Αρχείο για Νοέμβριος 2011

Παράδοσης συνέχεια… “Τα πανηγύρια στο Αιγαίο” στο Βυζαντινό Μουσείο.

Μπορεί ο Γιώργος Πίττας να ναι ένας  ταξιδευτής του Αιγαίου, ένας ερευνητής του αρχιπελάγους που προσπαθεί από τα τελευταία οχυρά της παράδοσης να αντλεί νοήματα και συμπεράσματα, δεν παύει όμως κι αυτός να δημιουργεί την δική του παράδοση, Μιά παράδοση που λέει ότι κάθε φορά την ημέρα που παρουσιάζει τα βιβλία του στην Αθήνα, να συμβαίνουν συγκλονιστικά γεγονότα, που εκτός των άλλων,  δημιουργούν προβλήματα και στην βιβλιοπαρουσίαση του. Στα “Σημάδια του Αιγαίου” Ιούνιο του 2007 είχε καύσωνα στην Αθήνα -40 βαθμοί- και καιγόταν η μισή Ελλάδα, ενώ στην επόμενη παρουσίαση, της Αθηναϊκής ταβέρνας, Νοέμβριος του 2009 καιγόταν η Αθήνα από τις διαδηλώσεις. Αυτή τη φορά, οι απίστευτες πολιτικές εξελίξεις, με τις παράλληλες πορείες στο Σύνταγμα, το μποτιλιάρισμα γύρω από τη Βουλή και το κλείσιμο των σταθμών του Μετρό σε Σύνταγμα και Ευαγγελισμό, αλλά πρωτίστως το “κουρέλι ηθικό και τα νεύρα τσατάλια” δημιούργησαν όλες τις  δυσοίωνες προυποθέσεις για μιά  Μητσοτάκικη έκβαση.

Το αγωνιστικό φρόνιμα όμως των πανηγυριστών, των φίλων και των πιστών του συγγραφέα και των πανηγυριών ανέτρεψαν κάθε αρνητική πρόβλεψη. Παρ’ ολη την αρχική αμηχανία,  350 γενναίοι Αθηναίοι  κατέφθασαν , και  αψηφώντας τις τεχνικές δυσκολίες,  την εθνική κατήφια, το γενικώτερο πολιτικό μπάχαλο    γέμισαν τον χώρο της βιβλιοπαρουσίασης στο Βυζαντινό Μουσείο. Η είσοδος του κοινού έγινε μέσα απο τις μοναδικές σε εκθέματα και άψογη μουσειολογική οργάνωση αίθουσες του Βυζαντινού Μουσείου έτσι ώστε οι επισκέπτες να προετοιμασθούν για την  παρουσίαση των  πανηγυριών, των  σύγχρονων  αυτών εκφράσεων θρησκευτικής λατρείας.

Τους υποδέχθηκαν  στην πρώτη  αίθουσα της έκθεσης τα γλυπτά του αρχιτέκτονα Γ. Χαϊδόπουλου με αναπαραστάσεις μουσικών, το φωτογραφικό υλικό του Γιώργου Πίττα  με θέμα “Τα πανηγύρια στο Αιγαίο” εκτεθειμένο σε δεκάδες μπάνερ –ένα μπάνερ για καθένα νησί-  ενώ ο κορυφαίος  Νίκος Οικονομίδης με τη Κυριακή Σπανού σκόρπιζε με το βιολί του μουσικές που δημιούργησαν τις πρώτες νότες απο  το πανηγυρικό κλίμα.

Σε μιά άλλη αίθουσα οι αδελφοί Ρεφενέδες, με την τσαμπούνα και το τουμπί διασκέδαζαν τους πιό σκληροπυρηνικούς φίλους των πανηγυριών.

