Archive for the 'Πανηγύρια' Category

Τρία μικρά βιβλία για ιδανικούς ταξιδευτές

Τρία βιβλία μικρού μεγέθους, εξαιρετικής αισθητικής, αντλούν τη θεματολογία τους από τον ελληνικό πολιτισμό και φιλοδοξούν να γίνουν σειρά: «Τα πανηγύρια του Αιγαίου», «Τα καφενεία του Αιγαίου», «Μύκονος: το πνεύμα του πελεκάνου». Δράστες δυο έλληνες δεμένοι με το Αιγαίο, ο Γιώργος Πίττας και ο Δημήτρης Ρουσουνέλος. Συνοδοιπόροι σε παράλληλες συγγραφικές διαδρομές επί σειρά ετών. Σήμερα προχωρούν σε μια κοινή προσπάθεια με τα πρώτα βιβλία μιας σειράς εκδόσεων που ανιχνεύουν σε θάλασσες και σε στεριές την ομορφιά της Ελλάδας. Το ερευνητικό περιεχόμενο των εκδόσεων προϋποθέτει βαθιά μελέτη, γνώση και ταξίδια. Τα βιβλία απευθύνονται σε αναγνώστες, ιδανικούς ταξιδευτές, που δεν αρκούνται στην επιφάνεια των πραγμάτων και στην τουριστική εικόνα. Ο συνδυασμός κειμένου – φωτογραφίας και η επιμέλεια των συντελεστών του δημιουργικού γραφείου H2 Concept δίνουν στα μικρά αυτά βιβλία τα χαρακτηριστικά αντικειμένων που έχουν διαχρονική καλλιτεχνική αξία.

Πανηγύρια του Αιγαίου

Παρ’ όλες τις μεγάλες αλλαγές που έχουν γίνει στις τοπικές κοινωνίες των νησιών του Αιγαίου τα τελευταία πενήντα χρόνια, αλλαγές που ανέτρεψαν αιώνων ήθη και έθιμα και πρωταρχικά την ουσία της παραδοσιακής κοινότητας, τα πανηγύρια εξακολουθούν να αποτελούν ένα κοινό μέσο έκφρασης για τους περισσότερους πανηγυριστές. Συμμετέχοντας στα πανηγύρια αντιστέκονται στην αποξένωση από την παραδοσιακή τους κουλτούρα που είχε σαν κεντρική ουσία την συνοχή της κοινότητας . Παράλληλα με το καθαρά θρησκευτικό μέρος, το κοινό φαγοπότι με τις πολλές ώρες αυθόρμητης εθελοντικής εργασίας, το γλέντι, το τραγούδι και ο χορός  όλων των γλεντιστών, η μοναδική αίσθηση του ανήκειν κάπου, όλες αυτές οι καταστάσεις, δημιουργούν  αισιοδοξία και ελπίδες. Γιατί σ’ αυτά τα υπολείμματα κοινοτικής ζωής διαβλέπουμε  ίσως την  απάντηση στον ενιαίο και ολοκληρωτικό Παγκόσμιο πολιτισμό που απειλεί να μας ισοπεδώσει…

Στην υποκρισία των σύγχρονων κοινωνικών συναναστροφών και στη φυγή των «εικονικών» ταξιδιών, τα πανηγύρια έρχονται να μας υπενθυμίσουν ότι υπάρχει και η ζωή.

Η ζωή μαζί με τους άλλους.»

Σελίδες 82, τιμή 10 ευρώ

Ελληνικά, Αγγλικά, Γαλλικά

Καφενεία του Αιγαίου

Τα καφενεία είναι ο χώρος στον οποίο οι άνδρες περνούν τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο της ζωής τους. Φιλοξενούνται σε κτίσματα που συνήθως ακολουθούν το αρχιτεκτονικό ύφος του τόπου. Αλλού στεγάζονται σε μονοόροφα αιγαιοπελαγίτικα κτίσματα με δώμα, αλλού σε νεοκλασικά κτίρια με δίρριχτη στέγη και αλλού στο ισόγειο πέτρινων μεγαλοπρεπών  κτιρίων. Πολλά καφενεία έχουν ταυτιστεί με την ιστορία κάθε τόπου. Άλλα μεγάλα -κατασκευασμένα από δωρεές ευεργετών- ξεχωρίζουν από την μεγαλοπρέπεια τους αλλά  και από τις μνήμες που κουβαλούν. Θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές προβολές, προεκλογικές ομιλίες σπουδαίων πολιτικών και αλλά ενδιαφέροντα γεγονότα. Άλλα καφενεδάκια γράφουν ιστορία, αποτυπώνοντας τη μεγαλοσύνη των στιγμών, της ταπεινής βιοπάλης και της απλής καθημερινότητας. Ο Γιώργος Πίττας καταγράφοντας τα καφενεία του Αιγαίου και περιγράφοντας τους χώρους, τη διακόσμηση, τις χρήσεις, την τελετουργία του καφέ και του μεζέ, μας εισάγει στον κόσμο των τελευταίων καφετζήδων, έναν κόσμο όπου η ανθρωπιά, οι κανόνες συμβίωσης και η αλληλεγγύη περισσεύουν.

Σελίδες 98, τιμή 10 ευρώ

Ελληνικά, Αγγλικά, Γαλλικά

Μύκονος: Το Πνεύμα του πελεκάνου

Ένας ιδιότυπος θαμώνας των καφενείων του Γιαλού της Μυκόνου, αποτέλεσε για τον Δημήτρη Ρουσουνέλο και τη φωτογράφο Βιβή Χανιώτη, την αφορμή για να προβάλουν μια άλλη πτυχή του κοσμοπολίτικου νησιού. Ο Πέτρος ο πελεκάνος που αποτελεί το θέμα αυτής της έκδοσης, παραμένει από το 1958 μια συμβολική αξία για την τουριστική ψυχή της Μυκόνου που μας φέρνει πίσω στην αγνότητα των πρώτων χρόνων της ανάπτυξής της. Το διαχρονικό πνεύμα του πελεκάνου, στέλνει μήνυμα σημαντικό: μια βόλτα στο Γιαλό με δυνατό μελτέμι, αξίζει κι ας χαλάει το χτένισμα!

Σελίδες 66, τιμή 10 ευρώ
Ελληνικά, Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, Ισπανικά

Οι εκδόσεις «Κοιλάδα Λευκών» από την Πάρο και «Scala Gallery» από τη Μύκονο, προχωρούν από κοινού την εκδοτική αυτή προσπάθεια. Στέλνουν ένα μήνυμα, που αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις δύσκολες μέρες της περιόδου που διανύουμε: διαβατήριό μας στο σήμερα είναι τα σημάδια του πολιτισμού μας κι αξίζει να τα ψάχνουμε συνεχώς και να τα αναδεικνύουμε. Εκδηλώσεις, τόποι, σύμβολα, διαχρονικές αξίες, φυσικό περιβάλλον, είναι η μαγιά που αφρατεύει το ζυμάρι της σύγχρονης παρουσίας μας και κατοχυρώνει τον διακριτό μας ρόλο στον ευρωπαϊκό χώρο.
Η επιλογή του μεγέθους ( 15εκ. Χ 11εκ.) και ο μοντέρνος σχεδιασμός, καθιστούν τις μικρού μεγέθους αυτές εκδόσεις, αξιοπρόσεκτη επιλογή και πολύτιμο δώρο που θα συγκινήσει όποιον το λάβει.
Παράλληλα είναι ένας χαιρετισμός σε πρόσωπα, ένα χάδι σε πράγματα, είναι η ανάγκη των συγγραφέων να μιλήσουν για όμορφους κι αγαπημένους τόπους.

Πληροφορίες:  Κοιλάδα Λευκών, Γιώργος Πίττας     pittas.g@gmail.com    τηλ. 6936787949

Scala Gallery,    Δημήτρης Ρουσουνέλος    scala@otenet.gr   τηλ. 6944393323

Η διανομή των βιβλιών στα βιβλιοπωλεία (χοντρική πώληση) γίνεται από τον Αθανάσιο Χριστάκη ΑΕ. Ιπποκράτους 10-12. Τηλ 21036393361.

Μιά βιβλιοπαρουσίαση μες το παριανό κατακαλόκαιρο!

Γιώργος Πίττας, Σπύρος Μολφέτας, Ηλίας Προβόπουλος, Μπήλιω Τσουκαλά, Μιράντα Τερζοπούλου.

Ο Σπύρος  Μολφέτας, η Μπήλιω Τσουκαλά και η Μιράντα Τερζοπούλου λέν καλά λόγια για το βιβλίο «Πανηγύρια στο Αιγαίο» και τον συγγραφέα του, την αφεντιά μου, ενώ την εισήγηση του τέταρτου παρουσιαστή, του Ηλία του Προβόπουλου, θα την απολαύσουμε στη Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία, στο πρωτοσέλιδο της Βιβλιοθήκης.

Σάμπως νάταν υπερβολικοί στις καλωσύνες τους αλλά εμένα δεν μου έπεσε και άσχημα και ομολογώ οτι δεν με χάλασε καθόλου!

Απλώς δεν χόρτανα να διαβάζω τα γραφούμενα  τους και να τους ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου!

Ο Σπύρος Μολφέτας, διευθυντής της σχολής Μωραϊτη.

Ο Σπύρος Μολφέτας, εκπαιδευτικός, διευθυντής της Σχολής Μωραϊτη άνοιξε την βιβλιοπαρουσίαση:

“Το βιβλίο Πανηγύρια στο Αιγαίο, το πήρα στα χέρια μου υπό τη μορφή δοκιμίων εκτύπωσης τα περασμένα Χριστούγεννα. Ο καλός φίλος Γιώργος Πίττας μου το έδωσα να του  ρίξω μια ματιά και να του πω τη γνώμη μου. Η αλήθεια είναι ότι το ρούφηξα ξεχνώντας πολύ συχνά το σκοπό για τον οποίο  το διάβαζα.  Με γοήτευσε η απλότητα και αμεσότητα της γραφής, η τεκμηρίωση των δεδομένων που μετατρέπονταν σε πληροφορίες , το μεράκι του ανθρώπου που αλώνισε το Αιγαίο, καταρχήν για να ζήσει ο ίδιος τα δρώμενα, να γλεντήσει να χορέψει, να νιώσει την κατάνυξη που αποπνέει η όλη διαδικασία, αλλά ταυτόχρονα να αφουγκραστεί να καταγράψει να απαθανατίσει και να διασώσει με τον τρόπο αυτό, βιώματα και συνήθεις του λαού στα  νησιά του αρχιπελάγους…

Είχα την τύχη να έχω δάσκαλο στα μαθητικά μου χρόνια το Ματθαίο Μουντέ, θεολόγο, ποιητή αλλά προπάντων αιγαιοπελαγίτη με καταγωγή από τη Χίο.  Είχε για πολλά χρόνια μια ραδιοφωνική εκπομπή στο κρατικό ραδιόφωνο που λεγόταν «Αιγαίο ρίζα και διάρκεια». Αν ζούσε θα αφιέρωνε πολλές εκπομπές του στη δουλειά του Πίττα. Θα ένιωθε περήφανος που ένας μερακλής άνθρωπος καταπιάστηκε με τούτο το θέμα και το ερεύνησε με τιμιότητα, επάρκεια και πληρότητα. Ο Πίττας ανήκει στην σπάνια κατηγορία των ανθρώπων που σήμερα αποτελούν είδος εν ανεπαρκεία, εκείνων , δηλαδή, που νιώθουν την υποχρέωση να προσφέρουν. Δεν είναι λαογράφος, κοινωνικός ανθρωπολόγος, ιστορικός ή δημοσιογράφος, δεν ανήκει στην ακαδημαϊκή κοινότητα, δεν επιχορηγείται από κοινοτικά κονδύλια για την έρευνα, ή από τον κρατικό κορβανά. Είναι μια μορφή που παραπέμπει στο Υπερωκεανιο του Εμπειρίκου που τραγουδάει και πλέει με άσπρο στο σώμα του  και κίτρινο στις τζιμινιέρες, αρμενίζει ως αέναος ταξιδευτής το Αιγαίο, γιατί βαρέθηκε τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων, παρατηρεί και βιώνει, ερευνά και συνάμα ζει με όλη του την ψυχή το γλέντι, μοιράζεται ενδεχομένως τη θρησκευτική κατάνυξη, και μας κλείνει το μάτι καλώντας μας να τα μοιραστούμε όλα αυτά μαζί του…

Στο τούτο το σημείο βρίσκεται και ένα από τα μεγάλα στοιχήματα αυτού του βιβλίου. Να μας σηκώσει από την καρέκλα, να μας κάνει να καταλάβουμε ότι τα πανηγύρια είναι κομμάτι και της δικής μας παράδοσης, είναι η αφορμή να διεγερθούν και να συντονιστούν διάφορες δημιουργικές δυνάμεις μιας τοπικής κοινωνίας οι οποίες σε συνδυασμό με φυσικό περιβάλλον να μετουσιωθούν σ’ ενα γλέντι τρικούβερτο που ενδέχεται να μας αφορά και να μας αρέσει….

Συνολικά πιστεύω ότι στους καιρούς που διανύουμε, τα πανηγύρια μπορούν να μας κάνουν να επαναπροσδιορίσουμε έννοιες όπως το εμείς ή το όλοι μαζί, σε αντίθεση με το εγώ ή το ο καθένας για την πάρτη του.

Θεωρώ ότι το βιβλίο Πανηγύρια στο Αιγαίο, ανοίγει δρόμους προς αυτή την κατεύθυνση…”

Η Μπήλιω στη σκιά του Ηλία.

Ακολούθως η Μπήλιω Τσουκαλά παρ’ όλη τη λεπτή της θέση, έβαλε όπως πάντα τάξη στα πράγματα:

“Εξαρχής να σας εξομολογηθώ  ότι  μού είναι δύσκολο να μιλήσω για κάποιον που είναι τόσο κοντά μου, όπως είναι ο συγγραφέας αυτού του του βιβλίου που σήμερα παρουσιάζουμε εδώ, και για κάτι που έζησα από τόσο κοντά όλα αυτά τα χρόνια, το πώς δηλαδή γράφτηκε αυτό το βιβλίο.

Αν ο Γιώργος δεν ήταν άντρας μου, θα ήμουν λιγότερο φειδωλή στα λόγια μου για να περιγράψω τη σπουδαιότητα, τον πλούτο και το βαθύ περιεχόμενο αυτού του βιβλίου, και εάν δεν έλειπε τόσο πολύ από το σπίτι όλα αυτά τα χρόνια που ταξίδευε στο Αιγαίο για να κάνει την έρευνα για τα Πανηγύρια των νησιών, ίσως να ήμουν πιο ανεκτική μαζί του.

Το θέμα πάντως είναι ότι τούτο το βιβλίο, το νέο πόνημα του Πίττα, έχει έναν όγκο δουλειάς που δύσκολα περιγράφεται. Είναι το αποτέλεσμα μιας έρευνας και καταγραφής πολλών ετών, πάνω από 20, σε όλα σχεδόν τα νησιά του Αιγαίου. Πήγε, έψαξε, βρήκε. Ρώτησε ανθρώπους, μίλησε μαζί τους, άντλησε πηγές και μνήμες από τους παλαιότερους. Έκανε πάρα πολλά ταξίδια. Ταξίδια  άπειρα τον αριθμό. Συχνά κοπιαστικά, γύριζε σπίτι καταταλαιπωτημένος. Αλλά και χαρούμενος, όταν έβρισκε ένα καλό πανηγυράκι, που τον γέμιζε με την αυθεντικότητά του και την αλήθεια του.

Υπήρχαν φορές που φύγαμε για διακοπές οικογενειακώς μαζί με τον γιό μας σε κάποιο κυκλαδονήσι, και εκείνος μας παρέσερνε – εντέχνως – να πάμε σε κάποιο χωριό όπου είχε ακούσει για κάποιο καλό πανηγύρι. Και έτσι, αντί να κάνουμε διακοπές, όπως όλοι οι άνθρωποι, μπάνια και τα λοιπά, εμείς  – γιος μας μικρός τότε, δεν έφερνε αντιρρήσεις – καταλήγαμε στην περιπέτεια ενός πολύωρου ποδαρόδρομου, ή και ορειβασίας για να φτάσουμε στη δύσβατη περιοχή του πανηγυριού και μετά σε ολονύκτια γλέντια, με το χάραμα να μας βρίσκει  να ψάχνουμε κάποιο χώρο για να κοιμηθούμε.

Ο Πίττας έχει μια μεγάλη αντοχή στα δύσκολα  ( μπορεί για αυτό να με παντρεύτηκε κιόλας… ) όπως επίσης έχει και ένα πάθος με την αυθεντικότητα. Αυτός ο συνδυασμός του δίνει το σθένος αλλά και τον οπλίζει με την απαραίτητη εμμονή, να αναζητά χωρίς να υπολογίζει κόστος και θυσίες, αυτό που έχει βάλει στο μυαλό του.

Οι σπουδές του στο Παρίσι, οικονομίας και φιλοσοφίας, αλλά και τα διαβάσματά του, του έδωσαν τη Μέθοδο, δηλαδή τον τρόπο της σκέψης να μπορεί, αυτά που βλέπει, να τα βάζει στη σωστή τους διάσταση, να τα τοποθετεί στο χώρο και στον χρόνο με τη σαφήνεια του μελετητή και την μεθοδικότητα του ερευνητή.

