηθήκαμε αυτοκρατορικά, στη στέγη της κατοικιάς όταν τα χαράματα ασυναίσθητα και παρ’ολη τη κούραση κάτι μας ξύπνησε. Μιά λαμπερή πορτοκαλιά κουκίδα έσκαζε μύτη πάνω από τον ορίζοντα, στο απέραντο πέλαγος που άχνιζε καθότι  ήταν σκεπασμένο, απο άκρη ως άκρη  με την πρωινή ομίχλη. Κι όλα αυτά κάτω στα πόδια μας. Λες και εμείς καθόμασταν στο  υψηλότερο θεωρείο ενός  θεάτρου και ως οι προνομιούχοι θεατές θα είμασταν αυτοί που θα αντικρίζαμε πρώτοι την παρθενική ακτίνα της ημέρας. Ακίνητοι και αποσβολωμένοι χαθήκαμε στο ομορφώτερο ξημέρωμα του Αιγαίου.

Η απόλαυση του πρωινού καφέ με ένα πέλαγο στα πόδια μας.

“Ήθελα να, βρε ήθελα να…

Ήθελα να μουν, να μουν  αϊτός!

Ήθελα να μουν αϊτός για μιά στιγμή μονάχα

Γιά μιά στιγμή μονάχα!

Να πετάγα στην Αμοργό γιά μιά αυγή μονάχα…

Γιά μιάν αυγή μονάχα!”

Το πρωί η Θεία Λειτουργία ακολούθησε το γνωστό τυπικό της εκκλησίας. Ο παπάς απο την ενορία της Λαγκάδας, πέρασε πρώτα από το μαγειρείο με μια εικόνα να ευλογήσει το φαγητό, κρέας με ρύζι, που με ιδιαίτερη επιμέλεια ετοίμασαν οι «υπηρέτες», υπό την καθοδήγηση του αειθαλούς Ηλία Βεκρή που συμπλήρωσε εδω και καιρό τα 30 χρόνια υπηρεσίας στο πανηγύρι του Σταυρού, του Μιχάλη Βεκρή και των άλλων εθελοντών και κατόπιν ξεκίνησε τη Λειτουργιά..  Στο εκκλησάκι δεν χωράγανε όλοι, ίσα – ίσα ο παπάς στο μικροσκοπικό ιερό και λίγοι πανηγυριστές ντυμένοι σεμνά. Οι περισσότεροι στέκονταν στον περίβολο κάτω από τον ασβεστωμένο ψηλό τοίχο.

Προετοιμασίες φαγητού έξω απο το εκκλησάκι του Σταυρού.

Όταν τελείωσε η Θεία Λειτουργία ο κόσμος έστησε το τσιμπούσι γύρω από το μαγερειό, καθώς ένας ένας –λόγω στενότητας του χώρου παραλαμβάναν από το καζάνι το κατσικάκι με τις πατάτες και το ρύζι. Στο τέλος του φαγητού ήλθε η ώρα του τοπικού γλυκού, μελομακάρονα φτιαγμένα από τις γυναίκες  των Θολαρίων, με πορτοκάλι και καρύδι.  Με πιοτό και με τραγούδι συνεχίστηκε το γεύμα – για κάποιους λόγους που δεν ξεκαθάρισα ποιός ήταν ο βασικός  δεν γίνεται πιά  γλέντι με όργανα στο πανηγύρι – και  μετά

το φαγητό  οι “υπηρέτες” (οι διοργανωτές του πανηγυριού) ανέλαβαν την καθαριότητα,  ενω οι πανηγυριώτες αρχίσαν να ετοιμάζονται για την καθοδό τους.

Το μοίρασμα του πατατάτου απο το καζάνι.

Φορτώθηκαν στα γαιδούρια όσα πράγματα ήσαν να επιστραφούν  και πήραν το δρόμο της επιστροφής κάπως βιαστικά γιατί, ήδη η ημέρα έχει μικρήνει αρκετά και άμα νυχτώσει το μονοπάτι είναι αδύνατο να περπατηθεί. Για τους  αχόρταγους πανηγυριστές το γλέντι με χορό και μουσική αυτή τη φορά συνεχίστηκε στα καφενεία της Λαγκάδας και των Θολαρίων.