Κάποια στιγμή όταν μαζεύτηκε ο κόσμος και είχε προετοιμασθεί από τα θεάματα και τα ακούσματα ξεκίνησε η βιβλιοπαρουσίαση.  Παραθέτουμε κάποια αποσπάσματα των ομιλητών:

Μιράντα Τερζοπουλου. Λαογράφος-Εθνολόγος

“Λιγοστά πράματα δίνουνε θροφή στην καρδιά μας, κι άνθρωπος που δεν δίνει θροφή στην καρδιά μας δεν τον λογαριάζω για άνθρωπο. Κι εγώ σπουδασμένος είμαι, μα κατάλαβα πως δεν είναι σωστό η σπουδή να ξεραίνει την καρδιά μας, παρά εμείς οι άνθρωποι πρέπει να δίνουμε πνοή και γλυκύτητα στη γνώση μας”.  Εγραφε ο Φώτης Κοντογλου κι εγω τα ξαναθυμήθηκα γιατί διαβάζοντας το βιβλίο του  Γιώργου Πίττα, εκτός που ταξίδεψα, έμαθα, έζησα ή ξανάζησα πράγματα πολύτιμα για μένα από μια Ελλάδα που αλλάζει μα δεν χάνεται, ένιωσα πως διαβάζω ένα τέτοιο βιβλίο, απ’ αυτά που δίνουνε θροφή όχι μόνο στο πνεύμα μα και στην καρδιά μας.  Κι αυτό δεν είναι καθόλου μα καθόλου εύκολο.

 

Μπήλιω Τσουκαλά. Δημοσιογραφος

Νομίζω πως ο Γιώργος δεν θα είχε γράψει κανένα από τα βιβλία του, εάν δεν διακατεχόταν από ένα μεγάλο πάθος. Να ψάχνει και να βρίσκει την αλήθεια των πραγμάτων. Τους αληθινούς τόπους, τους αυθεντικούς ανθρώπους, τα ειλικρινή συναισθήματα. Τέτοια ακριβώς που εντόπισε στα Πανηγύρια του Αιγαίου, όταν παληκαράκι 20 ετών την κοπάνισε από τη βάρδια στο πλοίο όπου υπηρετούσε ναύτης τότε, και πήγε με έναν κληρούχα φίλο του σε ένα πανηγυράκι στη Σίφνο.  Ερωτεύτηκε από τότε τα Πανηγύρια και τον κόσμο τους. …Φαίνεται, πως η αλήθεια των πραγμάτων δεν είναι κάτι που μπορεί κανείς να εντοπίσει όταν αποτελεί μέρος τους. Γι’ αυτό, ο Πίττας μπόρεσε και έκανε όλη αυτή τη σπουδαία δουλειά.  Γιατί, χωρίς να του ανήκει, μπήκε ψυχή τε και σώματι σε αυτό το σύμπαν, όπου το πάν-εγείρεται, και  με καθαρό μυαλό  το κατέγραψε με σεβασμό και αγάπη.

Λάμπρος Λιάβας, Εθνομουσικολόγος

Κάτι ανάλογο επιχειρεί και ο Γιώργος Πίττας σ’ αυτό το βιβλίο του, επιλέγοντας να αφουγκραστεί τον παλμό του Αιγαίου μέσα από την τελετουργία του πανηγυριού, στα μέρη εκείνα όπου η Ελλάδα ακόμη αντιστέκεται και επιμένει. Με την παρέα, την ομάδα, την κοινότητα να προβάλουν, να επιβεβαιώνουν, να διεκδικούν την ταυτότητά τους και να αρνούνται να υποβιβάσουν το συλλογικό γλέντι σε αγοραία «διασκέδαση» (σκόρπισμα δηλ.) ή σε φολκλορική φιέστα, όπως συχνά γίνεται στις μέρες μας.

Μέσα από το πανηγύρι, το τραγούδι, η μουσική και ο χορός (ως ομοούσιος και αδιαίρετη τριάδα του λαϊκού μας πολιτισμού) αποκτούν έναν ισχυρό συμβολικό χαρακτήρα. Αναγορεύονται σε κατεξοχήν σύμβολα ταυτότητας, σε σημεία αναφοράς, συνδετικούς κρίκους της ομάδας, τεκμήρια της  συλλογικής δημιουργικής ικανότητας, θεματοφύλακες της ιστορικής μνήμης. Δεν είναι μεμονωμένα και ξεκάρφωτα, αλλά εντάσσονται λειτουργικά στην κοινή ζωή και δράση. Ικανοποιώντας την ανάγκη του ανθρώπου να βρει σύμβολα, κώδικες και συμπεριφορές που θα του επιτρέψουν να φέρει στην επιφάνεια, να εκφράσει δημόσια, να μοιραστεί, να ακουμπήσει τα βαθύτερα συναισθήματά του.