Νομίζω πως ο Γιώργος δεν θα είχε γράψει κανένα από τα βιβλία του, εάν δεν διακατεχόταν από ένα μεγάλο πάθος. Να ψάχνει και να βρίσκει την αλήθεια των πραγμάτων. Τους αληθινούς τόπους, τους αυθεντικούς ανθρώπους, τα ειλικρινή συναισθήματα. Τέτοια ακριβώς που εντόπισε στα Πανηγύρια του Αιγαίου, από την  πρώτη στιγμή που ήρθε σε επαφή μαζί τους, παληκαράκι 20 ετών, όταν την κοπάνισε από τη βάρδια στο πλοίο όπου υπηρετούσε ναύτης τότε, και πήγε με έναν κληρούχα φίλο του σε ένα πανηγυράκι στη Σίφνο.

Αυτό ήταν. Το λέει και μέσα στο βιβλίο του. Ερωτεύτηκε από τότε τα Πανηγύρια και τον κόσμο τους.

Φαίνεται, πως η αλήθεια των πραγμάτων δεν είναι κάτι που μπορεί κανείς να εντοπίσει όταν αποτελεί μέρος τους. Γι’ αυτό, ο Πίττας μπόρεσε και έκανε όλη αυτή τη σπουδαία δουλειά, πάνω στα Πανηγύρια του Αιγαίου. Γιατί, χωρίς να του ανήκει, μπήκε ψυχή τε και σώματι σε αυτό το σύμπαν, όπου το πάν-εγείρεται, και το κατέγραψε με σεβασμό και αγάπη.

Αυτό είναι και το ουσιαστικό στοιχείο, κατά τη γνώμη μου, που τον παρακινεί συνεχώς  σε νέες περιπέτειες και δεν τον αφήνει να ησυχάσει ποτέ…”

Η Μπήλιω Τσουκαλά με την Μιράντα Τερζοπούλου

Η Εθνολόγος Μιράντα Τερζοπούλου έκλεισε την βιβλιοπαρουσίαση με την αλληγορία της:

«Με τον Γιώργο Πίττα παρόλο που είμαστε και οι δυο ταξιδευτές και παραμυθάδες, μπεκρήδες και γλεντζέδες, δεν έλαχε να  συναντηθούμε σε τούτης  της ζωής τις στράτες. Ούτε σε ταξίδια ή ταξιδιάρικα βιβλία ούτε σε ταβέρνες ή ταβερνιάρικα βιβλία. Ήρθε η ώρα τώρα, αφού μάλλον είμαστε κι οι δυο για τα πανηγύρια. Για να σοβαρευτώ λίγο: με αναζήτησε, μαθαίνοντας ότι κι εγώ για χρόνια  συμμετέχω -με τους δικούς μου τρόπους- και μελετώ διάφορες ιεροτελεστικές συνάξεις απ’ αυτές που περιλαμβάνουμε κάτω απ’ τον γενικό χαρακτηρισμό «πανηγύρια». Μου έδωσε μια σχεδόν τελειωμένη μορφή του βιβλίου του και ζήτησε τα σχόλια και την κριτική μου, διατυπώνοντας με εφηβική σεμνότητα την αγωνία και ανασφάλεια που ένιωθε για την επιστημονική εγκυρότητα και πληρότητα του έργου του. Άθελα του μου έδινε ένα πρώτο δείγμα ποιότητας.

Το βιβλίο το ρούφηξα και το απόλαυσα κρατώντας πλούσιες και σχεδόν πάντα θετικές σημειώσεις σχετικά με τη δομή και τη σύνθεση του απέραντου υλικού του, την ερευνητική του ματιά, τις λεπτομερειακές παρατηρήσεις, τα σχόλια ή τον τρόπο γραφής του.

Όταν όμως μου έδωσε τη χαρά να με καλέσει σ’ αυτήν εδώ τη γιορτή, όλες εκείνες οι παρατηρήσεις πέταξαν απ’ το κεφάλι μου προς άλλες πιο χειμωνιάτικες ίσως συνθήκες, ενώ κάτι στο βάθος  του μυαλού μου στριφογύρναγε επίμονα. Έψαξα και εντέλει βρήκα εκείνο που έπρεπε να θυμηθώ, αφού κάποιος άλλος είχε προλάβει να γράψει πριν πολλά χρόνια, ό,τι περίπου κι εγώ θα ήθελα να πω σήμερα μιλώντας όχι για τις επιμέρους αρετές του βιβλίου αλλά για κάτι γενικότερο, κάτι που τις υπερβαίνει μα και τις περιέχει.

Είναι ένα απόσπασμα από την εισαγωγή που έγραψε κάποτε στο βιβλίο του «Ο Αστρολάβος, ήτοι ένα παράξενον βιβλίο όπου περιέχονται περίεργες ιστορίες και περιγραφές από διάφορα μέρη, που εσύναξεν με πολύ πόθον και που ομιλεί για τους ανθρώπους και τις τέχνες τους, για τον τρόπο της ζωής και τα εξωτικά τους έθιμα και πολλά άλλα εις τους πολλούς άγνωστα….», ο υπέροχος παλιοκαιρίσιος Φώτης Κόντογλου. Απόσπασμα που αναφέρεται στα ταξίδια και τα βιβλία, και που νομίζω πως αποτελεί το πιο ταιριαστό προφητικό εγκώμιο για το εξαιρετικό νεογέννητο βιβλίο του Γιώργου Πίττα που απόψε σαν τις μοίρες μοιραίνουμε. Θα σας το διαβάσω, προσπαθώντας να μην προδώσω την μοναδική γραπτή λαλιά του αξέχαστου δάσκαλου.

«Στα σημερινά τα χρόνια οι άνθρωποι πετάνε στον ουρανό με  τ’ αεροπλάνα και ταξιδεύουνε με μεγάλη γληγοράδα, ώστε άρχεται η μια χώρα κοντά στην άλλη και φαίνεται η γης ίσα μ’ ένα πορτοκάλι. Με τούτο δεν πάει να πει πως ο κόσμος μίκρυνε. Πολλά μυστήρια είναι ακόμα, πλήθος τόποι κρυμμένοι και μυστικοί. Τα πιο πολλά έθνη ζούνε δίχως να βρεθεί κανένας άνθρωπος να γράψει την ιστορία τους…’Ομως όπου κατοικούνε άνθρωποι, το κάθε βουνό, νησί είτε ποτάμι έχει το όνομα του, πράμα που δείχνει πως η Γεωγραφία είναι παλαιότερη παρά η Ιστορία. Πολλοί ιστορικοί γράφουνε τάχα την ιστορία του κόσμου γράφοντας ολοένα πολεμικά και πολιτικά πράματα, για ρηγάδες και βασιλιάδες, σα νάναι αυτοί μονάχα ανθρώποι κι οι ντροπές και τα αίματα που χυθήκανε η μόνη προκοπή μας. Αυτά τα βιβλία έπρεπε να καίγονται σαν των αιρετικών…

Εμένα ό,τι μ’αρέσει σε κάθε τόπο το στορίζω με την τέχνη μου, πολλή είτε λίγη, δίχως να κάνω μηδέ φιλοσοφία μηδέ τίποτε. Το μεράκι μου είναι να κάνω μια ζωγραφιά απλή και καλοδουλεμένη που να φραίνεται όποιος τη βλέπει. Γιατί το μεγαλύτερο κέρδος στον άνθρωπο είναι το να φχαριστιέται με απλά και όμορφα πράματα. Αυτά που λένε πολλοί πως σήμερα το μυαλό μας άλλαξε κι αποζητά φιλοσοφίες και μηχανικές δεν το παραδέχουμε. Στο χέρι του ανθρώπου στέκεται να πονηρέψει ή ν’ απομείνει απλός.

Πολλά βλέπουνε τα μάτια μας, πολλά ακούνε τ’ αφτιά μας, μα λίγα ξεχωρίζουμε, λιγοστά δίνουνε θροφή στην καρδιά μας, κι άνθρωπος που δεν δίνει θροφή στην καρδιά μας δεν τον λογαριάζω για άνθρωπο. Ο Θεός έκανε ένα κεντίδι το ντουνιά, όπου να γυρίσεις να δεις μπορεί να φχαριστηθεί το πνέμα σου, φτάνει να μην έχεις σφαλίξει τη φλέβα π’ αναβρύζει μέσα σου….

Κι εγώ σπουδασμένος είμαι, μα κατάλαβα πως δεν είναι σωστό η σπουδή να ξεραίνει την καρδιά μας, παρά εμείς οι άνθρωποι πρέπει να δίνουμε πνοή και γλυκύτητα στη γνώση μας. Η πεθυμιά μου με δυο λόγια είναι να μοιάζει τούτο το βιβλίο  με κείνη τη φημισμένη πηγή στο Ταίναρο ακρωτήριο, κι όποιος κοίταζε μέσα στο νερό της έβλεπε ένα θέαμα θαυμαστό, τα καράβια ν’αρμενίζουνε και αδιάφορα λιμάνια του κόσμου σα ζουγραφιά μπροστά στα μάτια του»…

…Κι εγω τα ξαναθυμήθηκα και σας τα αφηγήθηκα εδώ, γιατί διαβάζοντας το βιβλίο του φίλου μας Γιώργου Πίττα, εκτός που ταξίδεψα, έμαθα, έζησα ή ξανάζησα πράγματα πολύτιμα για μένα από μια Ελλάδα που αλλάζει μα δεν χάνεται, ένιωσα πως διαβάζω ένα τέτοιο βιβλίο, απ’ αυτά που δίνουνε θροφή όχι μόνο στο πνεύμα μα και στην καρδιά μας.  Κι αυτό δεν είναι καθόλου μα καθόλου εύκολο».

Eπίλογος. Η σημασία και το νόημα των πανηγυριών

Καζάνια υπερμεγεθη σε πανηγύρι της Ικαριάς

Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών μου , είτε σαν προσκυνητής, είτε σαν επισκέπτης, είτε σαν ερευνητής, είχα την χαρά αυτά τα τριάντα χρόνια, να παραβρεθώ σε πάνω από διακόσια πανηγύρια. Γνώρισα εκατοντάδες μουσικούς, βιολάτορες, λυράρηδες, τσαμπουνιέρηδες και αφέθηκα επί ώρες συνεπαρμένος  στη μουσική τους. Ακουσα και τραγούδησα τραγούδια που οι στίχοι τους μου ραγίσαν την καρδιά, και άλλα  που μου την απογειώσαν.  Χόρεψα και ξεφάντωσα, καμιά φορά και μέχρι τελικής πτώσεως, μαθαίνοντας επί τόπου αρκετούς λιγώτερο γνωστούς παραδοσιακούς χορούς. Συνάντησα πολλούς σημαντικούς κληρικούς που παράλληλα με τον θρησκευτικό ρόλο τους πρωταγωνιστούσαν  στη κοινωνική ζωή του τόπου, αλλά και στο γλέντι και τη διασκέδαση.  Αντάμωσα δεκάδες μαγείρους που τάισε ο καθένας τους απ’ ένα ολόκληρο χωριό. Είχα την τύχη να μου εμπιστευτούν τις συνταγές τους και τα μυστικά της δουλειάς τους. Παραβρέθηκα  στις προετοιμασίες τους, στα μαγειρέματά τους που τα κατέγραψα, τα φωτογράφησα και βέβαια δεν παρέλειψα να δοκιμάσω τις απολαυστικές τους γεύσεις.

Γνώρισα μουσικούς που με εξέπληξε η αντοχή τους να παίζουν επί ώρες

Eφαγα μαζί τους, ήπια και μεθοκόπησα.  Συναναστράφηκα με αμέτρητους ντόπιους ηλικιωμένους και χρησιμοποίησα τις μαρτυρίες τους γιά να φωτίσω το σκοτάδι της αγνοίας μου. Γοητεύτηκα από την μουσικότητα της ντοπιολαλιάς τους και μαγεύτηκα από την ουσία και το περιεχόμενο των κουβεντών τους. Συζήτησα  με νέους ανθρώπους, απλούς επαγγελματίες, αγρότες, κτηνοτρόφους, ψαράδες, μαστόρους αλλά και μ’αυτούς που κατέχουν τα πόστα, διοικητικούς υπαλλήλους, στελέχη της τοπικής αυτοδιοίκησης. Αναπτύχθηκαν προβληματισμοί, κατατέθησαν σκέψεις, εκφράστηκαν φόβοι.  Γιά τα πανηγύρια φυσικά αλλά και για το βιός τους. Το μέλλον του τόπου τους και του πολιτισμού τους.

Αντάμωσα μοναδικά  τοπία, γνώρισα συγκλονιστικούς ανθρώπους και παρέκαμπτα με μαεστρία κάθε ασχήμια που έπεφτε στο δρόμο μου. Ανέβηκα σε κορυφές βουνών, γκρεμοτσακίστηκα, σύρθηκα σε στενόματα σπηλιών – παρ’ όλη την υψοφοβία και τη κλειστοφοβία που με κατατρέχουν –  ταξίδεψα με όλα τα πλωτά μέσα,  χρησιμοποίησα μέχρι τρία διαφορετικά πλωτά μέσα την ίδια μέρα  σε λογική σκυταλοδρομίας – για να φθάσω σ’ένα προορισμό, κατάστρεψα δυό  φωτογραφικές μηχανές και  βέβαια τη μέση μου.

Κληρικούς όπως ο παπα-Λευτέρης, κοντά στο ποίμνειο τους, στη χαρά και στο γλέντι

Ετσι δυό αράδες πριν τελείωσει αυτή η περίηγηση και χαρείτε και σείς το περιεχόμενο των ερευνών μου, τώρα που όλα μπήκαν στη θέση τους, και ένας ολόκληρος κύκλος ζωής έκλεισε, τώρα που η υπερδιέγερση και η υπερδραστηριότητα εκτονώθηκαν, έτσι λίγο πριν εμφανισθεί το νέο κενό, μπορώ να κάνω το ερώτημα στον εαυτό μου.

Τι είδες και τι κατάλαβες μ’όλα αυτά τα ταξίδια που τελικά που έκαμες ;

Η εποχή που συγκέντρωνα συστηματικά το υλικό για την παρούσα έκδοση, αφορά τα χρόνια από το 1998 μεχρι το 2011, δηλαδή την  πρώτη  δεκαετία του 21ου αιώνα. Είναι περίπου η περίοδος που η χώρα μας θα μπορούσε κανείς να πεί ότι πήγε από την κόλαση στον παράδεισο. Και όχι μόνο σε έναν τομέα. Από την είσοδό μας στην ΟΝΕ στην  καταστροφική συλλογική παράκρουση του Χρηματιστηρίου, από την υπερηφάνεια γιά την άψογη τέλεση των Ολυμπιακών αγώνων στην κατάντεια και το ξεφτίλισμα των ντοπαρισμένων αθλητών, από τα σπουδαία δημόσια έργα  που αυξήσαν την αυτοπεποίθησή μας, στην αποκάλυψη των μεγάλων ρεμιούλων, από την ψευδαίσθηση ότι χώρα μπήκε στο δρόμο της ανάπτυξης  και της προόδου στην διαπίστωση ότι η χώρα μας βρίσκεται στα πρόθυρα της πτώχευσης. Από τη βεβαιότητα της αντίληψης ότι η ατομική καριέρα, ο εύκολος πλουτισμός, η επίδειξη πλούτου, ο καταναλωτικός τρόπος ζωής  είναι τα μοναδικά πλεονεκτήματα για καταξίωση στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, στη σκληρή πραγματικότητα ότι πρέπει να ξαναδούμε από την αρχή τη ζωή μας και να κοιταχτούμε  κατάματα στον καθρέπτη.

Μαγειρέματα σε καζάνια στις Δήλες

Στο περιθώριο αυτών των σκαμπανεβασμάτων στο κεντρικό κοινωνικό προσκήνιο, όταν έκανα τα ταξίδια μου, στους κόσμους των πανηγυριών ήλθα σε επαφή με μια άλλη πραγματικότητα. Δεν γνωρίζω αν οι προσωπικές μου ανάγκες με οδήγησαν σε μιά εξιδανίκευση των όσων έζησα και είδα. Γιατί είναι όπως προαναφέραμε και στην εισαγωγή. Όποιος ταξιδεύει ψάχνει να  ανακαλύψει πράγματα που έχουν σχέση κυρίως με τις ανάγκες του (προσωπικές ή της κοινωνίας του).  Ας συνοψίσουμε λοιπόν τι γνώρισα στα ταξίδια μου αυτά στα νησιά του Αιγαίου ψάχνοντας να ανακαλύψω τα πανηγύρια του.

Στα ταξίδια μου αυτά αντάμωσα μιά Ελλάδα που στο περιθώριο της σύγχρονης ζωής ξεχειλίζει από αξιοπρέπεια, φιλότιμο, λεβεντιά και που είναι συμφιλιωμένη – αν και βαθειά πικραμένη – με τη ζωή της και τον τόπο της. Μια άλλη Ελλάδα όπου το νόημα ζωής της και η φιλοσοφία της στηρίζεται σε τρεις βασικές αξίες:

1.  Κοινοτική ζωή με άλλες αρχές, όπου παράλληλα με το συμφέρον και το κέρδος, συνυπάρχει η αλληλεγγύη, η γενναιοδωρία και η προσφορά. Το συλλογικό συμφέρον σε σύμποια με το ιδιωτικό. Το μαζί αντάμα με το χώρια.

2.  Αγάπη όχι υποκριτική για τον τόπο. Ο τόπος είναι ιερός ακόμα και σε περιπτώσεις άκρατης καπηλείας και καταστροφής του, ειδικά απο τους εμπόρους της καταστροφής, η αγάπη για τον τόπο είναι εμφανής, μάχιμη και δρώσα.