Το πιό ξακουστο και μαζικό πανηγύρι της Αμοργού είναι αδιαφιλονίκητα το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής. Η ιστορία  της εκκλησιάς   χάνεται στους αιώνες. Η πιό πειστική  εκδοχή είναι ότι κάποιος βοσκός, ψάχνοντας να βρεί ένα χαμένο πρόβατό του,  εντόπισε τα ίχνη ενός παλιού ναού και την εικόνα της Αγίας Παρασκευής. Από τότε κτίστηκε ο ναός που σιγα-σιγά  έγινε το επίκεντρο λατρείας των νότιων χωριών του νησιού της Αρκεσίνας, της Καλοταρίτισσας, της Κολοφάνας, της Ραχούλας και του Καμαριου. Με το πέρασμα  των χρόνων μεγάλωσαν οι κτιριακές εγκαταστάσεις του πανηγυριού και στις μέρες μας φιλοξενεί πάνω απο τρεις χιλιάδες άτομα. Τα νούμερα μιλούν από μόνα τους. Εδομήντα άτομα δουλεύουν εθελοντικά για να  πετύχει το πανηγύρι. Άλλοι αναλαμβάνουν το σφάξιμο των ζώων (ογδόντα ερίφια και πέντε μοσχάρια ήταν ο τελευταίος απολογισμός) που δωρίζονται από τους κτηνοτρόφους. Άλλοι καθαρίζουν, άλλοι  μαγειρεύουν και άλλοι σερβίρουν.  Όλοι τους  είναι οι “υπηρέτες” της εκκλησιάς   και  αναλαμβάνουν “υπηρεσία” αρκετές μέρες πριν το πανηγύρι. Πολλές φορές όταν γίνεται το αδιαχώρητο προσφέρονται και άλλοι προσκυνητές για να βοηθήσουν.

Τα ψωμιά του πανηγυριού της Αγίας Παρασκευής

Οι ποσότητες των φαγητών είναι ασύλληπτες. Επτακόσια καρβέλια ψωμί φουρνίσθηκαν στο φούρνο της Αγίας Παρασκευής, χωρητικότητας εξήντα καρβελιών  ενω στα  δεκάδες καζάνια μαγειρεύτηκαν  τυπικά φαγητά του πανηγυριού, το “πατατάτο”, το “ξυδάτο” και το “κοφτό”. Το κοφτό είναι ένα σπάνιο φαγητό του Αιγαίου που παρασκευάζεται από ένα μίγμα σταριού και μυζήθρας που πριν μπεί στο καζάνι για βράσιμο κτυπιέται σε πέτρινα γουδιά με κόπανους για να δέσει.

Το καθάρισμα του σταριού

Επειδή όμως υπάρχουν και πολλοί  προσκυνητές που νηστεύουν, ιδίως όταν η ημέρα του πανηγυριού πέφτει Τετάρτη ή Παρασκευή, τα τελευταία χρόνια οι επίτροποι φροντίζουν να έχουν γι’ αυτούς και ένα – δυο καζάνια με ρεβύθια και πιλάφι με χταπόδια. Ο επί μισό αιώνα  επίτροπος  και υπηρέτης της Αγίας Παρασκευής Μανώλης Κωβαίος απο τη Μαύρη Μύτη της Κάτω Μεριάς,  ο αρχιμάγειρας Βαγγέλης Μενδρινός από το Καμάρι και οι μάγειροι Ηλίας Βεκρής από τα Θολάρια (τον συναντήσαμε και στο πανηγύρι του Σταυρού), Γιάννης Δεσποτίδης απο την Αρκεσίνη, Μάρκος Βεκρής απο τον Ποταμό  επέβλεπαν τα μαγειρέματα και  παρακολουθούσαν τους βοηθούς τους καθώς τα φαγητά απαιτούσαν διαρκές ανακάτωμα στα  δεκάδες καζάνια.

Αμοργιανοί πανηγυριώτες ξαποσταίνουν

Κάθε χρονιά όμως, το κτιριακό συγκρότημα της Αγίας Παρασκευής, το οποίο συνεχώς βελτιώνεται και προστίθενται σε αυτό νέα κελιά για την εξυπηρέτηση των προσκυνητών πανηγυριστών που στέκουν όρθιοι και στριμωγμένοι μέσα στον περίβολο της εκκλησίας και σε κύκλο, γύρω από το σημείο, όπου οι άρτοι της γιορτής περιμένουν να ευλογηθούν από τους συλλειτουργούς ιερείς και να μοιραστούν κατόπιν στους συνεορτάζοντες. Ακουμπώντας ο ένας στην πλάτη του άλλου όλοι οι πιστοί, δείχνουν με αυτή την κίνηση να έρχονται σε επαφή τον αγιασμένο άρτο.

Παράλληλα με το σερβίρισμα του φαγητού και αφού τακτοποιηθεί η πρώτη φουρνιά, αρχίζει να ετοιμάζεται και η ορχήστρα. Κουρντίζουν τα όργανα και περιμένουν τους επιτρόπους που ξεκινάνε πρώτοι το χορό. Αυτό είναι μια παλιά συνήθεια με την οποία αποδίδεται τιμή σε αυτούς τους ανθρώπους που κοπίασαν γι’ αυτή τη γιορτή. Τον πρώτο χορό σέρνει ο Σταμάτης και ακολουθούν οι υπόλοιποι βάσει ιεραρχίας και κάποια στιγμή στο χορό μπαίνουν και μέλη της οικογένειας του πρώτου επιτρόπου. Εκείνη τη στιγμή, ο τραγουδιστής τραγουδά ένα τραγούδι, ειδικά γραμμένο γι’ αυτόν, τους επιτρόπους και όλους τους «υπηρέτες» του πανηγυριού:

Αγία Παρασκευή τους ανθρώπους

που σε υπηρετούν βοήθησε τους πάλι.