Θα μπορούσαμε να εστιάσουμε σε πολλά ειδικότερα σημεία και θέματα που θίγει και αναδεικνύει στις σελίδες του, αλλά δεν θα ήθελα να καταχραστώ και τον χρόνο των υπολοίπων ομιλητών. Επιτρέψτε μου λοιπόν να καταλήξω ανακαλώντας ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα που υπογράμμισα στο κείμενο του Γιώργου Πίττα και που θεωρώ ότι συνοψίζει το περιεχόμενο της σκέψης του και την ποιότητα του προβληματισμού του:

“Η συνάντηση της Ανατολής με τη Δύση, του παρελθόντος με το παρόν, του παγκόσμιου με το τοπικό, της παράδοσης με τη νεωτερικότητα μπορεί να δημιουργήσει νέες πραγματικότητες τόσο στο χώρο της τέχνης όσο και της κοινωνικής ζωής. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι παντού, ως αντιστάθμισμα της ραγδαίας παγκοσμιοποίησης και της πολιτιστικής ομογενοποίησης, παρατηρείται μια έντονη στροφή προς τη διερεύνηση και την επανερμηνεία του κόσμου της παράδοσης και των τοπικών πολιτισμών, στην κατεύθυνση δημιουργίας νέου συστήματος αξιών και νέας πολιτιστικής ταυτότητας… Στην υποκρισία των σύγχρονων κοινωνικών συναναστροφών και στη φυγή των «εικονικών» ταξιδιών, τα πανηγύρια έρχονται να μας υπενθυμίσουν ότι υπάρχει και η ζωή. Η ζωή μαζί με τους άλλους”.

Έτσι καταλήγει ο Γιώργος Πίττας, αυτό είναι το μήνυμα ζωής που μας απευθύνει μέσα από το καινούργιο βιβλίο του κι όσοι έχουν αυτιά ας το ακούσουν.

Tέλος ο Γιώργος Πίττας αναφέρθηκε στο πως και στο γιατί του βιβλίου του:

Δεν ξέρω γιατί, αλλά η έκδοση του βιβλίου αυτού ήταν κάτι πολύ σημαντικό για τη ζωή μου.

Εδώ και χρόνια έβλεπα το κακό να πλησιάζει. Τους ανθρώπους των πόλεων να ακολουθούν την προσωπική τους ευδαιμονική την  ζωή και την  παραληρηματική τους επιδειξιομανία. Να υποτιμάται συνεχώς η αγάπη για τον τόπο, τον δημόσιο χώρο, το περιβάλλον, το κοινό συμφέρον. Τα υλικά αγάθα, τα lifestyle σύμβολα, τα δήθεν, οι ωφελιμιστικες κοινωνικότητες, να παραγκωνίζουν οτιδήποτε δημιουργικό και κοινωνικά ευαίσθητο.

Κι έπαιρνα τους δρόμους …ή σωστότερα τις θάλασσες… ψάχνοντας να βρω ίχνη αληθινής  ζωής, στιγμές χαράς, στιγμιότυπα συλλογικής υπέρβασης. Να εντοπίσω ανθρώπους γενναιόδωρους, διαποτισμένους από κάποιες κοινές αρχές, στοιχειωδώς πατριώτες, με την έννοια που να λες πατρίδα και να μην ντρέπεσαι. Ανθρώπους που αν και πικραμένοι, αγαπούν τον τόπο τους, τη δουλειά τους, τον κοινωνικό τους περίγυρο, τα πανηγύρια τους.

Είναι προφανές οτι στα ταξίδια μου αυτά, είδα αυτά που μπορούσα να δω, γιατί η ζωή δεν είναι ό,τι βλέπεις, αλλά ό,τι εσύ προβάλλεις σ΄ αυτήν: “H ζωή είναι αυτό που την κάνουμε να είναι. Τα ταξίδια είναι οι ίδιοι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που βλέπουμε, είναι αυτό που είμαστε” έλεγε ο Φερνάντο Πεσσόα και προφανώς αυτή η ρήση αφορούσε και την αφεντιά μου.