3.  Αγάπη, φροντίδα, μεράκι γιά το επάγγελμα, Η μαστοριά, όλο το σύνολο των αποκτημένων γνώσεων από τους παλιούς αλλά και από τις σύγχρονες βιωμένες εμπειρίες.  Βιοτέχνες, τυροκόμοι, καλλιεργητές, μουσικάντηδες, κληρικοί, γεωργοί πασχίζουν να τιμήσουν το επάγγελμα και την δραστηριότητά τους.

Η απόλυτη γαλήνη και γλύκα ενός μικρού πανηγυριού

Κατά σύμπτωση και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά έχουν ένα κοινό παρανομαστή. Την αγάπη.

Η αγάπη για τον τόπο, τη δουλειά και τους συνανθρώπους είναι η συνταγή που μπορεί να δημιουργήσηει  βραχυκύκλωμα στην κυρίαρχη  ιδεολογία της σύγχρονης ζωής.

Στα πανηγύρια διακρίνουμε ανθρώπους που χαρακτηρίζονται και από τα τρία  αυτά χαρακτηριστικά. Και βέβαια τα συναισθήματα αυτά τα βλέπεις όσο κατεβαίνεις την οικονομική και κυρίως την κοινωνική κλίμακα, όπως οι μεροκαματιάρηδες της  οικοδομής, οι μικροεπαγγελματίες, οι αγρότες, οι κτηνοτρόφοι, οι ψαράδες, οι ανήσυχοι και προβληματιζόμενοι νέοι. Και συναντάς ανθρώπους που κατέχουν έναν μοναδικό πολιτισμό και αρετές που σπάνια θα συναντήσεις στην σημερινή μας υπερκαταναλωτική κοινωνία. Και που σίγουρα δίνουν μια προοπτική σε όσους πιστεύουν ότι υπάρχει ελπίδα και οτι υπάρχουν ζωντανά και όχι θεωρητικά δείγματα μιάς άλλης ζωής.

Πανηγύρι στην Βρυκούντα της Καρπάθου. Η απόλυτη εντυπωσιακή εμπειρία.

Τα πανηγύρια – ακόμα και σήμερα – γιά τους επιστήμονες και τους ερευνητές είναι ένας τομέας έρευνας λαμπρός που αποβλέπει στην διεύρυνση των γνώσεων που οδηγούν στη κατάκτηση της εθνικής αυτογνωσίας.

Για τους ντόπιους τα πανηγύρια είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους, αλλά και ένα μέσο για να επιβεβαιώσουν την κοινωνική τους συνοχή και να τονώσουν την  τοπική τους πολιτιστική αυτοπεποίθηση,  ενώ για τους Έλληνες επισκέπτες εκτός της χαράς, της διασκέδασης, τα πανηγύρια είναι ένα μέσο να ξανάρθουν σε επαφή με τη  κοινοτική ζωή, να ξαναζήσουν έστω και περιστασιακά  μιά ζωή γεμάτη αλληλεγγύη, συνεργασία, πλούσιους συμβολισμούς και ένα απίστευτο πλούτο πολιτιστικών αξιών. Γεγονός που θα τους προβληματίσει γιά τη στάση τους στη τρέχουσα πραγματικότητα της πόλης.

Πως να μην απολαύσεις τέτοια ευλογημένα φαγητά!

Τέλος για τον Τουρισμό, τα πανηγύρια, οι γιορτές, τα δρώμενα, ο τρύγος, το μάζεμα της ελιάς, τα χοιροσφάγια, οι καζανιές μπορούν να γίνουν οι καλύτεροι πρεσβευτές  της Ελλάδας, για όσους στα ταξίδια τους και τις περιηγήσεις τους ψάχνουν να   βρουν αποσπάσματα “διαμαντάκια” της πραγματικής ζωής, και που θα αποτελέσουν τη βάση  ενός εναλλακτικού  πολιτιστικού τουρισμού μόνον για όσους, είναι βέβαια σε θέση να τα εκτιμήσουν.

Παρ’ όλες τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που έχουν γίνει στις τοπικές   κοινωνίες των νησιών του Αιγαίου τα τελευταία πενήντα χρόνια, αλλαγές που ανέτρεψαν αιώνων ήθη και έθιμα και πρωταρχικά την ουσία της παραδοσιακής κοινότητας, τα πανηγύρια εξακολουθούν να αποτελούν ένα κοινό μέσο έκφρασης και να είναι ένας τρόπος ζωής  για μιά σημαντική μερίδα ανθρώπων.  Συμμετέχοντας στα πανηγύρια, αλλά και σε άλλα δρώμενα, θεωρούν ότι αντιστέκονται στην αποξένωση από την παραδοσιακή τους κουλτούρα που είχε σαν κεντρική ουσία την συνοχή της κοινότητας .

Πανηγυράκι στον πανέμορφο Εμπορειό της Νισύρου.

Από την Σαμοθράκη ως το τα Αντικύθηρα και από την Φολέγανδρο ως την Σύμη, στα πανηγύρια του Αιγαίου Αρχιπελάγους, οι ατελείωτες ώρες εθελοντικής εργασίας για την προετοιμασία του φαγητού και των διαφόρων  τελετουργιών, η ομαδική δουλειά χωρίς υλική ανταμοιβή, το γενναιόδωρο δόσιμο χωρίς μετρήσεις και υστεροβουλίες, το κλίμα αλληλεγγύης και αδελφοσύνης, η αίσθηση της χαράς του και του γλεντιού, επιβεβαιώνουν και ισχυροποιούν το συναίσθημα του να ανήκεις στην κοινότητά σου και στον τόπο σου.

Ανεξάρτητα απο τις ομοιότητες ή τις διαφορές  των πανηγυριών απο τόπο σε τόπο ( θέματα που απασχολούν τις επιστήμες της Κοινωνιολογίας, της Ανθρωπολογίας,  της Μουσικολογίας, της Λαογραφίας κλπ) το νόημα και το μήνυμά τους έχουν να μας διδάξουν πολλά.

Πανηγύρι με τα όλα του στον Άγιο Δημήτρη της Ικαριάς

Στην υποκρισία των σύγχρονων κοινωνικών συναναστροφών και στη φυγή των virtual ταξιδιών, τα πανηγύρια έρχονται να μας υπενθυμήσουν ότι υπάρχει και η ζωή. Η ζωή μαζί με τους άλλους.

Σ’ αυτά τα υπολείματα κοινοτικής ζωής διαβλέπουμε και εμείς  ίσως την  απάντηση στον ενιαίο και ολοκληρωτικό Παγκόσμιο πολιτισμό, τον πολιτισμό του συμφέροντος, της ιδιοτέλειας και του κέρδους που απειλεί να μας ισοπεδώσει….

Πανηγυράκι του Σταυρού στην Αμοργό

Tα δρώμενα της Καθαράς Δευτέρας στη Χίο.

Το πρόγραμμα  της Καθαράς Δευτέρας ήταν αρκετά φορτωμένο για θα συμπεριλάμβανε την επίσκεψη σε δύο «αγάδες» και έναν «νεκρό». Ξεκινήσαμε  πρωί-πρωί προς τα Νοτιόχωρα. Το έθιμο του «αγά» γίνεται κάθε χρόνο την Καθαρή Δευτέρα στα Μαστιχοχώρια –  Ολύμποι, Μεστά, Ελάτα και Λυθί –  και έχει τις ρίζες του στην Τουρκοκρατία, όταν η Τουρκική Διοίκηση συνεχώς ανικανοποίητη, απαιτούσε από τους χωρικούς αβάσταχτους φόρους.

Συγκεκριμένα περί του εθίμου ο Παντελής Κόκκαλης στο «Απόκρεω εν Τουρκοκρατία στη Χίο» αναφέρει :

« Οι χοροί εκρατούσαν έως την Κρεατερή Κυριακή, την δε Δευτέραν  της Τυροφάγου παρίστανον τον Αγάν προς ανάμνησιν του ότι εις τους Ολύμπους κατοικούσε προ του1822 κάποιος αγάς, επόπτης των Κυβερνητικών δικαιωμάτων επι της μαστίχης, την οποίαν ο κάθε κάτοικος ήτο υποχρεωμένος να παραδίδει ως φόρον εις την Κυβέρνησιν, είχε δε τότε το δικαίωμα να δικάζει μικράς υποθέσεις».

Από τότε το δρώμενο της αναπαράστασης του Αγά έχει ως εξής.

Ο Αγάς παρέλαβε έναν επισκέπτη

Ένας  από τους χωρικούς – που να είναι δυναμικός, χωρατατζής, ετοιμόλογος  και να ξέρει πρόσωπα και καταστάσεις – ντύνεται τούρκος Αγάς και κάθεται σε μιά εξέδρα που στήνεται για αυτό τον σκόπο στην πλατεία του χωριού. Πλάι του στέκεται ο βεζύρης του Αγά (σημερινός εισαγγελέας), ο γραμματέας που βαστά τα πρακτικά της δίκης και δυό δικαστικοί κλητήρες.  Μπροστά τους στην τράπεζα στρωμένα γλυκά, φρούτα και μπόλικη ρακί. Την Καθαρά Δευτέρα λοιπόν, η πλατεία γεμίζει κόσμο που κάθονται να φάνε, να πιούν  και να διασκεδάσουν.

Ο Αγάς ψαρεύει «θύματα» είτε απο τους καθισμένους είτε απο τους περαστικούς που σε περίπτωση δεν προσέλθουν, οδηγούνται με το στανιό από τους δυό ζαπιέδες (κλητήρες, αστυνομικούς). Ο Αγάς τους κατηγορεί για  φαινομενικά αστείες αιτίες, σχετικές όμως με τη προσωπικότητα και την επαγγελματική ιδιότητα κάθε κατηγορούμενου.

Πολλές φορές τα αστεία κρύβουν κάποιους  υπαινιγμούς για πραγματικές καταστάσεις – ειδικά αν αφορά εργολάβους δημοσίων έργων ή πολιτικούς – αλλά είναι τέτοιο το πνεύμα της ημέρας ( χαρά, αυτοσαρκασμός και διακωμώδηση των πάντων)  που ο καθείς πληρώνει το αντίτιμο του προστίμου του και μέσω γέλιων και αστεϊσμών αποχωρεί ευτυχής.

Ο χορός των παντρεμένων στα Μεστά

H επισκεψή μας στα Μεστά ήταν σύντομη, διότι τον κόσμο και το περιβάλλον του χωριού, το είχαμε χαρεί πριν δυό μέρες  το Σαββάτο όταν παρευρεθήκαμε στη γιορτή των παντρεμένων. Τα παλιά τα χρόνια γιορτάζαν μόνοι τους το ένα Σάβββατο οι λεύτεροι, το επόμενο οι παντρεμένοι και την Καθαρά Δευτέρα όλοι μαζί.  Το γλέντι είχε ξεκινήσει με τα «χοντρά» όργανα, τις τσαμπούνες και τα τουμπάκια και όταν φτιάχθηκε το κέφι ήλθαν και τα «ψιλά» τα κλαρίνα, βιολιά, λαγούτα  και μπουζούκια.

Ο χορός των μασκαρεμένων παντρεμένων,

Στους Ολύμπους πέντε λεπτά δρόμος, χαρήκαμε το δρώμενο του Αγά. Το χωριό πραγματικά το πιό καλοδιατηρημένο απο τα Μαστιχοχώρια όχι μόνο στο εσωτερικό του, αλλά και στο εξωτερικό του. Καμία σύγχρονη κατασκευή  δεν χαλούσε την  εικόνα του Μεσαιωνικού οικισμού. Οταν διασχίσαμε τα στενά σοκάκια με το καλντερίμι και ανταμώσαμε τη μικρή πλατεϊτσα νομίσαμε οτι βρισκόμαστε σε μιά ψεύτικη σκηνογραφία.

Σκηνικό εξαίρετης αισθητικής

Η εμπιστοσύνη που δώσαμε σε ένα κοριτσόπουλο την Ελευθερία, στέλεχος του ξενοδοχείου που μέναμε, όταν μας είπε ότι ο καλύτερος αγάς είναι στους Ολύμπους  είχε επιβραβευθεί.

Η γραφική πλατεϊτσα των Μεστών

Στα τραπέζια ο κόσμος έτρωγε τα νηστίμα με τις λαγάνες και ο Αγάς προθερμαινόταν για τις δίκες. Καλόβολος μεν και με μικρά πρόστιμα αλλά με  τσουχτερή γλώσσα,  δεν άφησα άνθρωπο να μην τον περάσει γεννεές δέκα τέσσερεις. Ενδιαμέσως των δικών πέφταν και δυό τρεις χοροί έτσι ώστε να ξεδίνει και ο κόσμος.

Ο Αγάς διαπραγματεύεται το πρόστιμο με τον κατηγορούμενο

Η ώρα πέρναγε όμορφα με δίκες και με νηστήσιμα, αλλά έπρεπε να αλλάξουμε προορισμό και βαριά την καρδιά αναχωρήσαμε. Το γλέντι του «νεκρού» μας τόχαν προτείνει πολλοί, και  κατά το απομεσήμερο πήραμε το δρόμο γιά τον Άγιο Γιώργο τον Συκούση. Το έθιμο αυτό χρονολογείται απο πολύ παλιά και γίνεται απ’ όλο το νησί μοναχά σ’ αυτό το χωριό…

Παρ’ ότι η  δέηση και το άνοιγμα της διαθήκης του «νεκρού» θα γινόταν στην αίθουσα εκδηλώσων του Δημοτικού σχολείου, στο τόπο που είχαν στηθεί  τα τραπέζια και τα όργανα για το γλέντι, εμείς  – όπως αρμοδίως μας είχαν δασκαλέψει – πήγαμε στο  ταβερνάκι της Μαρίας, στη γειτονιά του Πρίνου.

Στο φούμο ρίξαμε και ούζο για να αρωματισθούμε

Εκεί  η ανδροπαρέα φίλοι του «νεκρού» προετοιμάζαν την τελετή, μασκαρευόντουσαν, πίναν, τρώγαν και γλεντούσαν με τα τσαμπουνοτούμπακα.  Μπαίνοντας μέσα, μας υποδέχθηκαν με αλαλάζουσες κραυγές  μας μουτζούρωσαν και μας καπελώσαν. Το έθιμο του μουτζουρώματος βαστά από τα παλιά χρόνια,  όπου στις μέρες μας , μες  στο φούμο απο την πυροστιά, , ρίχνουν και λίγες σταγόνες ούζο για νάναι μυρωδάτο!

Το φούμο και το κραγιόν έδωσαν και πήραν

Οι κόκκινοι χρωματισμοί γινήκαν από τα κραγιόν των γυναικών των φίλων  του εκλειπόντος που ακόμα θα τα ψάχνουν. Ενώ μέσα στην στενόχωρη αλλά φιλόξενη κάμαρα του ταβερνείου γινόταν χαμός, στον δρομίσκο απ’ έξω, καθάριζαν τα βάγια της λειτανίας, έφτιαχναν τα λάβαρα με τις κεφαλές των σφαγμένων κριαριών και σκάρωναν την κάσα του μακαρίτη.

Του τοποθέτηση του νεκρού στη αυτοσχέδια κάσα.

Μιά  σκάλα σαν βάση,  και απο πάνω μουσαμάδες, με  μιά στρώση άχυρο σαν  στρώμα  , για να μην πονέσει ο μακαρίτης. Οταν έφθασε η ώρα, θα ήταν τέσσερεις, σηκώθηκαν γιά την πομπή. Ξάπλωσαν τον «νεκρό» του βάλαν κάθετα ανάμεσα στα σκέλια του,  ένα κούτσουρο, ομοίωμα ανδρικού φαλλού για να φαίνεται η λεβεντιά του εκλειπόντος, στήθηκαν στη σειρά τα τουμπάκια, οι τσαμπούνες,  τα λάβαρα, η απαρηγόρητη χείρα  οι 6 νεκροθάφτες και ο νεκρός, οι παπάδες με την αγιαστούρα και πίσω πλήθος κόσμου.

Η περιφορά του νεκρού στο χωριό

Η λειτανεία πέρασε από τις περισσότερες γειτονιές με ενδιάμεσες στάσεις για να γίνουν οι σχετικές δεήσεις και τέλος κατέληξε στο Δημοτικό σχολείο. Εδώ στη μεγάλη αίθουσα, παρουσία όλου του χωριού εκηδεύθη ο άμοιρος νεκρός, ενώ ο παπάς  πλάι  εκφώνησε  τη διαθήκη, τρεις ολόκληρες σελίδες αποκλειστικά σεξουαλικού περιεχομένου. Ας αρκεστούμε στην εισαγωγή  :

Οι παπάδες με την αγιαστούρα προηγούνται

« Στερνή επιθυμία μου είναι σαν θα πεθάνω

εκατοντάδες γυναικών στον τάφο μου απάνω

να πλακωθούν ολόγυμνες από μπροστά και πίσω

μπά και καβλώσω πιά και γω και σηκωθώ και χύσω…»

Η απαγγελιά της διαθήκης ενώπιων όλων των κατοίκων, μικρών, μεγάλων διήρκεσε αρκετό χρόνο –  καθότι είχε πολλά να αφήσει ο μακαρίτης – και αντιμετωπίσθηκε χωρίς κανένα ίχνος  πουριτανισμού και  σεμνοτυφίας…

Η ανακοίνωση της διαθήκης

Το δρώμενο του «νεκρού» είναι παλιό και εδώ και πολλά χρόνια ερευνητές ή περιηγητές αφηγούνται το έθιμο όπως ο Παντελής Κόκκαλης στο «Απόκρεω επί Τουρκοκρατίας εις την Χίον» :

«Αι εορταί των Απόκρεω εις την Χίον ως και αλλαχού, ίναι απομεινάρια Διονυσιακά μαρτυρούντα προφανώς την συνέχειαν της ελληνικής φυλής δια μέσου των αιώνων. Ο κυκλικός χορός, ο αποκριάτικος, αι μεταμφιέσεις, αι μιμητικαί κινήσεις, τα σύμβολα που παριστάνουν την παντός είδους γονιμότητα, είναι παρόμοια των εορτών των Διονυσιακών.