Πάντα να είσαστε καλά, παντοτινά υγεία

σε κάθε βήμα σας κοντά, απόψε η Αγία.

Σταμάτη να τη χαίρεσαι σαν τα ψηλά τα όρη

Πού’ χει χαρίσματα πολλά, την καλή σου κόρη.

Γειά σου λεβέντρα Αμοργός και με τις ομορφιές σου

Που το χορό στολίζουνε και καίει τις καρδιές σου

Η ορχήστρα έπαιζε με τις ώρες νησιώτικους σκοπούς, από το «Αμοργιανό μου πέραμα, νάχεις καλό ξημέρωμα» μέχρι το σύγχρονο σουξέ  « Αγαπώ μιά πιτσιρίκα» του Βαζαίου…

Ο κυρ Μήτσος Σκοπελίτης, όταν δεν τραγουδά στα πανηγύρια και δεν ταξιδεύει στα πέλαγα με τα καράβια του, περνά τα πρωινά του στο καφενείο του Δρόσου στο λιμάνι.

Την ορχήστρα συνθέτουν συνήθως ο αειθαλής καπετάν Μήτσος Σκοπελίτης ο οποίος έχει ξεχάσει πόσα χρόνια παίζει βιολί στα νησιώτικα πανηγύρια, ο Γιώργος Βλαβιανός παραδοσιακό λαγούτο, ο Θανάσης Θεολογίτης και ο Μιχάλης Φωστιέρης στα βιολιά και ο Γιάννης Σκοπελίτης τραγούδι – λαγούτο. Η μεγάλη αυλή που στρώνονται τα τραπέζια, παίζει η ορχήστρα και γίνεται ο χορός είναι ένα νέο έργο, μόλις δυο χρονών και έγινε για να μπορεί να εξυπηρετεί 1000 άτομα σε κάθε φουρνιά. Παλαιότερα, που δεν υπήρχε αυτός ο χώρος, οι πανηγυριστές έπαιρναν το φαγητό και απλώνονταν στα χωράφια ενώ οι ορχήστρες έπαιζαν μέσα σε αυτοσχέδιες καλύβες. Οι πρώτες παρέες που θα κάτσουν στο τραπέζι είναι και αυτές που φεύγουν νωρίς και συνήθως είναι οικογένειες που δεν επιθυμούν να συνεχίσουν

Ο πολύς κόσμος πάντως φεύγει νωρίς, αμέσως μετά από το φαγητό και στο χώρο του πανηγυριού μένουν ο σκληρός πυρήνας των πανηγυριστών οι οποίοι θα διασκεδάσουν μέχρι τη στιγμή που θα χτυπήσει η καμπάνα της εκκλησίας για την πρωινή λειτουργία. Τότε σταματάνε τα όργανα και παίρνουν μια ανάσα οι χορευτές. Τώρα, σε τι κατάσταση είναι ο καθένας να πάει στη λειτουργία είναι άλλος λόγος. Πάντως η πρωινή λειτουργία, είναι σύντομη και ιδιαίτερα απλή καθώς από τον κόσμο που είχε εμφανιστεί στον εσπερινό, είναι πολύ λίγοι αυτοί που την παρακολουθούν και κυρίως οι ντόπιοι, οι αληθινοί πιστοί, οι επισκέπτες που έχουν έρθει από διάφορα σημεία της Αμοργού και των Κυκλάδων και έχουν φιλοξενηθεί στα κελιά της εκκλησίας, οι επίτροποι και οι υπηρέτες.

Και εδώ σερβίρεται ψημένη ρακί.

Γι’ αυτούς το πανηγύρι τελειώνει μετά το φαγητό, το οποίο είναι σαν μια μεγάλη οικογενειακή συγκέντρωση στη μεγάλη σάλα του πανηγυρόσπιτου όπου γίνονται και οι πρώτες εκτιμήσεις, και βεβαίως μετά τη γενική καθαριότητα του χώρου που ακολουθεί. Μέχρι το απόγευμα που θα φύγει και ο τελευταίος πανηγυριστής, όλα στην Αγία Παρασκευή πρέπει να λάμπουν, τόσο που ο επισκέπτης να μην μπορεί να καταλάβει οτι επί μια εβδομάδα εκεί είχε γίνει ένα από τα μεγαλύτερα πανηγύρια του νησιού.

Advertisements

2 Responses to “Τα πανηγυρια της Αμοργού”


  1. 1 viviannametallinou Φεβρουαρίου 25, 2011 στο 2:49 μμ

    Τόπος προσμονής – Τόπος μυστηρίου: Η Αμοργός έχει κωδικοποιήσει μέσα μου τη σημασία της δημιουργίας για ζωή.


  1. 1 “Πανηγυριών Εγκώμιον” – “ΣΗΜΑΔΙΑ του ΑΙΓΑΙΟΥ” « xoroballomata Παράθεση σε Μαρτίου 6, 2011 στο 10:59 πμ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Φεβρουαρίου 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν.   Μαρ. »
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28  

cover4.gif

paros-cover.gif