Ο Γιώργος Πίττας στο τέλος της βιβλιοπαρουσίασης ευχαρίστησε  όλους τους συντελεστές ( του βιβλίου, της έκθεσης, της εκδήλωσης), αλλά  και όλους όσους τον βοήθησαν κατά την διάρκεια της έρευνας που απ’ ότι φάνηκε  ήσαν πάρα πολλοί, έδωσε το μήνυμα για τους μεζέδες και για ένα ποτήρι κρασί ενώ ανανέωσε το ραντεβού στα πανηγύρια πιά του  επόμενου καλοκαιριού.

«Aς κρατήσουν οι χοροί…» με χορούς ελεύθερους και κυκλωτικούς στα πανηγύρια του Αιγαίου.

Η εισήγηση του Εθνομουσικολόγου Λάμπρου Λιάβα στη βιβλιοπαρουσίαση των «Πανηγυριών στο Αιγαιο».

Πριν δύο περίπου χρόνια, είχαμε την ευκαιρία να εκτιμήσουμε και να θαυμάσουμε την ευαισθησία, το μεράκι και τη μεθοδικότητα του Γιώργου Πίττα στην προσέγγιση και την καταγραφή του λαϊκού μας πολιτισμού, μέσα από το εξαιρετικό βιβλίο του για την αθηναϊκή ταβέρνα. Σήμερα, υποδεχόμαστε, με ακόμη μεγαλύτερο ενθουσιασμό, το νέο του πνευματικό παιδί, καρπό συστηματικής μελέτης και έρευνας σ’ έναν χώρο εξίσου γοητευτικό αλλ’ ακόμη πιο σύνθετο κι «επικίνδυνο», γι’ αυτό και δύσκολο και προκλητικό για εκείνον που θα επιχειρήσει μια τέτοια προσπάθεια. Κυριολεκτικά μια βουτιά στα βαθειά, στα βαθειά νερά του Αιγαίου!.. Αλλά η ψαριά που έκανε ο Γιώργος φαίνεται πως ήταν καλή κι ας δούμε τι φέρνει στην επιφάνεια.

Ο Γιώργος Πίττας μας προσφέρει πάνω απ’ όλα το ωραίο ταξίδι. Το ταξίδι σε μια θάλασσα που παραμένει γεμάτη από ήχους, μια θάλασσα «ηχήεσσα» όπως την ονομάζει ο Όμηρος. Μας καλεί όχι απλώς στην περιπλάνηση, αλλά κυρίως στην εξερεύνηση και στην κατανόηση του πολιτισμού του Αιγαίου, μέσα από την ανθρώπινη έκφραση και επικοινωνία, έτσι όπως αυτές όπως αποτυπώνονται και επιτελούνται στην κυριότερη, την άμεσα βιωματική εκδήλωση-θεσμό των νησιών, στο λαϊκό πανηγύρι.

Αυτό που διακρίνει τον Πίττα (πέρα από το ενδιαφέρον και την αγάπη του -κίνητρα αυτονόητα για μια τέτοια προσπάθεια) είναι  η συνειδητή αναζήτηση, ένα κρίσιμο στοιχείο που διαφοροποιεί τον ταξιδευτή από τον τουρίστα. Ο Γιώργος είναι ένας συνειδητός ταξιδευτής, με την ίδια εμμονή που χαρακτήριζε και τον καπταν-Δυσσέα όταν έπλεε στα ίδια νερά του Αρχιπελάγους. Σας θυμίζω ότι ο Οδυσσέας -σύμφωνα με τη σοφή ομηρική διατύπωση- «πολλών ανθρώπων οίδεν άστεα και νόον έγνω». Δηλ. όχι απλώς επισκέφτηκε, περιηγήθηκε πολλά και διαφορετικά μέρη (ως τουρίστας), αλλά -πάνω απ’ όλα- «νόον έγνω». Ως συνειδητός ταξιδευτής επιδίωξε να γνωρίσει, να κατανοήσει, να μοιραστεί τη νοοτροπία, τον τρόπο σκέψης και πράξης, τον πολιτισμό των ανθρώπων.