Ακόμα και οι αστεϊσμοί, αι τολμηραί αθυροστομίαι, αι ισχύουσαι μέχρι τινών ετών εις Χίον ομοιάζουν τους «γεφυρισμούς» ή «τα εξ αμάξης» τα οποία ελέγοντο κατά την λατρείαν του Διονύσου. Αι Απόκρεω συμβολίζουν την είσοδον από τον θάνατον, δηλαδή τον χειμώνα εις την ζωήν, την άνοιξι. Και το γεγονός πανηγυρίζεται με έξαλλον τρόπον προς εκδήλωσιν της αγάπης που τρέφει ο άνθρωπος εις την ζωήν».

Το λάβαρο με την κεφαλή του τράγου

Φεύγοντας απο το όμορφο νησί  της Χίου, με μοναδικές εντυπώσεις,  θά θελα  να ευχαριστήσω κατ’ αρχάς τους δυό καθοδηγητές μου στο νησί. Την Βάσω Κριτάκη που επί μήνες  ολόκληρους αλληλογραφούσαμε  ώσπου  νάλθει η στιγμή της επίσκεψης  και όπου μου παρέδωσε ένα απίστευτο «εγχειρίδιο» με πληροφοριοδότες – από ερευνητές, μουσικούς μέχρι και παστελάδες –, πανηγύρια και δρώμενα.

Τον παλιό φίλο Γιώργο Μισσετζή που επι 4 ημέρες με συνόδευε στα ταξίδια μας στα δρώμενα της Αποκριάς.. Στη συνέχεια τη Αριστέα Κουφοπαντελή, βιβλιοθηκονόμο της Βιβλιοθήκης Κοραή – της μεγαλύτερης περιφερειακής βιβλιοθήκης της χώρας μας –  που με καθοδήγησε με ιδιαίτερη φροντίδα και επιμέλεια  στον εντοπισμό και το ξεδιάλεγμα της σχετικής βιβλιογραφίας απο τους 200.000 διαθέσιμους τίτλους. (βιβλιογραφία  και υλικό που χρειασθεί για την μετέπειτα έρευνά μου).

Τον Βαγγέλη Ρουφάκη εκδότη του περιοδικού Δάφνη γιά τις πολύτιμες του πληροφορίες αλλά και για τις σπάνιες φωτογραφίες απο το φωτογραφικό του αρχείο  που ευγενώς μου παραχώρησε.

Η οικοδέσποινα των Μεστών

Και απο κει και πέρα την κυρία Αγγελική Συράκη, τον Κυριάκο και τον Δημήτρη Φρεζούλη, την Αννα Κλαδιά,  την  Ελευθερία Παπαγιαννάκη και τέλος το καταπληκτικό ξενοδοχείο (με πολύ ενδιαφέρον Πρωινό…)  Ελληνικό Κάστρο που με φιλοξένησε όλες αυτές τις μέρες του αποκλεισμού μου.

Τα πανηγύρια της Μυκόνου

Χωρίς πολλές περιστροφές θα ομολογήσω την αμαρτία μου! Άλλωστε ομολογημένη αμαρτία παύει να ναι αμαρτία. Από όλα τα νησιά του Αιγαίου – και απ’ ότι φαίνεται και στην παρούσα έκδοση, έχω επισκεφθεί  τα περισσότερα –  σ’αυτό που η καρδιά μου ταρακουνιέται, όταν το πατώ, είναι η Μύκονος. Δεν γνωρίζω πώς και γιατί, μετά από τόσες καταστροφές που έχουν συμβεί απάνω της και μετά από πόσες απογοητεύσεις, η Μύκονος παραμένει  το πιό αγαπημένο μου νησί. Κάτι οι εφηβικές αναμνήσεις, τότε με τις ανέμελες καλοκαιρινές διακοπές κάνοντας γυμνισμό στην παραλία της Παράγκας και τη νυχτερινή διασκέδαση στις Εννιά Μούσσες του Κώστα Ζουγανέλη. Κάτι οι γνωριμίες μου με τους συναρπαστικούς τύπους του Γιαλού, τους χαρακτηριστικούς Μυκονιάτες.

Ηταν η εποχή που οι περιηγητές – οι περαστικοί ή οι αυτοί που από περαστικοί γίνονταν μόνιμοι, όπως ο Γιεχούντι Μενουχίν – είχαν το χρόνο και τη διαθεση να συναστραφούν με τους ντόπιους. «Οι ξένοι μπορεί να είχαν τρόπους και να ήταν πολιτισμένοι περισσότερο από μας τους Μυκονιάτες, αλλά γινόνταν ένα με τους ψαράδες δεν τους ένοιαζε που ήμασταν φτωχοί! Kαι μπαίναν και μερικοί και στα χωριανά σπίτια και δεν εξεχώριζες τότε ποιος ήταν πιο χωριανός…», σχολίαζαν εκπληκτικοι οι ντόπιοι Μυκονιάτες από την επιθυμία των ξένων να γνωρισθούν με τον τόπο και τους ανθρώπους του.

Πόσοι και πόσοι επισκέπτες της Μυκόνου δεν ξετρελάθηκαν με το νησί. Κι ανάμεσά τους όχι  τυχαίοι άνθρωποι. Σπουδαίοι επώνυμοι επισκέπτες όπως ο Ν.Καζαντζάκης, ο Γ.Σεφέρης, ο Ν.Εγγονόπουλος, ο Γ.Τσαρούχης, ο Ο.Ελύτης, ο Ν.Εγγονόπουλος, ο Α.Κωνσταντινίδης, ο Δ.Βασιλειάδης και από του ξένους ο Α. Camus, o R.Barthes, o L.Durrel, o Le Corbusier και πολλοί άλλοι γοητεύονται από τη Μύκονο και γράφουν ενθουσιώδεις εντυπώσεις, πολύ πριν το νησί, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, γίνει σύμβολο κοσμοπολίτικης ζωής,

Θάμα είναι η Μύκονο. Θάμα… η Ιερουσαλήμ, η Μύκονος κι η Μόσχα! Να οι τρεις πολιτείες που μου έκαναν κατάπληξη” δηλώνει με θαυμασμό  ο Νίκος Καζαντζάκης ενώ ο Άρης Κωνσταντινίδης γίνεται πιό συγκεκριμένος:

“Γιατί, η καλή αλήθεια είναι πως σ’ αυτό το νησί, τη Μύκονο, είτε για σπίτι πρόκειται, είτε για εκκλησιά και ξωκλήσι, είτε για ανεμόμυλους και περιστεριώνες, είτε για μαντρότοιχους και για πεζούλες και για πλακόστρωτες αυλές, και για μικρά ή πιό μεγάλα σοκάκια,  παντού και πάντοτε προβάλλει φωτεινή και ζωντανή η ποιότητα και το καλοσχεδιασμένο σχήμα, σαν ένας υψηλός λόγος. Όταν δηλαδή το κάθε κτίσμα, η κάθε αρχιτεκτονική, είναι σαν μία σκέψη, σαν ένας βαθύς στοχασμός, σαν ποιητική πράξη, μέσα σε έναν κόσμο, που δεν μπορεί να είναι μονάχα λογικός, όταν μπορεί να είναι και όμορφος… Κι όποιος βρεί τον καιρό να μείνει και να ζήσει μερικές μέρες στο νησί, θα γευθεί και άλλες χαρές, και άλλες νοστιμάδες, και άλλες λιχουδιές. Το καλό χοιρινό κρέας, τα μοναδικά λουκάνικα, και τα “συγκλινα”, και τις “λούζες”, και το νόστιμο τυρί, την “κοπανιστή”, και το κρίθινο παξιμάδι, μαζί με κάποιο καλό κρασί, σε συντροφιές με ντόπιους, που ξέρουνε  από φαγοπότι και από γλέντια, και κεράσματα και τραγούδια, ίσως γιατί από τα πιό αρχαία χρόνια, ο θεός που λατρευόταν “κατ’ εξοχήν” στη Μύκονο ήταν ο Διόνυσος, που και σήμερα τον βρίσκεις παντού, στη χώρα, στο λιμάνι, στο ανοιχτό τοπίο. Κι όποιος, τέλος, έχει την τύχη να βρεθεί σε “χοιροσφάι” που γίνεται κάθε χρόνο από Μυκονιάτες, στη μεγάλη Δήλο, όπου με έναν ιεροτελεστικό τρόπο προετοιμάζονται τα σύγκλινα και τα λουκάνικα και οι λούζες, θα χαρεί μιά ομηρική, θα τολμούσα να πω ατμόσφαιρα, κάτω από έναν ανοιχτό ουρανό, κι έτσι όπως θα τονε συντροφεύει η θάλασσα, απ’ όλες τις μεριές γύρω του, για να τον ενώνει με όλη την οικουμένη”.


Αυτή τη Μύκονο, που περιγράφει ο Άρης Κωνσταντινίδης,  είχα την τύχη να γνωρίσω καλά την δεκαετία του 1980 όταν με την παλιά μου επαγελματική ιδιότητα, είχα συνεργασθεί με τους περισσότερους ξενοδόχους της Μυκόνου, οι οποίοι με  πολύ χαρά με  μύησαν στη πραγματική ζωή του νησιού. Έτσι γνώρισα  τα πανέμορφα  «χωριά» (στη Μύκονο «χωριό» ονομάζουνε κάθε απομακρυσμένο μικρό αγροτόσπιτο ) , τα χοιροσφάγια, τους “κουκούγερους” στις  Αποκριές και  τα πάμπολλα πανηγυράκια. Από τότε έκαμα και άλλες γνωριμίες και φιλίες με ντόπιους, που ακόμα καλά κρατούν, αλλά και ίσως  είναι οι σταθερότεροι κρίκοι που με δένουν με το νησί, γιατί  ο τόπος μέρα με τη μέρα γίνεται αγνώριστος.

Γιατί  αν η πρώτη φάση της τουριστικής κοσμοπολίτικης ανάπτυξης  (1930-1970) της Μυκόνου στηρίχθηκε στο Μύθο  της αυθεντικότητας του κυκλαδικού τοπίου (τόπος, περιβάλλον, αρχιτεκτονική) και στο χαρακτήρα των κατοίκων (ανεκτικότητα, φιλικότητα, ανοιχτοσύνη, φιλοξενία), στοιχεία που είχαν άμεση σχέση με την ταυτότητα του νησιού, η δεύτερη φάση (1980-2010) στηρίχθηκε στο Παραμύθι του Life Style. Η Μύκονος  έγινε ο τόπος όπου κυριάρχησε ένα ύφος ζωής που διαμορφώθηκε αποκλειστικά και μόνο από τις αξίες της απόλαυσης, του ευδαιμονισμού, της πολυτέλειας και της επίδειξης.

Το άνοιγμα της Μυκονιάτικης κοινωνίας στα νέα δεδομένα, ο κατακλυσμός του νησιού των δέκα χιλιάδων κατοίκων από όλες τις φυλές του πλανήτη (κοσμικοί, νεόπλουτοι, καλλιτέχνες, ομοφυλόφιλοι, τρανσέξουαλ, χίππιδες, εκκεντρικοί,  ανθρώποι του κατεστημένου αλλά και του περιθωρίου, νεολαία, αλλά και όσοι  έρχονται να δούν όλους τους παραπάνω), η μετατροπή της υπαίθρου της Μυκόνου σ’ένα  τεράστιο οικόπεδο για να χτιστούν βίλες και επαύλεις, ήταν φυσικό να επηρεάσουν το σύστημα   αξιών και τον τρόπο ζωής των ντόπιων, όπως έγινε και σε τόσα άλλα μέρη που υπέστησαν το ίδιο πολιτισμικό σοκ. Το ίδιο  σοκ βέβαια ένιωσαν και όσοι γνώριζαν και αγάπησαν την παλιά Μύκονο. Προφανώς και η αφεντιά μου.

“Οσα δεν κάμει ο καιρός τ’ αποτελεύει ο άνθρωπος”, έλεγε προφητικά  από το 1965 στα γραφτά της η Μυκονιάτισσα συγγραφέας Μέλπω Αξιώτη και συνεχίζει: “Η ψυχή του νησιού πάει και τρυπώνει σ’ ένα χώρο όλο και πιό πολύ  συμπιεσμένο, που συνεχώς τον φοβερίζουν πως θα τον σκοτώσουν… Κι όλα , όλα πουλιούνται, όλα, όλα”.

Αυτή τη ψυχή του νησιού προσπαθώ κάθε φορά να ξετρυπώσω. Πόσες φορές δεν έχω πεταχθεί με το πρωϊνό δελφίνι από τη Πάρο, για να πιώ τον πρωινό καφέ στο καφενείο του Μπακόγια,  ανάμεσα στους αγρότες που πουλάνε τα ζαρζαβατικά από τον κήπο τους και τους ψαράδες που διαλαλούν με τη χαρακτηριστική ντοπιολαλιά, την πραμάτεια τους στην μαρμάρινη παγκάδα του Γιαλού. Ή να χωθώ στον  ξυλόφουρνο του Γιώρα, να  μυρίσω τα  λαχταριστά καρβέλια του και να απολαύσω τα πειράγματά του στις ηλικιωμένες πελάτισσές του. Ή όταν έλθει η ώρα του ούζου και του μεζέ, άλλοτε με  θαλασσινά και άλλοτε  με το ντόπιο λουκάνικο,  παρέα με τους Μυκονιάτες φίλους που πάντα μου ανοίγουν την καρδιά, τον Δημήτρη Ρουσουνέλο, την Φρατζέκα, την Όλγα, την Κατερίνα, την Δέσποινα, τη Δήμητρα, τον Απόστολο, και τον Παναγιώτη Κουσαθανά. Και βέβαια πού αλλού μπορεί κανείς να ξετρυπώσει τη ψυχή της Μυκόνου, παρεκτός απο τα πανηγύρια της.

Μένουν άναυδοι όσοι φίλοι μου μ’ ακούν  να υποστηρίζω ότι  τα Μυκονιάτικα πανηγύρια είναι ίσως τα πιό ζωντανά  πανηγύρια του Αιγαίου. Δεν μπορούν να διανοηθούν ότι πίσω απο τη βιτρίνα  του  Life style  κρύβεται μιά τέτοια ζωή, που είναι  τόσο παρούσα και κραταιά, αλλά απαιτεί μάτια για να τη διακρίνεις. “Όμορφα τα μάτια σου, αλλά να ήξερες που κοίταζες;” καθώς λέει ο ποιητής.

Η αλήθεια είναι ότι παρ’ ότι οι  σύγχρονοι Μυκονιάτες, (άλλοι πολύ και άλλοι λιγότερο) είναι μπασμένοι μέχρι τα μπούνια στον κοσμοπολίτικο και καταναλωτικό τρόπο ζωής, κατάφεραν να διατηρήσουν ταυτόχρονα, πολλή ζωντανή την ανάγκη να έχουν επαφή με ό,τι έχει απομείνει απ’ αυτό που τους θυμίζει την “παράδοση” και την “συνέχεια” του τοπικού τους πολιτισμού. Είτε από ενοχές για το κακό που έγινε στο νησί και όπου ο καθείς έβαλε το χεράκι του, είτε από  βιοτική ανάγκη προκειμένου να μην αποκοπούν από τις μνήμες τους και χάσουν τον εαυτό τους , είτε σαν ιδεολόγημα, είτε σαν σύγχρονη επιλογή, οι Μυκονιάτες συμμετέχουν σ’ όλα τα παραδοσιακά τελετουργικά δρώμενα, από τους αποκριάτικους κουκούγερους και τα χοιροσφάγια μέχρι τα πανηγύρια.

Και είναι απίστευτο με πόση ζωτικότητα και δαιμονισμένη χαρά. Παντού, σ’ όλα τα πανηγύρια και τις γιορτές, το ίδιο κέφι, το ίδιο γλέντι και η ίδια απαράμιλλη μυκονιάτικη φιλοξενία,  που δεν επιτρέπει να φύγει κανείς απο το πανηγύρι ακέραστος…

“εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε

μονό σας πεθυμήσαμε κι ήρθαμε να σας διούμε”


τραγουδά η θρυλική ζυγιά της Μυκόνου, ο Μπαμπέλης και ο Καντενάσος, με την τσαμπούνα και το τουμπάκι που συνεχίζουν απτόητοι.

“Η μέρα η σημερινή, δεν είναι σαν τις άλλες

είναι το χρόνο μιά φορά, κι είναι χαρές μεγάλες.

Οι φίλοι όταν  θα σμίξουνε, πίνουνε και γλεντούνε,

τα παλιά τους βάσανα, όλα τα λησμονούνε.

Όσοι έχουνε καλή καρδιά και τακτικά γλεντούνε

Μονάχα αυτοί τον ψεύτικο τον κόσμο θα χαρούνε.

Εμορφα που ν’ τα έμορφα, κι ώραία τα ωραία,

κι απ’ ούλα πιο ‘μορφότερα είν’ η καλή παρέα”.


Τα πανηγύρια της Μυκόνου, απο  θρησκευτικής πλευράς  δεν διαφέρουν πολύ απ’ αυτά των άλλων νησιών του Αιγαίου.  Μέρες πριν κάθε γιορτή οι εκκλησιές ασβεστώνονται, τα μπρούτζινα μανουάλια γυαλίζονται και ντύνονται με τις στολές τους και τις ποδιές τους, ενώ εξωτερικά σημαιοστολίζονται. Την παραμονή μοσχοβολάνε από τους βασιλικούς και τα λουλούδια, ενώ φωταγωγούνται από τα φρεσκοαναμμένα καντήλια και τα κεράκια των πιστών…

Από πλευράς οργανωτικής, στη Μύκονο λόγω κύρους αλλά και οικονομικής άνεσης, σπάνια υπάρχουν  πολυμελείς επιτροπές που να διοργανώνουν το πανηγύρι και να αναλαμβάνουν από κοινού τα έξοδα. Εδώ κάθε νοικοκύρης κάνει μόνος του το κουμάντο του. Είναι θέμα κύρους να  κάμεις μόνος σου το πανηγύρι σου, και νάναι πλούσιο, να πετύχει και νάχει κόσμο και κέφι, αλλά ποτέ να μην υπερβαίνει το μέτρο.  Η αλήθεια  είναι ότι μέχρι μέχρι τα 1970 – τα χρόνια της φτώχειας – στα πανηγύρια, οι επισκέπτες πηγαίναν κουβαλώντας μαζί τους, το κάτι τις τους. Μα λίγη ρόκα, λίγο τυράκι, κάποια πίτα και ότι άλλο είχαν γι’ αυτούς και κάτι παραπάνω για να προσφέρουν και στους άλλους. Είχαν το κρασάκι τους στα φλασκιά τους  και μοιράζονταν μόνο το ερίφι και το ζουμί που προσέφερε ο πανηγυριστής. Αργότερα  όμως, την εποχή της οικονομικής ανάπτυξης και με τη βαθμιαία αλλαγή των νοοτροπιών, τα πανηγύρια  πολλές φορές  εξελίχθηκαν σε μέσο προβολής, εντυπωσιασμού και επίδειξης πλούτου. Ποιός θα κάνει το μεγαλύτερο, το πλουσιώτερο σε φαγητά, ποιός θα προσκαλέσει απ’ άλλα νησιά – κυρίως τη Νάξο – , τον πιό γνωστό και εμπορικό τραγουδιστή, ποιος θάχει τις καλύτερες μικροφωνικές εγκαταστάσεις και τον δυνατώτερο ηλεκτρικό ήχο. Το μέτρο είχε χαθεί πανηγυρικά!

Ο ανταγωνισμός αυτός δεν είχε τελειωμό με αποτέλεσμα να ξοδεύνται περιουσίες αλλά και κανείς  να μην απολαμβάνει  το γλέντι, γεγονός που απομάκρυνε αρκετούς από τις υπερβολικές αυτές φιέστες. Τα τελευταία όμως χρόνια, πολλά   πανηγύρια ξαναγύρισαν στην  οικογενειακή τους μορφή, όπου ξαναγεννιούνται  οι παλιές πιό ταπεινές και ειλικρινείς σχέσεις με μουσική, χορό, τραγούδι και πρωταγωνιστές ντόπιους παλαίμαχους ή νέους μουσικούς – κατά κανόνα τσαμπουνιέρηδες – και όπου βέβαια η συμμετοχή σ’ αυτά  είναι εμπειρία ζωής.

Από πλευράς φαγητού, το ζουμί του κρέατος σε ποτηράκι, που δεν συνηθίζεται σε άλλα νησιά, είναι ένα ποίημα που ανοίγει το πλούσιο τραπέζι – και βέβαια στρώνει το στομάχι για να υποδεχθεί το άφθονο κρασί που θα καταναλωθεί – καθώς θα ακολουθήσουν το ερίφι γιαχνί, η παραδοσιακή κρεμμυδόπιττα, οι λαχανίδες με το λαρδί, τα ντολμαδάκια, η κοπανιστή, η λούζα και ο μπακαλιάρος σκορδαλιά. Όταν κάποιοι φίλοι ή γειτόνοι στείλουν πεσκέσι στο πανηγύρι κάποιο ερίφι για ενίσχυση,  τότε ο νοικοκύρης του πανηγυριού τούς στέλνει την κεφαλή του ζώου βραστή σε μιά ειδική πιατέλα με τις ευχαριστίες του.

Στις μέρες μας, τα πανηγύρια όλο παν και λιγοστεύουν σε μερικά  νησιά του Αιγαίου. Σ’ ορισμένα απ’ αυτά μετά βίας βαστιούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Αλλού πάλι, προσκαλούν δανεικούς μουσικούς από άλλα γειτονικά νησιά για να  διασκεδάσουν.

Η Μύκονος διαθέτει, όπως προείπαμε, απ’ τα περισσότερα και πιό ζωντανά πανηγύρια των Κυκλάδων. Η Μύκονος δεν έχει ανάγκη να επιστρατεύσει ξένους μουσικούς. Η Μύκονος έχει τους δικούς της μουσικούς, τις  “ζύ’ες”  της (ζυγιές, ζευγάρια). Οι μουσικοί της Μυκόνου,   – επι το πλείστον τσαμπουνιέρηδες, και λιγότερο βιολιά, λαγούτα, σαντούρια, ακορντεόν – τρώνε, πίνουν, τραγουδούν και διασκεδάζουν μαζί με τον κόσμο του πανηγυριού. Είναι οι ενορχηστρωτές του γλεντιού, είναι αυτοί που με τα καλαμπούρια και τα αστεία τους θα δημιουργήσουν το κέφι. Και είναι καλοί διασκεδαστές, γιατί διασκεδάζουν πρώτα αυτοί οι ίδιοι, ανάμεσα στις παρέες τους, τους γνωστούς και τους φίλους τους.

Οι τσαμπουνιέρηδες (σαμπουνιέρηδες στην Μυκονιάτικη διάλεκτο) με την τόσο εκφραστική και δυναμική μουσική, με τις βροντώδεις και συγκλονιστικές φωνές,  δεν έχουν καμιά ανάγκη από τα τεχνολογικά βοηθήματα των μεγαφωνικών εγκαταστάσεων. Οι ήχοι και οι μουσικές δημιουργούνται από φυσικά όργανα και μοιάζουν σαν να ξεπηδούν από τα έγκατα της γης, από τα βάθη των αιώνων. Για αυτό το λόγο οι τσαμπουνιέρηδες εκπροσωπούν κατά τον καλύτερο τρόπο το πνεύμα της λαϊκής παράδοσης,  αλλά και της δύναμης της ζωής. Χωρίς αυτούς  δεν γίνεται “σωστό” πανηγύρι. Οι τσαμπουνιέρηδες τελικά είναι αυτοί που δίνουν το χρώμα και το χαρακτήρα στα Μυκονιάτικα πανηγύρια.

Δόξα το Θεό, η Μύκονος έχει ακόμα καμπόσους τσαμπουνιέρηδες, κι όλοι τους ένας κι ένας. Ο Μιχάλης Κουνενής ή Μπαμπέλης, ο Λευτέρης Σικινιώτης  ή Καντενάσος, ο Παναγιώτης Κουκάς, ο Γιακουμής Πατεράκης, ο Ούλοφ Δημήτρη Ρόε (τον συναντήσαμε στο πανηγύρι της Δήλου) και μια σειρά νέα παιδιά που παίζουν με την καρφιά τους, είναι οι πρωταγωνιστές. Kύριο χαρακτηριστικό τους ότι εκτός από μουσικοί και γλεντζέδες είναι και άνθρωποι που κουβαλούν μια σπάνια θυμοσοφία.

“Μου άρεσε και μου αρέσει το γλέντι… Να ‘μουνα στην Αθήνα και να ήξερα για ένα πανηγύρι που θα γινότανε και που θα περνούσα καλά, ε! έμπαινα τότε στο καράβι και ερχόμουνα στο πανηγύρι”, εκμυστηρεύεται ο κυρ-Μιχάλης (Μπαμπέλης)  που συνεχίζει με ενθουσιασμό:

“ Γιατί  αυτό το όργανο δεν πρέπει να το μάθεις μόνο γιά να κονομάς, αλλά γιατί σου αρέσει πρώτα από όλα το γλέντι… Τότε θα γίνεις και καλός  οργανοπαίχτης… Η σαμπούνα θέλει πείσμα και μανία. Άμα τηνε πιάσω και βρω αθρώποι και κεφάρουνε μαζί μου, γίνομαι 18 χρονών αντίς για 75! Μπορώ να παίζω για ένα 24ωρο συνέχεια… Γιατί η τσαμπούνα είναι ένα όργανο σκάνταλο… Η φωνή της σε γαργαλάει… κλείνω τα μάτια και ακούω μόνο το όργανο μου, κουνώ το κεφάλι που δίνει την κίνηση στα δάχτυλά μου…Τα δικά μου δαχτύλια πιά, βαδίζουνε και πιό μπροστά από το μυαλό μου… Η “καλή” μου η  σαμπούνα, που θα την αφήσω να την βρούν τα εγγόνια, παίζει…”βιολί”. Η καλή σαμπούνα “γίνεται” παίζοντας. Τη φτιάχνει το κρασί που πίνω και που περνά μέσα απο τα σαμπουνάκια… Αυτά τη ψήνουν και μετά από παίξιμο μιάς ώρας περνά το οινόπνευμα μέσα και στρώνει!”

Στο ίδιο πνεύμα βρίσκονται και τα σχόλια του Λευτέρη Σικινιώτη (Καντενάσου),  που επί είκοσι  χρόνια είναι το έτερον ήμισι της ζυγιάς δίπλα στον Μπαμπέλη:

“Εγώ έμαθα και ντουμπάκι γιατί συνήθως όταν ξέρεις σαμπούνα πρέπει να μάθεις και ντουμπάκι, γιατί αν δεν ξέρεις ντουμπάκι, είναι σαν ένας μάστορας, ένας κτίστης να μην ξέρει να κάνει λάσπη… Το ντουμπάκι είναι να ξέρεις να παίζεις “διπλές ντουμπακιές”. Το κάθε τραγούδι έχει και το σπάσιμό του. Το πεταχτό τραγούδι σε “κεφάρει” και τότε κουρδίζεσαι ολόκληρος, γιατί αυτό σου δίνει ζωή… Τα τελευταία χρόνια πάμε στα πανηγύρια και παίζουμε συνέχεια ζευγαρωμένοι με τον Μπαμπέλη. Εκεί πάνε όσοι είναι γλεντζέδες… Τις μισές μέρες του χρόνου παίζω και τραγουδώ… γιατί μας καλούν και σε χοιροσφάγια, κάνουμε και τις δικές μας γιορτές και τα χοιροσφάγια μας. Δουλειά και γλέντι η ζωή μου”.

Τα  σημαντικά  πανηγύρια της Μυκόνου ξεπερνούν τα πενήντα, με ντόπιους και ξένους που μπορούν ελεύθερα να τα επισκεφτούν. Ποιό απο όλα τα γλέντια να πρωτοθυμηθώ;  Tον Άη Χαραλάμπη κάτω απο τους  Μύλους, την Αγία Άννα στη Μυρσίνη, την Άγια Άννα στα Βουνιά, τον Άγιο Παντελεήμονα, τον Άη Γιάννη στον Ορνό, την Παναγιά την Τουρλιανή; ή αυτά που γίνονται στα γύρω νησάκια και που τα διοργανώνουν Μυκονιάτες όπως της Αγίας Κυριακής στη Δήλο, της Αγίας Τριάδας στη Ρήνεια, στα Σταπόδια και στο Τραγονήσι;

Απ’ όλα αυτά τα πανηγύρια της Μυκόνου εγώ πάντως προτιμώ τα οικογενειακά πανηγυράκια που γίνονται στα χοιροσφάγια, το φθινόπωρο. Δεν συμμετέχει πολύς κόσμος, γιατί δεν γίνονται στην ύπαιθρο αλλά  μέσα σε “κελιά” λόγω των καιρικών συνθηκών. Τα πανηγυράκια αυτά δεν είναι ανοικτά και έτσι κανείς δεν μπορεί  πάει ακάλεστος παρά μόνον αν προσκαλεστεί ή οδηγηθεί από κάποιον συγγενή ή φίλο  της οικογένειας που τα οργανώνει.

Ο χοίρος  και τα παράγωγά του ήταν από τα παλιά χρόνια σπουδαία τροφή για τους Μυκονιάτες. Ένα γουρουνάκι μοσχοτρεφόταν όλη τη χρονιά κοντά στο σπίτι με τα αποφάγια της οικογένειας, με φλούδες από πατάτες ή από φρούτα, με πίτουρα, βελανίδια και τυρόγαλο. Όταν ο χοίρος έπαιρνε τα κιλά του, εκεί στα πρώτα κρύα του Νοέμβρη, σε μιά παγανιστική ατμόσφαιρα, η οικογένεια με μια τελετουργική διαδικασία τον έσφαζε και καλώντας συγγενείς και φίλους γιόρταζαν το γεγονός. Και ήταν σπουδαίο το γεγονός, γιατί ο χοίρος αυτός με το παστωμένο κρέας του, το λίπος, το λαρδί, τη γλίνα, και τα λουκάνικα, θα τους έδινε τροφή για όλο το χρόνο. Μπορεί στις μέρες  μας πιά το κρέας να τρώγεται καθημερινά και να μην έχει τη σημασία που είχε παλιά, αλλά οι περισσότεροι Μυκονιάτες διατήρησαν το έθιμο αυτό με μεγάλη ευλάβεια.

Το έθιμο των χοιροσφαγίων δεν είναι αποκλειστικά Μυκονιάτικο, καθώς συναντιέται και σε άλλα νησιά του Αιγαίου όπως στην Σύρα, στην Ανδρο, στην Τήνο στη Νάξο, στην Ίο και  στην Ικαρία.  Μόνο που στη Μύκονο εορτάζεται με τον πιό πανηγυρικό τρόπο. Και είναι Μυκονιάτης που έγραψε το πιο διεισδυτικό και παράλληλα  πιο απολαυστικό βιβλίο για τα χοιροσφάγια. “Τα χοιροσφάγια στη Μύκονο, γεύσεις θυσίας” του Δημήτρη Ρουσουνέλου νομίζω ότι  περιγράφουν με μοναδικά γλαφυρό τρόπο το έθιμο, προσεγγίζοντάς το από πολλές σκοπιές. Ας δανειστούμε την εισαγωγή του:

Tα χοιροσφάγια είναι η διαδικασία που αφορά στην κατ’ έτος επαναλαμβανόμενη, σαν έθιμο πλέον, τακτοποίηση των προϊόντων του χοίρου. Η ομαδική εργασία, η γαστρονομική απόλαυση, το γλέντι και το τραγούδι, εξαγνίζουν το εθιμο, παρά το ότι κυρίαρχο – αν και στιγμίαιο – γεγονός είναι η σφαγή του ζώου. Η γιορτή εξάλλου είναι συστατικό στοιχείο του χοιροσφαγιού. Είναι η διονυσιακή του φλέβα. Μέσα της ρέει πολιτιστικό υλικό κατευθείαν από την αρχαιότητα. Στις μέρες μας παραμένει ακόμα ζωντανή αυτή η παράδοση. Με ρίζες που χάνονται στα βάθη των αιώνων. Στην αρχαιότητα, και στο Βυζάντιο, τα ίδια κι εν πολλοίς απαράλλαχτα. Γιά των θεών την ευμένεια καυ των ανθρώπων την ευχαρίστηση. Γιατί και οι θεοί το θέλουνε το χάδι. Κι άμα δεν είναι οι θεοί που το θέλουνε, είναι οι άνθρωποι που το ‘χουνε ανάγκη. Θα μάχονται “ουκ επ’ άρτω μόνον…” Θα φροντίζουν για το κατιτίς, το άρτυσμα, το γλέντι. Τέτοιοι ήτανε οι “αρχαίοι Μυκονιάτες, γιατί να μην είναι και οι σύγχρονοι… Όπως και να το κάνεις Το χοιροσφάγι είναι μιά κατάσταση ιδιαίτερης σκληρότητας. Αρκεί να δεί όμως κανείς στην ώρα της θυσίας το σεβασμό στη διαδικασία, την άμεση επαφή με προαιώνιες ρίζες και συνήθειες, τη φροντίδα ώστε να υποφέρει κατά το ελάχιστο ο χοίρος, για να αντιληφθεί ότι κάτι πολύ ιδιαίτερο συμβαίνει  εκείνη την ώρα. Και ίσως αυτό να μην καθαγιάζει το γεγονός της σφαγής, αλλά το εντάσσει στο πλαίσιο ενός πολιτισμού, με κανόνες, πίστη και σεβασμο”.

Το χοιροσφάγι που κατέγραψα και θα σας περιγράψω γίνηκε στη κατοικιά  του Λευτέρη Συκινιώτη, που βρίσκεται  στο φράγμα προς τον Πάνορμο.

Από το πρωί, χαράματα υπήρξε μιά μεγάλη κινητοποίηση. Το χοιροσφάγι θέλει καλή προετοιμασία, υποδειγματική τάξη και ακριβή συντονισμό, γιατί πρέπει  μέσα σε μιά μέρα  όχι μόνο το ζωντανό να έχει μετατραπεί στα βρώσιμα προϊόντα του, αλλά παράλληλα να μαγειρευθούν τα απαραίτητα κομμάτια χοίρου, προκειμένου να αποτελέσουν  τους μεζέδες για το γλέντι που θα ακολουθήσει. Αφού ολοκληρώθηκε η σφαγή  του χοίρου – με την ελάχιστη δυνατή ταλαιπωρία του ζώου –  ακολούθησε το ζεμάτισμα, η αποτρίχωση με ξυράφια και το τρίψιμο με αλάτι. Στη συνέχεια, αφού αφαιρέθηκαν η κεφαλή, τα πόδια, τα εντόσθια, τα έντερα, η καρδιά, το συκώτι, οι πνεύμονες κι η σπλήνα  άρχισε ο  τεμαχισμός του δέρματος και λαρδιού σε λωρίδες, τους λεγόμενους λούρους. Ακολούθησε η διαδικασία του ο τεμαχισμού του κυρίως κρέατος: στην αρχή αφαιρέθηκαν οι λούζες, που βρίσκονται στην πλάτη του ζώου κολλημένες στη σπονδυλική στήλη (κόντρα φιλέτο), και ακολούθησαν το μπούμπουλο (ψαρονέφρι) και οι παϊδες… Στο τεμάχισμα οι σφάχτες πρέπει να γελούν, για να τρώνε χαρούμενα όλον τον χρόνο, κατά πως λέει το έθιμο. Ετσι δεν πέρασε στιγμή χωρίς πειράγματα, καλαμπούρια και αστεϊσμούς.