Κάτι ανάλογο επιχειρεί και ο Γιώργος Πίττας σ’ αυτό το βιβλίο του, επιλέγοντας να αφουγκραστεί τον παλμό του Αιγαίου μέσα από την τελετουργία του πανηγυριού, στα μέρη εκείνα όπου η Ελλάδα ακόμη αντιστέκεται και επιμένει. Με την παρέα, την ομάδα, την κοινότητα να προβάλουν, να επιβεβαιώνουν, να διεκδικούν την ταυτότητά τους και να αρνούνται να υποβιβάσουν το συλλογικό γλέντι σε αγοραία «διασκέδαση» (σκόρπισμα δηλ.) ή σε φολκλορική φιέστα, όπως συχνά γίνεται στις μέρες μας.

Μέσα από το πανηγύρι, το τραγούδι, η μουσική και ο χορός (ως ομοούσιος και αδιαίρετη τριάδα του λαϊκού μας πολιτισμού) αποκτούν έναν ισχυρό συμβολικό χαρακτήρα. Αναγορεύονται σε κατεξοχήν σύμβολα ταυτότητας, σε σημεία αναφοράς, συνδετικούς κρίκους της ομάδας, τεκμήρια της  συλλογικής δημιουργικής ικανότητας, θεματοφύλακες της ιστορικής μνήμης. Δεν είναι μεμονωμένα και ξεκάρφωτα, αλλά εντάσσονται λειτουργικά στην κοινή ζωή και δράση. Ικανοποιώντας την ανάγκη του ανθρώπου να βρει σύμβολα, κώδικες και συμπεριφορές που θα του επιτρέψουν να φέρει στην επιφάνεια, να εκφράσει δημόσια, να μοιραστεί, να ακουμπήσει τα βαθύτερα συναισθήματά του. «Ήβγε στην παρουσία» λένε χαρακτηριστικά για τη συμμετοχή στο γλέντι στην Κάρπαθο και νομίζω ότι αυτή η φράση τα λέει όλα.

Στην παραδοσιακή κοινότητα, μέσα από την προφορική παράδοση, το άτομο -από την παιδική ακόμη ηλικία- μυούνταν στο να συμμετέχει σε μια συλλογική ζωή, όπου όλα τα μέλη μπορούσαν να τραγουδήσουν, να χορέψουν, να εκφραστούν, να επικοινωνήσουν, ο καθένας «με την τάξη τους και τη σειρά τους», όπως χαρακτηριστικά λέει μια φράση-κλειδί για την κατανόηση της λειτουργίας του λαϊκού γλεντιού. «Με την τάξη του και τη σειρά του», δηλ. πάντοτε μέσα στα όρια των κανόνων της παράδοσης, σε σχέση με το ποιός, που, πότε, πώς και γιατί. Αυτό αποτελούσε ένα κορυφαίο μάθημα ζωής, μια διαβατήρια τελετή για την ένταξή τους στο σύνολο, στην εκμάθηση του κοινωνικού τους ρόλου και, εν τέλει, το τεκμήριο και το μέτρο της εθνοπολιτισμικής τους ταυτότητας.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως όταν το 1982 πρωτοπήγα στο περίφημο πανηγύρι της Βρυκούντας στην Όλυμπο της Καρπάθου και θέλησα να χορέψω μου είπαν ότι την πρώτη μέρα χορεύουν μόνο οι Ολυμπίτες, τη δεύτερη οι υπόλοιποι Καρπάθιοι και μόνο την Τρίτη μέρα επιτρέπεται να μπουν στο χορό οι άλλοι «ξένοι». Επίσης, όταν ένας τραγουδιστής είπε μια μαντινάδα «ξεκάρφωτη» που δεν ταίριαζε με τις υπόλοιπες, ο λυράρης θυμωμένος του πέταξε το δοξάρι γιατί «ασχήμυνε το γλέντι»! Ενώ, προς μεγάλη έκπληξη όλων ημών που αναζητούσαμε το δήθεν «αυθεντικό», διαπιστώσαμε ότι το ποτό που σερβίριζαν στα πήλινα κανάτια ήταν …ουίσκι, φυσικό αποτέλεσμα του γεγονότος ότι στο πανηγύρι συμμετείχαν πολλοί ξενιτεμένοι Καρπάθιοι της Αμερικής που το καλοκαίρι επέστρεφαν στο νησί τους. Όλα αυτά ήταν μεγάλα μαθήματα για εμάς τους τότε «νεοφώτιστους», επιβεβαιώνοντας τόσο την «τάξη και τη σειρά» στην παράδοση, αλλά και τους νεωτερισμούς σ’ ένα χώρο που δεν μένει στατικός αλλά -σαν ένα ζωντανό κύτταρο- εξελίσσεται.

Γι’ αυτό άλλωστε και τα τραγούδια, οι μουσικές, οι χοροί παραμένουν το κλειδί για να προσεγγίσει κανείς το ύφος, το ήθος, την κοσμοθεωρία, τον πολιτισμό μιας ομάδας, ενός λαού, μιας εποχής.  Για να γνωρίσουμε τον «άλλον», θέτοντας ταυτόχρονα σε σύγκριση και δοκιμασία όλες τις βεβαιότητες και τα άκαμπτα αξιώματα του «εγώ» μας. Αποδεχόμενοι το δικαίωμά του στην έκφραση, σεβόμενοι την ιδεολογία του, κατανοώντας την αισθητική του, βρίσκοντας τα κοινά σημεία, σεβόμενοι τις διαφορές. Και, εν τέλει, ξορκίζοντας την προκατάληψη, το ρατσισμό και την ξενοφοβία, που τόσο απειλητικά θεριεύουν και πάλι στις μέρες μας. Ένα πολύτιμο μάθημα ζωής!

Αυτή ακριβώς νομίζω ότι είναι και η σημαντικότερη συνεισφορά του βιβλίου του Γιώργου Πίττα. Αφήνει πίσω του την απλή περιγραφική ταξιδιωτική περιήγηση, κρατά αποστάσεις από μια ρομαντική-νοσταλγική λαογραφική προσέγγιση, καταδύεται στο βαθύτερο ήθος του Αιγαιοπελαγίτικου πολιτισμού και έρχεται να μας πει απλά, σεμνά, και διακριτικά τι είδε, τι ένοιωσε, τι τον συν-κίνησε. Καλώντας κι εμάς να συν-κινηθούμε αντίστοιχα, αναζητώντας και συν-κοινωνώντας τις αξίες και τα μηνύματα ζωής που εμπεριέχει όλος αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας. Ένα «μακρόκοσμο μικροκόσμων» θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την ανθρωπογεωγραφία του Αιγαίου, όπου οι επιμέρους διαφορές και οι αυτόνομες παραδόσεις εντάσσονται αρμονικά, δυναμικά σ’ ένα ενιαίο πολιτισμικό πλαίσιο. Με έναν τεράστιο πλούτο και ποικιλία στα μουσικά και στα χορευτικά ιδιώματα και στις λειτουργίες τους.

Όλα αυτά αποκαλύπτονται με μοναδικό τρόπο στην επιτέλεση του πανηγυριού κι ένας εξασκημένος παρατηρητής, όπως αποδεικνύεται ο Πίττας μέσα από το μακρόχρονο οδοιπορικό του, αποκτά τη γνώση και την ευαισθησία να τα εντοπίζει. Και στη συνέχεια, με τα κείμενα και τις εξαιρετικές φωτογραφικές του επιλογές, να τα σχολιάζει, να υπογραμμίζει, να μεγεθύνει, να αναλύει και να κάνει τον αναγνώστη συνταξιδιώτη, συμμέτοχο, συμπαραστάτη και σύμμαχο.

Αυτό που θαύμασα πάνω απ’ όλα σ’ αυτό το βιβλίο είναι η μαεστρία του Γιώργου να τιθασέψει και να διαχειριστεί έναν τόσο μεγάλο και ετερόκλιτο όγκο δεδομένων και πληροφοριών (60 κατοικημένα νησιά, 10000 εκκλησίες και ξωκλήσια και πάνω από 20000 πανηγύρια). Αποδελτιώνει κριτικά τη σχετική βιβλιογραφία, επιλέγει αξιόπιστο υλικό από τα διάφορα αρχεία και τις συλλογές και παράλληλα συνεισφέρει στο κοινό ταμείο με τις προσωπικές του καταγραφές και συνεντεύξεις.