Το λίπος θα λειωνόταν τις επόμενες μέρες και θα μετατρεπόταν στη γλίνα. Θα την φύλαταν σε πήλινα δοχεία για να αλοίφουν τον χειμώνα τα παξιμάδια τους ή θα νοστίμευε τα  τηγανητά αυγά, γιατί μην ξεχνάμε ότι στη Μύκονο δεν υπήρχε ούτε μιά ελιά για να παραχθεί ελαιόλαδο. Τα κομματάκια κρέας που απέμεναν πάνω στο λίπος, τα κάμαν τσιγαρίδες που τον χειμώνα θα τρωγόνταν σαν τηγανητός μεζές. Τα κομμάτια του χοίρου του  που δεν μπορούσαν να συντηρηθούν στο αλάτι ή στο λίπος ήταν αυτά που θα καταναλώνονταν αμέσως. Ήδη το μυαλό, η σπλήνα και η συκωταριά ψηνόνταν στα κάρβουνα και  γινόνταν  πάραυτα ο μεζές που συντρόφευε το κρασί της παρέας. Πιό πέρα είχε αρχίσει η παρασκευή των λουκάνικων.

Κομμάτια χοιρινού γίνονται χοντροκομμένος κιμάς που πασπαλισμένος με μπαχαρικά, θρύμπι, θυμάρι και ρίγανι, και αφού ζυμωθεί καλά, θα είναι το μείγμα για να παραγεμιστούν τα έντερα.  Στην συνέχεια το λουκάνικο θα κρεμαστεί κάπου ψηλά στον αέρα για να το ψήσει το βοριαδάκι. Παρόμοια διαδικασία γίνεται και με τη λούζα, το περίφημο αυτό ντελικατέσεν της Μυκόνου.

Το γλέντι  και το φαγοπότι στη κατοικιά του Καντενάσου βάστηξε ώς τα μεσάνυχτα. Το κεφάλι του χοίρου μαγειρεύτηκε με τα λάχανα, ενώ πλάι στις τηγανιές ψηθήκαν και οι  πρώτες μπριζόλες της χρονιάς. Η φημισμένη ζυγιά της Μυκόνου παρέσερνε όλο τον κόσμο – οικείους αλλά και αρκετούς περαστικούς που ερχόνταν για να ευχηθούν – σ’ ένα  διαβολεμένο κέφι, τραγουδώντας σχετικά με το έθιμο τραγούδια όπως το πάρα κάτω που είναι παραλλαγή του ανεπανάληπτου “Σήμερα γάμος γίνεται..”:

Σήμερα γλέντι γίνεται, σήμερα χοιροσφάγια

σήμερα μάς τον πήρανε τον χοίρο απο την μάντρα…

Για δες τραπέζι ολόλαμπρο και πιάτα φιρφιρένια

και τίμια προσώπατα που ‘ναι τριγυριασμένα…

Ελάτε φίλοι κι αδελφοί, απόψε να χαρούμε,

Που σφάξαμε το χοίρο μας και ούλοι τραγουδούμε…”


Ο αποχωρισμός του χοίρου, που με τόση φροντίδα είχε εκτραφεί από την οικογένεια όλο το χρόνο, δεν θα μπορούσε παρά μονάχα με τέτοιο τρόπο να πραγματοποιηθεί. Με τον Μυκονιάτικο. Και μόνον όταν θα συναντήσει κανείς  τους Μυκονιάτες να διασκεδάζουν μ’ αυτόν τον τρόπο αναμεταξύ τους και με τους προσκαλεσμένους τους,  μπορεί να αντιληφθεί από πού αντλούν τη δύναμη για  να αντιμετωπίζουν με τόση  επιτυχία τις σύγχρονες διεθνείς προκλήσεις και να αντιστέκονται τόσο σθεναρά στην πολιτιστική πλημμύρα που απειλεί να τους πνίξει.

Υ.Γ Εκτός από τις φωτογραφίες της αφεντιάς μου, χρησιμοποιήθηκαν και φωτογραφίες  από τα αρχεία του Παν. Κουσαθανά, της Έλλης Πολυμεροπούλου, της Βούλας Παπαϊωάννου (Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη),  και του Ηλία Νόκα που ευγενώς μου παραχωρήθηκαν.

Τα πανηγύρια της Σάμου

Στην Σάμο ο προορισμός μου ήταν ένα οικογενειακό πανηγυράκι στους Μυτιλινιούς, ένα πανέμορφο χωριό, που διατηρεί ακόμα  την παλιά αίγλη απ’ το σημαντικό κεφαλοχώρι των επτά ενοριών, των πολλών καφενείων, μαγαζιών και των δυό εντυπωσιακών νεοκλασσικών σχολείων. Ο ιδιοκτήτης ενός από τα ελάχιστα οπορωπαντοπωλεία που απέμειναν σήμερα στο χωριό, ο Πολυκράτης Αλαγεωργίου, γιόρταζε τον Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο και θα είχε σπίτι του καζάνι με  τη “γιορτή”, ένα από τα σπάνια εδέσματα του Αιγαίου Πελάγους. Νωρίς το απόγευμα περάσαμε από το μαγαζί του για να δηλώσουμε την συμμετοχή μου στο πανηγύρι, παρέα με την Κούλα Καραμηνά, ποιήτρια και δημοσιογράφο και τον Χρήστο Αμοργιανό, τον παλιό δήμαρχο του χωριού, τους δυό πολύτιμους ξεναγούς μου, και ανακάλυψα ένα μαγικό χώρο που παρ’όλο που είχε όλα τα προϊόντα ενός σύγχρονου Σούπερ Μάρκετ επαρχίας,  σε πήγαινε μισό αιώνα πίσω με την ατμόσφαιρά του, τα παλιακά εκθέματά του,  και τα σακιά με τα όσπρια  που τα έπαιρνες χύμα με την σέσουλα.  Ενα υπέροχο μείγμα παλιομοδίτικου και  σύγχρονου! Κάτι παρόμοιο ήταν και όλο το χωριό. Μονόροφες κατοικίες – αρκετές εγκαταλειμμένες – των αρχών του περασμένου αιώνα, στενοσόκακα χωρίς αυτοκίνητα, μιά πλατεία μ’έναν γεροπλάτανο και γύρω της γραφικά ταβερνάκια, αλλά και μηχανές εντούρο, τηλεοράσεις ΝOVA και εντυπωσιακά αγροτικά 4Χ4 παρκαρισμένα στη δημοσιά.. Μεταξύ της σούμας (μόνο στη Σάμο και τη Πάρο λένε έτσι τη ρακί) και των χορταστικών μεζέδων έγινε σε εντατικό βαθμό η εκπαίδευση μου. Ξεκινήσαμε με την ιστορία όπου και τι δεν έμαθα!

Η Σάμος, παρ’ όλη την ηρωική συμμετοχή της στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, δεν κατόρθωσε να συμπεριληφθεί στο ελεύθερο Ελληνικό κράτος, ευρισκόμενη από το 1834 έως το 1912 σε ένα ημιαυτόνομο καθεστώς υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία, την ονομαζόμενη “Ηγεμονία”.  Μετά το 1860 η Σάμος μπαίνει σε μιά περίοδο αστικής ανάπτυξης με κύρια χαρακτηριστικά την μεγάλη εμπορική και οικονομική πρόοδο. Οι  εμπορικές συναλλαγές του νησιού με τα γειτονικά μικρασιατικά παράλια ήταν τόσες που κάποιες στιγμές θεωρήθηκε χωρίς υπερβολή  ότι η Σάμος λειτουργούσε ως προάστειο της Σμύρνης. Κύρια δραστηριότητα τα καπνά – μέχρι και πούρα φτιάχνονταν την εποχή εκείνη – η αμπελουργία και η οινοποιία στο Βαθύ, αλλά και η επεξεργασία δερμάτων στο Καρλόβασι (γύρω στα τριάντα εργοστάσια, τα λεγόμενα ταμπάκικα). Μετά τους πρώτους Βαλκανικούς πολέμους το 1912 η Σάμος αποκτά την  πολυπόθητη ελευθερία της   και ενσωματώνεται στο Ελληνικό κράτος, αποκόπτεται όμως – ειδικά μετά την Μικρασιατική  καταστροφή – από τα Ανατολικά παράλια, όπως άλλωστε και τα λοιπά νησιά του Βορείου Αιγαίου, και συναναστρέφεται πια μόνο με την Ελληνική επικράτεια. Από πλευράς διασκέδασης, στα πανηγύρια το ρεπερτόριο των χορών της εποχής είναι ο Σαμιώτικος, ο Πλατανιώτικος, ο Σμυρνιός ή πολίτικος, η Σούστα, ο Μπάλος, ο Καρπάθιος, ο Καλαματιανός ενώ  και μετά την Μικρασιατική καταστροφή η Σαμιώτες διατηρούν στο ρεπερτόριό τους τα μικρασιατικά τραγούδια και τους αμανέδες (άλλωστε υποδέχθηκαν για μόνιμη εγκατάσταση πάνω από 15 χιλιάδες  μικρασιάτες πρόσφυγες). Μέχρι την περίοδο του 1960 στα πανηγύρια μαζί με τους παλιούς χορούς, παίζονται και τα ευρωπαϊκά βάλς, ταγκό, φοξ-τροτ αλλά και ελαφρά τραγούδια, ρεμπέτικα και τσάμικα, που γίνονται γνωστά στο νησί από τα γραμμόφωνα στην αρχή και κατόπιν απο το ραδιόφωνο και τα πικάπ.

Ο τρόπος πληρωμής των οργάνων στα πανηγύρια  ήταν η λεγόμενη “χαρτούρα” και τα “κολλήματα”. Χωρίς αυτά οι κομπανίες δεν παίζαν. Από το 1960 τα πανηγύρια άρχισαν να χάνουν την αίγλη τους. Οι λόγοι πολλοί. Κατ’ αρχή η μετανάστευση, εσωτερική και εξωτερική: η μετακίνηση προς τα αστικά κέντρα του νησιού, την Αθήνα, αλλά και το εξωτερικό, μαζί με το κλίμα εγκατάλειψης της επαρχείας λόγω του Εμφύλιου Πολέμου που “ταλαιπώρησε” τους Σαμιώτες. Η δημιουργία κέντρων διασκέδασης που μετέφεραν τα γλέντια στις πόλεις. Η δημιουργία δρόμων διευκόλυναν την συγκοινωνία, αλλά θάμπωσαν τη λάμψη των πανηγυριών και την επί τριήμερο κοινή παραμονή των πανηγυριστών στους τόπους προσκυνήματος. Παλιά η πρόσβαση σ’ένα πανηγύρι ήταν μιά ιεροτελεστία, ενώ τώρα δεν διαφέρει σε τίποτα απο τη πρόσβαση σε ένα κέντρο διασκέδασης.

Η ενημέρωση των ξεναγών μου ήταν ένα μείγμα πίκρας για αυτά που χάνονται, αλλά και ελπίδας και αισιοδοξίας για τις πρωτοβουλίες των πολιτιστικών συλλόγων και ιδρυμάτων στα οποία βέβαια συμμετείχαν ενεργά.

Μεσάνυχτα και οι κουβέντες δεν λέγαν να σταματήσουν. Παρ’όλο που είχα χορτάσει από το φαί, το πιοτό αλλά κυρίως από διάθεση, καθώς είχα  χαρεί και απολαύσει την εξαιρετική συζήτηση –έτσι συμβαίνει όταν συναντάς ανθρώπους που κατέχουν, πονούν και αγαπούν τον τόπο τους – και ένιωθα μιά πληρότητα και μια ζάλη, αρκετή για έναν μακάριο ύπνο, οδηγήθηκα σπίτι για την κατ’ οίκον μελέτη. Έπρεπε να μελετήσω μέχρι την επομένη το μεσημέρι, όλη την προταθείσα και παραχωρηθείσα βιβλιογραφία. Θα πέρναγα απο τεστ γνώσεων!

Το διάβασμα ξεκίνησε με τον Ε΄τόμο των “Σαμιακών” του Επαμεινώνδα  Σταματιάδη που εκδόθηκε από το Ηγεμονικό Τυπογραφείο της Σάμου το 1887! Εδώ μαζί με τα ήθη και τα έθιμα  περιγράφονται τα πανηγύρια, τα τραγούδια, οι χοροί  αλλά και τα μουσικά όργανα της εποχής.

“… Και ούτοι μεν εισίν οι εν χρήσει παρά τοις Σαμίοις χοροί, παραλειπομένων των από τινός εισαχθέντων ευρωπαϊκών τοιούτων, χορεύονται δε, καθ’ α προείπομεν, ούτοι είτε μετά μουσικών οργανων, οίον βιολίων ή και ασκαύλου μονής, είτε άνευ τοιούτων, αλλ’ εν άσμασι…”

Στο ξεκίνημα του 20ού αιώνα τη σκυτάλη της έρευνας παίρνει ο Νικολάος Δημητρίου και στο μνημειώδες πολύτομο  έργο του, “Λαογραφικά της Σάμου”,  περιγράφονται παραστατικότατα εξαιρετικά  στιγμιότυπα από πανηγύρια :

“Aρκετός κι εφέτος κόσμος στο πανηγύρι του Σταυρού. Μα πόσοι ήσαν οι αληθινοί προσκυνηταί δεν ξέρω… Τα πρωτεία στον αριθμό τα είχαν οι οργανοπαίχτες. Έφταναν με συμπάθειο τους 40 και ήσαν χωρισμένοι, αν αγαπάτε, σε 10 ολόκληρες κομπανίες…Σε πολλούς χωρικούς προσκυνητο-διασκεδαστάς έκαμε εντύπωση ο χορός Τσάρλεστον τον οποίον παρωμοίασαν ούτοι με τον “ψωριάρικο” και με το “πως το τρίβουν το πιπέρι” (εφημ. Αιγαίον 1927).

Ο Ν. Δημητρίου σε άλλα κεφάλαια παρουσιάζει διεξοδικά  μοναδικές λεπτομέριες  :

“ Στους τραγουδιστικούς χορούς εύρισκαν την ευκαιρία οι κοπέλες και τα παλικάρια του χωριού, να εκφράζουν με δίστιχα τον έρωτά τους, τη χαρά τους ή τις πίκρες τους, τα βάσανα και τους καημούς του έρωτα και τις αντιδράσεις των γονιών τους. Τα δίστιχα, λέγονταν με διάλογο. Ένα η νέα, ένα ο νέος. Αν οι σχέσεις τους πήγαιναν καλά, ο διάλογος ήταν πλούσιος σε παινέματα. Άν υπήρχαν εμπόδια ή απιστίες, ήταν παραπονιάρικος. Δίνονταν υποσχέσεις, όρκοι, κατάρες απειλές και διακοπή σχέσεων. Τότε, ο διάλογος γινόταν με δίστιχα γεμάτα προσβολές και περιφρόνηση στην αρχή, και σιγά-σιγά, υβριστικά και χυδαία. Το πείσμα ήταν μεγάλο και φαρμακερό. Το κορίτσι έλεγε και έκλαιγε. Σιγά-σιγά τα κλάματα γενικεύονταν. Μαζί της κλαίγανε και τ’άλλα κορίτσια. Και ο χορός δεν έλεγε να σταματήσει”.

Τα “πεισματικά” τραγούδια – που τα έχουμε συναντήσει και στα Δωδεκάνησα – άλλοτε, διάβασα, ήταν αυτοσχέδια και αφορούσαν  ιδιαιτερότητες κάθε ζευγαριού, πολλές φορες όμως ήταν προσχεδιασμένα και είχαν τυποποιημένη μορφή.

Ας παρακολουθήσουμε έναν διάλογο (Π-παλικάρι, Κ-κοπέλα) που ξεκινάει με κόσμιες δηλώσεις  χωρισμού  :

Κ       “ Άδικα βασανίζεσαι, του κάκου τυραννιέσαι

δεν είμαι γώ για λόγου σου κι μη παραπονιέσαι”

Π        Μ’ αρνήθηκες, σ’ αρνήθηκα, δεν θέλεις δε σε θέλω

πάνε να βρεις το ταίρι σου, κι εγώ άλληνε θέλω…”

για να καταλήξει μετά από πολλά δίστιχα σε μία κλιμάκωση επιθετικότητας:

K       “ Ποιος είναι αυτός που τραγουδεί με τις πλατιές μανίκες

Και κάνουν οι αχείλες του σαν παπουτσουσφυρίχτρες”

Α       “Γιά δες το βρωμοχόρταρο, της κοπριάς λουλούδι,

Ήρθε μπροστά μου να μου πει πεισματικό τραγούδι…”.

Σύμφωνα πάντα με τον ερευνητή, το έθιμο αυτό των τραγουδιστικών χορών από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα έπαψε να τηρείται και περιορίστηκε σε λίγους γάμους που γίνονται σύμφωνα με τα παραδοσιακά έθιμα, τραγουδώντας βέβαια τραγούδια μόνο παινετικά.

Η μελέτη μου ολοκληρώθηκε φυλλομετρώντας το  εξαίρετο λεύκωμα «Σάμος 1862-1920, φωτογραφίες και καρτ-ποστάλ» του Ντίνου Κόγια που περιελάμβανε σπουδαίες φωτογραφίες της εποχής, μεταξύ των οποίων και τρεις για τις οποίες, μόλις τις αντίκρυσα σκέφθηκα ότι θα  κινούσα ουρανό και γη προκειμένου να τις βρώ και να τις χρησιμοποιήσω στην έρευνά μου (παρ’ ότι τελικά ο συγγραφέας και κάτοχος του φωτογραφικού αρχείου ευγενέστατα όχι μόνο μου τις παραχώρησε αλλά στάθηκε εγκάρδιος αρωγός στην ερευνά μου).

Το άλλο μεσημέρι, ξενυχτισμένος  από το διάβασμα αλλά και χαρούμενος για το πλούσιο υλικό που ανακάλυψα,  αφού εξετάσθηκα  με ικανοποιητικά αποτελέσματα, οδηγηθήκαμε στη κατοικία του Πολυκράκη  για να παρακολουθήσω εξ’αρχής την παρασκευή της “γιορτής”.

Tα χαρακτηριστικά φαγητά των πανηγυριών της Σάμου είναι το “κισκέκι” για τα ανατολικά χωριά και η “γιορτή” για τα δυτικά. Και τα δύο αυτά φαγητά φτιάχνονται με τα ίδια υλικά, κρέας κυρίως κατσίκας, στάρι και κρεμμύδια. Στις νηστήσιμες μέρες αντί για κρέας και λίπος χρησιμοποιούσανε ρεβίδια κομμένα στη μέση και μπόλικο λάδι.

Η διαφορά των δυό πανηγυρικών φαγητών, του κισκεκιού από την γιορτή είναι ότι στο πρώτο το στάρι δεν μπαίνει χοντροκομμένο αλλά ολόκληρο και ξεφλουδισμένο, και ότι σε κάποια στιγμή τοποθετείται στο φούρνο. Πολλές φορές στο κισκέκι χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα τρία κρέατα, προβατίνα,  χοιρινό και μοσχάρι. Πάντως η γεύση και των δύο είναι παραπλήσια, με κύριο χαρακτηριστικό το χυλώδες και μαστιχώδες του μείγματος.

Κατά τις δύο η ώρα μπήκε το κατσικίσιο κρέας, σε μεγάλα κομμάτια στο καζάνι γιά βράσιμο. Για δυό ώρες έβραζε και με μια κουτάλα ο μάγειρας το ξάφριζε, ώστε να φύγουν τα λίπη και οι βρωμιές. Σε δυό ώρες ρίχθηκαν τα κρεμμύδια κομμένα στα τέσσερα. Η αναλογία της γιορτής είναι μία δόση κρέας, μιά δόση κρεμμύδια και μία δόση χοντροκομμένο στάρι και η συγκεκριμμένη είχε 28 κιλά κρέας, 35 κρεμμύδια και 25 στάρι. Το βράσιμο βάστηξε μέχρι τα μεσάνυχτα, οπόταν το περιεχόμενο είχε γίνει ένας πολτός. Μόλις κρύωσε αφαιρέθηκαν τα κόκκαλα, που έπλεαν πια μεσ’ τον χυλό. Σ’όλη τη πρώτη φάση της προετοιμασίας της γιορτής γινόταν  παράλληλα και η προετοιμασία του βραδινού φαγητού που θα ακολουθούσε την λειτουργία του εσπερινού.

Τα τραπέζια στήθηκαν και στη ψησταριά ψήνονταν, μπριζολάκια, σουβλάκια, λουκάνικα και πανσέτες, ενώ σε μια γωνιά είχαν στηθεί οι μικροφωνικές για το συγκρότημα των ερασιτεχνών μουσικών που θα διασκέδαζαν τους καλεσμένους.

Στο βάθος, στο χώρο του υπαίθριου μαγέρικου – εκεί που οι μαγείροι παρακολουθούσαν το βράσιμο του καζανιού – είχε στηθεί μιά “αντικάμαρα”,  με ειδικό προσκαλεσμένο τον Μανόλη Λεβασιανό, τον τελευταίο εκπρόσωπο της Σαμιώτικης τσαμπούνας. Γεννημένος το 1953 στο Πάνω Βαθύ ξεκίνησε από τα δέκα του το όργανο μαθαίνοντας κοντά στον παπού και τον πατέρα του, με πολλά ερεθίσματα από τους παλιούς τσαμπουνιέρηδες του Βαθυού και του Παλιοκάστρου. Τον Μανόλη τον γνώριζα χρόνια γιατί  συνήθως αυτός εκπροσωπούσε τη Σάμο στις ετήσιες Παγκυκλαδικές συναντήσεις των τσαμπουνιέρηδων και πάντα ξεχώριζε για το παίξιμό του. Η Σαμιώτικη τσαμπούνα,  να εξηγήσουμε κατ’ αρχάς, διαφέρει απο τις άλλες του Αιγαίου γιατί έχει έξι τρύπες (πέντε και μία) ενώ  των  υπόλοιπων νησιών δέκα (πέντε και πέντε) και επί πλέον παίζεται μόνη της και δεν συνοδεύεται από τουμπάκι (Κυκλάδες) ή λύρα (Δωδεκάνησα).

“Στη μέση του χορού όρθιος στεκόταν ο τσαμπουνιέρης παίζοντας την τσαμπούνα. Χόρευαν συρτό και πηδηχτό. Ο καθένας που έσερνε το χορό (ήταν στο κάβο), άμα τελείωνε, έβαζε στο τσαρούχι του τσαμπουνιάρη μιά δυό δεκάρες…”, θυμήθηκα ότι σημείωνε ο Ν. Δημητρίου στο βιβλίο που μελετούσα χθες βράδυ.

Και ενώ η επίσημη ορχήστρα με μπουζούκι και βιολί έπαιζε τα δικά της, σύγχρονα τραγούδια, ο Μανόλης με τη τσαμπούνα του μας οδηγούσε στους παλιούς μουσικούς δρόμους. Κάποια στιγμή οι δυό μουσικές παρέες ταιριάξαν και απολαύσαμε εκτός των ζεϊμπέκικων  σκοπών και κάποια χαρακτηριστικά σαμιώτικα τραγούδια, όπως την “Αγιοθοδωρήτισσα”, την “Σαμιώτισσα”, το “Πλατανιώτικο νερό”, που ξεσήκωσαν τον κόσμο για να χορέψει.

Το πρωί χαράματα  ρίχθηκε το στάρι στο καζάνι και άρχισε η πιο επίπονη φάση του μαγειρέματος. Επί τρείς ώρες έπρεπε ο χυλός να περιστρέφεται ανελλιπώς, για να μήν κολήσει στο πυθμένα του καζανιού, αλλά και για να γίνει μιά συμπαγής μάζα. Το γύρισμα με ένα κορμό ξύλου απαιτεί δύναμη και αντοχή, καθώς πρέπει να περιστραφεί μια μάζα 150 κιλών, έργο  που ανέλαβε μια επιτροπή ανδρών που άλλαζαν κατά βάρδιες. Κατά τις δέκα, η γιορτή ήταν έτοιμη και ο κόσμος άρχισε να καταφθάνει αφού εν τω μεταξύ είχε σχολάσει και η Θεία Λειτουργία. Όλοι τώρα περίμεναν τον παπά-Ανδρέα, καθότι ο παπάς πριν γίνει η διανομή της γιορτής, έπρεπε να ρίξει  μέσα στο καζάνι λίγο αγιασμό που έχει προετοιμάσει μέσα στο Αγιο Βήμα την ώρα του όρθρου.

Τα παλιά τα χρόνια πολλοί ερχόνταν με τις “γαβάθες” τους και παίρναν τη γιορτή  στο σπίτι για όλη την οικογένειά τους, άλλοι το τρώγαν στο σπιτικό του πανηγυρά, όπου ο παπάς έλεγε τον “ευλογητό” πριν αρχίσει το φαγοπότι. Στο τέλος του φαγητού έψαλναν διάφορα επίκαιρα με τη γιορτή τροπάρια και ενδιαμέσως “κροτάλιζαν” τα κουτάλια στα πιάτα, σύμφωνα με τα βυζαντινά έθιμα. Κατόπιν άρχιζε ο χορός και τα τραγούδια.

Ο παπα-Ανδρέας ευλόγισε την γιορτή και όλους τους μαγείρους, κρατώντας στα χέρια την εικόνα του Αγ. Ιωάννου που ασπάστηκαν ένας ένας παίρνωντας την ευλογία του.

Μετά άρχισε η μοιρασιά. Κάποια στιγμή είχα και γω μπροστά μου το πιάτο με τη γιορτή. Μιά μοναδικής ιδιαιτερότητας γεύση,  ένα χορταστικό και πληθωρικό έδεσμα!

Ένα σημαντικό κενό μου στο γαστρονομικό κομμάτι των πανηγυριών είχε καλυφθεί. Μετά το κεσκέτσι στη Λέσβο είχα δοκιμάσει  και παρακολουθήσει  τη παρασκευή της Σαμιώτικης γιορτής.  Η χαρά μου καθώς έκανα τον απολογισμό του ταξιδιού μου, ήταν ιδιαίτερη. Πόσο μάλλον που καθώς περιεργαζόμουνα τον ψηφιακό δίσκο “Σάμος – Παιγνίδια και παιγνιδιάτορες”, που μόλις μού είχε παραχωρήσει ο Τηλαύγης Δημητρίου, ο γιος του Νικολάου Δημητρίου, του οποίου τα βιβλία μελετούσα τα   προηγούμενα βράδυα, ανακάλυψα έναν μικρό  θησαυρό που μ’ εντυπωσίασε. Το Πνευματικό Ιδρυμα Σάμου “Νικόλαος Δημητρίου”, πρωτοπόρο στη συστηματική μελέτη του Σαμιώτικου Πολιτισμού, έχοντας αποδεχθεί την πρόταση ενός νεαρού Σαμιώτη, μουσικού και ταυτόχρονα ερευνητή, του Δημήτρη Ζαχαρίου, εξέδωσε ένα  CD με ηχογραφήσεις με οτι γνησιότερο και αυθεντικότερο υπήρξε στην Σαμιώτικη παραδοσιακή μουσική. Τη μουσική που παίζαν στα πανηγύρια, στους γάμους και τις γιορτές. Έχοντας απο μικρό παιδί μαθητεύσει πλάι σε παλαίμαχους μουσικούς, έχοντας ηχογραφήσει πάνω απο 500 σκοπούς και μελετήσει τις πολιτιστικές και μουσικολογικές ιδιαιτερότητες του νησιού του, ο Δημήτρης παρουσίασε μιά σπουδαία έκδοση, πρότυπο για κάθε τόπο.  Είχα στα χέρια μου άλλο ένα πολύτιμο εφόδιο γα την έρευνά μου.  Ένα ακόμα λιθαράκι αισιοδοξίας.  Ένα απτό δείγμα από τις μάχες και τις προσπάθειες που γίνονται στην περιφέρεια του Αιγαίου για να διασώσουν κομμάτια του πολιτισμού μας και που επιχειρούν να φωτίσουν τη σκοτεινιασμένη μας ζωή.

Το πανηγύρι της κούπας στη Καρδάμαιμα της Κως.

Την Κω, το νησί του Ιπποκράτη, του πατέρα της ιατρικής, το δεύτερο σε πληθυσμό και τρίτο σε έκταση νησί της Δωδεκανήσου, μετά την Ρόδο και την Κάρπαθο την γνώριζα πολύ καλά. Στις επαναλειμμένες επισκέψεις μου, ειχα γνωρίσει πολύ καλά τους αρχαιολογικούς  της χώρους, τα μεσαιωνικά της μνημεία και την αρχιτεκτονική της κληρονομια, μιά προίκα τρανταχτή πάνω στην οποία στηρίχτηκε η σημερινή ανάπτυξη του τουρισμού της και που την  κατέστησε έναν από τους πιό περιζήτητους προορισμούς της Ελλάδας. Θυμάμαι μάλιστα πολύ καλά ένα ρεπορτάζ  που είχα κάνει γιά τον γαστρονομικό πλούτο του νησιού και είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό της AEGEAN, πάνε τώρα κάποια χρόνια. Έτσι είχα γνωρίσει, αρκετά έκπληκτος και εντυπωσιασμένος μια αθέατη και ταπεινή  πλευρά του νησιού, αυτήν που βρίσκονταν  πίσω από την  φανταχτερή εικόνα των μεγάλων τουριστικών εγκαταστάσεων και τουριστικών υποδομών.  Κάτι παρόμοιο θα συνέβαινε και με την έρευνά μου με τα πανηγύρια του νησιού.  Σκαλίζοντας εντόπισα ότι  ένα από τα μακροβιότερα πανηγύρια  της Κω  γίνεται στην Καρδάμαινα, ανήμερα της Γεννήσεως της Θεοτόκου στις 8 Σεπτεμβρίου, όπου αναβιώνεται ο καθιερωμένος “χορός της κούπας”. Οι επαφές μου για την επισκεψή  μου στο νησί, την διερεύνηση των πηγών που αναζητούσα και την καταγραφή  του  συγκεκριμένου πανηγυριού έγιναν,  με την Αργυρώ Κατσίλη,  την υπερδραστήρια πρόεδρο του Λυκείου Ελληνίδων της Κω, η οποία με καθοδήγησε παραδειγματικά. Χάρις στην κυρία Αργυρώ γνώρισα τον Μανώλη Χαλκιδιό, τον πρωτοχορευτή της χορευτικής ομάδας του Λυκείου Ελληνίδων. Συγκλονιστικός χορευτής, αλλά και όμορφο και ξηγημένο παλικάρι ο Μανωλιός αποδείχθηκε για τις ανάγκες μου λύρα εκατό. “Κυνηγός πανηγυριών”, ερευνητής και  φανατικός θιασώτης της παράδοσης, από την πρώτη στιγμή με κέρδισε  με το χορό του και την παρουσία του. Είχα γνωρίσει έναν σύγχρονο μερακλή και γλεντιστή! Μετά απο την πρώτη γνωριμία στο Πανηγύρι του Αγίου Ζαχαρία, σε μία δύσβατη και απόκρυμνη τοποθεσία, νοτίως του όρους Δικαίου, όπου θαύμασα τον χορό του Μανώλη, της παρέας του και διάφορων πιστικών (έτσι ονομάζονται οι κτηνοτρόφοι στην Κω) μπήκαμε σε εντατικό πρόγραμμα επιμόρφωσης.

“Δεν θα πάμε πουθενά αν δεν γνωρίσεις απο κοντά την Άννα Καραμπεσίνη” μου ξεκαθάρισε με απόλυτο τρόπο  ο Μανώλης! Με το δίκιο του, γιατί η θρυλική Άννα με τα τραγούδια της σημάδεψε όχι ένα και δυό, αλλά όλα τα πανηγύρια και τις γιορτές του Αιγαίου. Και βέβαια εκτός των τραγουδιών,  με τη στάση της απέναντι στην  παράδοση αλλά και απέναντι στα βάσανα της ζωής, (η ίδια μέσα στην οικογένειά της είχε παρα πολλά) έγινε ένα σύμβολο παρηγοριάς και εγκαρτέρησης.

Η κατοικία της μεγαλύτερης γυναικείας φωνής της Δωδεκανήσου είναι ένα ταπεινό στενόμακρο σπιτάκι μπροστά στη θάλασσα. Η κυρά- Άννα μόλις είδε τον Mανώλη τον μουντάρισε και τον φίλησε σταυρωτά. Τον αγαπάει πολύ, γιατί την επισκέπτεται συχνά με φίλους και τραγουδούν, πίνουν, τρών  και λένε ιστορίες. Θυμάται τα νειάτα της, τους γονείς της, τις πέντε αδελφές της και το πατρικό της στην Αντιμάχεια που τακτικά είχανε γλέντια και αποσπερίδες.  Οσο δε για την αφεντιά μου, μούδειξε αμέσως την φωτογραφία αγκαλιά με την Μπήλιω, που είχε μοστραρισμένη σε περίοπτη θέση πάνω από τον καναπέ. “Αχ τι μας έκανε η γυναίκα σου, είχαμε πενήντα χρόνια να ειδωθούμε με την Ελένη, απο τότε που τραγουδάγαμε, αρχές της δεκαετίας του 50, μαζί με τη Δόμνα Σαμίου στη χορωδία του μεγάλου δάσκαλου Σίμωνα Καρά. Δεν μπορείς να φαντασθείς πόσο πολύ συγκινηθήκαμε!” Θυμάται όταν την είχε καλέσει η Μπήλιω στην εκπομπή της, όπου η Άννα Καραμπεσίνη και η Ελένη Κονιτοπούλου, οι δύο θρυλικές φωνές του Αιγαίου,  ξανασυναντήθηκαν και τραγούδησαν ζωντανά μαζί στο “Έχει Γούστο”.

Αμέσως μας καθίζει στο μικρό σαλονάκι, όπου οι τοίχοι ήσαν πνιγμένοι από φωτογραφίες, βραβεία και ενθύμια, και στα γρήγορα μας φέρνει τα ουζάκια με μεζέδες όπου δεν έλειπε βέβαια το τυρί της πόσιας, το περίφημο κρασοτύρι της Κω. Η κυρά Άννα, με μυαλό ξουράφι και καρδιά έφηβης κοπέλας, κι ας κοντεύει τα 90, δεν έχει ξεχάσει τίποτα. Αναπολεί τη ζωή της και από τα παιδικά της χρόνια θυμάται τον πατέρα της και μας το περιγράφει με ένα ποιηματάκι…

“ Ο πατέρας μου Βαϊθής ο Σαρρής,

ήτανε άνθρωπος πολύ ωραίος και σπουδαίος μερακλής

και για τα χρόνια εκείνα, καλός και πρώτος χορευτής.