Όχι με τη μονομέρεια μιας αυστηρά επιστημονικής προσέγγισης, που κάποτε βάζει στεγανά και καταλήγει να εστιάζει στο δέντρο αντί για το δάσος. Αλλά ούτε και με τη φετιχιστική εμμονή του συλλέκτη, που συσσωρεύει αδιάκριτα πληροφορίες και υλικό χωρίς να είναι σε θέση να το αξιολογήσει και να το διαχειριστεί. Ο Πίττας κατορθώνει να κρατάει μιαν αξιοθαύμαστη ισορροπία ανάμεσα στον υποψιασμένο, τον εξειδικευμένο ερευνητή και στον συγκινημένο ταξιδιώτη που μυείται σε νέους κόσμους και σε «λιμένας πρωτοειδωμένους» κατά πως λέει ο ποιητής. Κρατάει εξαιρετικά ημερολόγια που τον συνδέουν με τους παλαιούς περιηγητές και τους ταξιδιωτικούς λογοτέχνες, αλλά παράλληλα διατυπώνει καίριες παρατηρήσεις που έχουν επιστημονική βαρύτητα και οδηγούν από την απλή καταγραφή στην ανάλυση και στην ερμηνεία, από το ειδικό στο γενικό.

Τον παρατηρούσα και πάλι πριν λίγες μέρες στη φετινή Συνάντηση Λαϊκών Πνευστών του Αιγαίου στη Σαντορίνη. Ο άμεσος τρόπος, ο σεβασμός και η ειλικρίνεια που διακρίνουν την επικοινωνία του με τους λαϊκούς οργανοπαίκτες, αλλά και η εμπιστοσύνη με την οποία κι αυτοί αντιγυρίζουν το ενδιαφέρον του, μου επιβεβαίωσαν το «μυστικό» της επιτυχίας αυτού του βιβλίου.

Θα μπορούσαμε να εστιάσουμε σε πολλά ειδικότερα σημεία και θέματα που θίγει και αναδεικνύει στις σελίδες του, αλλά δεν θα ήθελα να καταχραστώ και τον χρόνο των υπολοίπων ομιλητών. Επιτρέψτε μου λοιπόν να καταλήξω ανακαλώντας ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα που υπογράμμισα στο κείμενο του Γιώργου Πίττα και που θεωρώ ότι συνοψίζει το περιεχόμενο της σκέψης του και την ποιότητα του προβληματισμού του:

Η συνάντηση της Ανατολής με τη Δύση, του παρελθόντος με το παρόν, του παγκόσμιου με το τοπικό, της παράδοσης με τη νεωτερικότητα μπορεί να δημιουργήσει νέες πραγματικότητες τόσο στο χώρο της τέχνης όσο και της κοινωνικής ζωής. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι παντού, ως αντιστάθμισμα της ραγδαίας παγκοσμιοποίησης και της πολιτιστικής ομογενοποίησης, παρατηρείται μια έντονη στροφή προς τη διερεύνηση και την επανερμηνεία του κόσμου της παράδοσης και των τοπικών πολιτισμών, στην κατεύθυνση δημιουργίας νέου συστήματος αξιών και νέας πολιτιστικής ταυτότητας… Στην υποκρισία των σύγχρονων κοινωνικών συναναστροφών και στη φυγή των «εικονικών» ταξιδιών, τα πανηγύρια έρχονται να μας υπενθυμίσουν ότι υπάρχει και η ζωή. Η ζωή μαζί με τους άλλους.

Έτσι καταλήγει ο Γιώργος Πίττας, αυτό είναι το μήνυμα ζωής που μας απευθύνει μέσα από το καινούργιο βιβλίο του κι όσοι έχουν αυτιά ας το ακούσουν.

Ας ευχηθούμε να κρατήσουν οι χοροί και να είμαστε καλά να ανταμώνουμε και να ξεφαντώνουμε, με χορούς ελεύθερους και κυκλωτικούς, στα πανηγύρια του Αιγαίου, στις γιορτές της Ελλάδας, της Ελλάδας που αντιστέκεται κι εξακολουθεί να επιμένει, σ’ ένα κλίμα τόσο ζοφερό και εθνικά ταπεινωτικό όπως αυτό που ζούμε.

Και, μαζί με τις ευχαριστίες μας, να ευχηθούμε στον Γιώργο να είναι πάντα καλά αυτός και οι αγαπημένοι του, με δύναμη και έμπνευση, περιμένοντας την επόμενη δουλειά του.

Λάμπρος Λιάβας

Καθηγητής εθνομουσικολογίας Παν/μίου Αθηνών      


Νοέμβριος 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
282930  

cover4.gif

paros-cover.gif