Γλεντούσε και διασκέδαζε όμορφα και ωραία,

με τραγούδια και βιολιά και με καλή παρέα.

Παρ’ όλα που’ χε βάσανα, είχε και το μεράκι

κι εύρισκε ανακούφιση πίνοντας ουζάκι.

Κι όταν με την παρέα του πίναν το καραφάκι

εχόρευε λεβέντικα με το γεμάτο ούζο ποτηράκι

που χε καμαρωτά κι αγέροχα πάνω στο κεφαλάκι”.

H κυρά-Αννα, βασίλισσα στο φτωχικό της, μιλάει για τη δισκογραφία της, τους ανθρώπους που συνεργάσθηκε – για όλους είχε να πει ένα καλό λόγο – τα ταξίδια της στην άκρη του κόσμου προκειμένου να δώσει χαρά στους απόδημους Έλληνες. Κι όταν της λές για τις αρέσκειές σου, τα τραγούδια της που σου αρέσουν, τότε αυτή σαν τζουκ-μπόξ, θυμάται απ’έξω και ανακατωτά σε ποιόν απο τους εικοσιέξι της μεγάλους δίσκους βινυλίου βρίσκονται και σε πιά σειρά και αμέσως σου βάζει το τραγούδι στο πικάπ για να το ακούσεις.

Καθήσαμε μέχρι το σούρουπο.  Ακούσαμε το “Διοσμαράκι” γνωστό και σαν   “ Τζιβαέρι”, το “Μες του Αιγαίου τα νερά” και άλλα πολλά. Η κυρά-Αννα Καραμπεσίνη στα 87 της ξεχύλιζε από ζωή και αισιοδοξία, αεικίνητη, ενθουσιώδης, να ξεπετά στίχους και ποιηματάκια με μια μοναδική ευκολία, για το κάθε τι, και παρ’ όλα την πίκρα της που ο τόπος της δεν την τιμά όσο της άξιζε, μάς απέδειξε ότι η ζωντάνια και η νιότη δεν έχουν να κάμουν με τα χρόνια και την ηλικία, αλλά  με το πάθος για δημιουργία και την αγάπη για τους ανθρώπους και τη ζωή.

Μετά από την επίσκεψη στο σπίτι της Κυρά-Άννας – ο Θεός να την έχει καλά – και πριν ασχοληθώ με την επιτόπια έρευνα, ασχολήθηκα λίγο με την ιστορία των πανηγυριών, ψάχνοντας σε βιβλιογραφίες.

Στη Κω τα παλιά χρόνια, δηλαδή στις αρχές του 20ού αιώνα, γίνονταν τόσα πανηγύρια όσα και οι υπάρχουσες εκκλησιές. Όσα τελούνταν στους καθεδρικούς  ναούς ή σε μοναστήρια, είχαν ένα χαρακτήρα επίσημο και πάνδημο με παλλαϊκή συμμετοχή, ενώ όσα τελούνταν σε ξωκκλήσια ή σε εξωμονάστηρα είχαν χαρακτήρα πιό λαϊκό και οικογενεακό.  Σπουδαιότερα  πανηγύρια εκείνη την εποχή ήσαν των Αγίων Ασωμάτων στ’ Ασφενδίου, στον πελώριο αμπελώνα του νησιού, το πανηγύρι των Αγίων Αποστόλων στην Αντιμάχεια, στην Ζωοδόχο Πηγή στο χωριό Κέφαλος.

Στον Αη-Γιώργη στο Πυλί, μετά την Θεία Λειτουργία μαζί με το πανηγύρι εκτελούνταν ιππικοί αγώνες προς τιμή του Αγίου, αφού καβαλλάρης εικονίζεται κι ο ίδιος. Κύριο χαρακτηριστικό των αγώνων αυτών ήταν ότι οι αγωνιζόμενοι δεν διεκδικούσαν έπαθλα, αλλά αγωνίζονταν για να επιδείξουν  τις ικανότητές τους και το θάρρος τους καθώς έτρεχαν με τα άλογα χωρίς  σέλλες και χαλινάρια (βαστά ακόμα και στις μέρες μας το έθιμο αυτό).

Ψάχνοντας τα αρχεία της Κω για να βρω πληροφορίες για τα πανηγύρια του νησιού ανακάλυψα ανάμεσα σε άλλα, ένα άρθρο του Νικολάου Ζάρακα, εξαίρετου ερευνητή που το λαογραφικό έργο του έχει τιμηθεί από την Ακαδημία Αθηνών, με θέμα “Τοπία και πανηγύρια της Κω”.

“Κατά τους χρόνους της δουλείας η συμμετοχή του Δεσπότη σ’ αυτά ήταν κάτι πιο πάνω από το επίσημο, άν επιτρέπεται η έκφραση. Ήλθε ο Δεσπότης! Στη στιγμή το μαθαίνουν όλοι στο χωριό, γι’ αυτό και δεν λείπει κανένας από τη λειτουργία, από τ’ αμέριμνο παιδί ως τον πολυάσχολο νοικοκύρη. Ήταν τότε ο Δεσπότης, ο Ένας, ο ανώτερος, ο αγιώτερος, ο πατέρας όλων και κυριολεκτικά ο Εθνάρχης, γιατί ποιός τον έβλεπε τον Πατριάρχη;  Ο καθένας ήθελε να δει τον Δεσπότη, να τον ακούσει, δεν τον έβλεπε συχνά, ίσως μιά φορά τον χρόνο.

Η Εκκλησιαστική Επιτροπή έστελνε από την παραμονή στην Κω τον “Καλόγερο” (έτσι λέγεται και σήμερα ο νεωκόρος) με το καλύτερο υποζύγιο, κυρίως άλογο, για να φέρει το Δεσπότη. Δεν υπήρχαν τότε δρόμοι αμαξωτοί και τροχοφόρα μέσα. Η είδηση του ερχομού του Δεσπότη αναγγέλονταν χαρμόσυνα με τις κωδωνοκρουσίες των εκκλησιών. Οι Ιερείς με τους Δημογέροντες και άλλους προύχοντες υποδέχονταν με κάθε τιμή και σεβασμό τον Ιεράρχη που έμενε και διανυκτέρευε στο σπίτι του Αρχιερατικού Επιτρόπου… Το πρωί στο πανηγύρι, ασφυκτικά γεμάτη η Εκκλησιά : Oι δάσκαλοι με τα “δασκαλόπουλα”, οι προύχοντες στις πρωτοκαθεδρίες, ο λοιπός κόσμος με σεμνότητα και προσήλωση… Εκεί μέσα στην Εκκλησία επικοινωνούσε κανείς με το Θείον, εκεί μέσα μόνο ζωντάνευε το Έθνος, εκεί καταλάβαινε κανείς ότι είναι ελεύθερος, γιατί ήσαν όλα Ελληνικά, έξω τα πάντα πλάκωνε η σκλαβιά… Μετά τη λειτουργία οι “Τράπεζες” με τ’ άφθονα φαγητά και κρασιά. Οι Επίτροποι στο πόδι να εξυπηρετούν μ’ ανυπόκριτη χαρά κι έπειτα ο χορός και το γλέντι ως το βράδυ. Παράλληλα κι οι άλλες φροντίδες των Επιτρόπων, να παραλαμβάνουν τα τάματα, ΄πως παλαιότερα και τώρα. Άλλος φέρνει σφακτά αρνί, ερίφι, δαμάλι, οι γυναίκες όρνιθες, ασημικά, χρυσαφικά κ.τ.λ. που τα έχουν τάξει στον Άγιο κατά την ώρα του κινδύνου, σε κρίση αρρώστιας κ.α. “Παναγιά μου, κάνε μου καλά το παιδίμ μου νασου φέρω στη Χάρη σου λαμπάδα ίσα με το μπόϊ σου” ή “Αη μου Γιώργη γειάνε μου το παιδί μου να το ζυάσω στη Χάρη σου οκκά γκαι γράσι” κ.α. Τα “ζωντανά” πρέπει να πωληθούν αυθημερόν με πλειοδοτικό ανοικτό πλειστηριασμό. Πλειοδοτούν πολλοί γιατί είναι βοήθεια προς την εκκλησία και, κατά τους χρόνους της δουλείας, ήταν και σχολικός πόρος. Οι νέοι κι οι νέες διασκεδάζουν, όπως κι οι ηλικιωμένοι μερακλήδες, οι  γέροι παρακολουθούν και καμαρώνουν τα νιάτα, αναδεύοντας τα περασμένα”…

Έχοντας αποκομίσει μιά σφαιρική εικόνα για την πανηγυρική εικόνα της Κω, είχε έλθει  η ώρα να οδηγηθούμε στον τελικό προορισμό μας, το πανηγύρι στην  Καρδάμαινα. Η Καρδάμαινα, ένα παραθαλάσσιο χωριό 29 χιλιόμετρα Νοτιοδυτικά της πόλης της Κω, έχει εξελιχθεί στο δημοφιλέστερο τουριστικό θέρετρο του νησιού. Πολυτελείς και σύγχρονες ξενοδοχειακές μονάδες αλλά και ξενοδοχεία που συγκεντρώνουν λαϊκά στρώματα, ταβέρνες,  θορυβώδη μπαράκια, παντός είδος καταστήματα, δημιουργούν μιά ατμόσφαιρα όπου νομίζεις ότι τα παντα λειτουργούν για τον Τουρισμό. Στίφη τουριστών περιφέρονται, πίνουν, τραγουδούν και διασκεδάζουν. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον για μιά στιγμή διερωτήθηκα πώς και πού θα γινόταν το παραδοσιακό πανηγύρι της “κούπας”. Στο κέντρο της πόλης βρισκόταν η εκκλησία.  Φθάσαμε, οφείλω να ομολογήσω, με σχετική ανησυχία. Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος ο ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου συγκέντρωσε εκατοντάδες προσκυνητές ντόπιους και επισκέπτες.  Στο προαύλιο της εκκλησιάς δεκάδες κόσμος, ένα χωριό, μιά όαση ελληνική μέσα σε μιά ξένη πόλη!

Μόλις είχε τελειώσει η Θεία Λειτουργία και οι πιστοί παίρναν θέσεις στα τραπέζια γιά το γεύμα που θα ακολουθούσε. Το φαγητό ήταν τα παραδοσιακά “πιτταρίδια”, ένα ζυμαρικό σαν μακρόστενες χυλοπίτες με κοκκινιστό κρέας, συνήθως κατσίκας που το προσφέραν οι πιστικοί. Τα πιτταρίδια παλιά τα παρασκεύαζαν οι νοικοκυρές με νερό και αλεύρι, που αφού πρώτα απλώναν τη ζύμη, την κόβαν σε μακρόστες λουρίδες και τις στέγνωναν στον ήλιο. Σήμερα χρησιμοποιούν έτοιμα ζυμαρικά τύπου λαζάνια.

Ο χορός ξεκίνησε με την έκτακτη συμμετοχή των δύο χορευτικών ομάδων από τα δυό παραρτήματα του Λυκείου Ελληνίδων που δραστηριοπούνται έντονα στο νησί.

Πρώτα χόρεψε η ομάδα του Λυκείου Ελληνίδων της Καρδάμαινας κρητικούς χορούς τον “Λαζέικο”, τον “Χανιώτικο”, τον “Μαλεβιζιώτικο” και τη “Κρητική σούστα”. Ακολούθησε το Λύκειο της πόλης της Κω με τον “Ισο”, την “Κώτικη σούστα” τον “Ροδίτικο”, το “Θυμαριώτικο” και το “Πεντοζάλι της Κω”.

Οι μουσικοί ήσαν οτι καλύτερο διαθέτει το νησί. Στο ακκορντεόν, ο Μανώλης Πόγιας από τ’ Αφενδίου, που κατάγεται από μιά οικογένεια μουσικών και κατέχει όσο κανείς άλλος τους σκοπούς της Κω. Περιζήτητος στα πανηγύρια, με μιά χαρακτηριστική φωνή, μπορεί να τραγουδά και να παίζει συνεχόμενα επί ώρες, εμπνέοντας τους χορευτές, με έναν τρόπο που μόνο αυτός ξέρει. “Οι χορευτές πατούν επάνω  στη μουσική του, γιατί τους παρακολουθεί  προσεκτικά και τους βοηθά  να απογειωθούν”, δηλώνει κατηγορηματικά ο Μανώλης Χαλκιδιός. Συνοδοί του ο Μανόλης Κεφαλιανός στο βιολί  και ο Ζαχαρίας Κασίου στο λαγούτο”.

Μετά ξεκίνησε ο χορός της “Κούπας”. Τον χορό  – ένας “ίσος” – έσυρε στην αρχή ο παπάς κρατώντας την κούπα, ένα πανέρι ψάθινο, ακολουθούμενος από τους επιτρόπους. Αμέσως μετά κάθε ζευγάρι που ήθελε να χορέψει, έβγαινε μπροστά, η γυναίκα έπαιρνε την κούπα, πήγαινε στη κορυφή, ο άντρας  έριχνε μέσα τα χαρτονομίσματα πιάνοντας την με το ένα χέρι και με το άλλο τους υπολοίπους. Το κάθε ζευγάρι, αφού χόρευε το χορό του, έδινε τη θέση του στο επόμενο που έπαιρνε την κούπα με την ίδια διαδικασία. Ο χορός της κούπας, βάστηξε μέχρι τα μεσάνυχτα και κάποια στιγμή όταν τελείωσε αναμείχθησαν οι χορευτές με τους προσκυνητές και άλλοι χοροί.

Κάποια στιγμή πήρα σε μιά άκρη τον Μανώλη και αρχίσαμε να μιλάμε για την κατάσταση των πανηγυριών στο νησί του.

“Την περίοδο των δεκαετιών 1980-1990, τα πανηγύρια στο νησί είχαν περιορισθεί, τόσο στον αριθμό όσο και στη διάρκεια, την συμμετοχή αλλά και το κέφι τους. Στηριζόταν αποκλειστικά και μόνο στους πιστικούς, κάποιους πιστούς και λίγους μερακλήδες. Οι λόγοι  λίγο πολύ γνωστοί. Οι νεολαία οδηγήθηκε προς τους ευρωπαικούς χορούς, την διασκέδαση της πόλης. Τα τελευταία χρόνια τα πράγματα άλλαξαν. Μαζί με τα δυό Λύκεια, υπάρχουν επτά σχολές όπου οι νέοι μαθαίνουν, όχι μόνο τους ντόπιους χορούς αλλά και από όλη την Ελλάδα. Βέβαια τα σκέρτσα, τα τσαλίμια και τις φιγούρες τα μαθαίνει κανείς μόνο όταν χορέψει στα πανηγύρια και παρατηρήσει  τους ντόπιους. Όλοι αυτοί λοιπόν οι νέοι τροφοδότησαν τα πανηγύρια και τους έδωσαν μιά νέα ζωντάνια. Μαζί τους και πολύς λαός που θυμήθηκε τον αυθεντικό τρόπο διασκέδασης.  Σήμερα τα πιο σπουδαία πανηγύρια της Κω είναι του Αη Γιαννιού στην Κέφαλο, όπου φέτος είχε πάνω από 40 καζάνια και τρείς χιλάδες κόσμο, της Αγίας Μαρίνας, του Αγίου Παντελεήμονα και του προφήτη Ηλία, όλα αυτά στα περίχωρα της πολής της Κω, της Παναγιάς στο Λαγούδι την Παρασκευή του Πάσχα και των Αγίων Αποστόλων στην Αντιμάχεια”. Ο  Μανώλης θα μπορούσε να μιλάει με τις ώρες, με τις μέρες για τα πανηγύρια. Είναι η ζωή του και η ζωή της παρέας του. Είναι η ζωή που επιχειρώ να αποτυπώσω κι εγώ πηγαίνοντας εκεί όπου η Ελλάδα ακόμη παίρνει κάποιες ελάχιστες αλλά τόσο ζωτικές αναπνοές. Τις αναπνοές από ίχνη μιάς αλλής ζωής  και αλλονών  πολιτισμών που τις έχουμε τόσο πολύ ανάγκη.


Το πανηγύρι του Αη-Γιαννιού στην Ολυμπο Καρπάθου

Χαράματα στις πεντέμιση το πρωί, το οχηματαγωγό Πρέβελη έδενε στο Διαφάνι, το  επίνειο της Ολύμπου   ( το χωριό στα βόρεια της Καρπάθου, μοναδικό στην ιδιαιτερότητα του πολιτισμού και της παράδοσής του ). Η πιο δύσκολη αποστολή μου βρισκόταν στο ξεκίνημα της… Οι δυσκολίες δεν οφείλονταν τόσο στον όγκο και στην πολυπλοκότητα του εγχειρήματος – να επισκεφθούμε πέντε νησιά σε 15 μέρες – αλλά στην κατάσταση της υγείας μου. Μεσ’ το κατακαλόκαιρο, αμέσως μετά το πανηγύρι της  Αγίας Παρασκευής στη Κύθνο, η μέση μου με ξαναχτύπησε με τις κουζουλάδες που έκαμα.  Το θαύμα της αγίας Παρασκευής δεν βάστηξε και πολύ,  ίσως γιατί κάποια θαύματα βαστούν μόνο τρείς μέρες. Τέσσερεις βδομάδες τάβλα στο κρεβάτι, ο προβληματικός μου σπόνδυλος πίεσε το νεύρο με συνέπεια αφόρητους πόνους και ένα μουδιασμένο αριστερό πόδι. Η θεραπεία ξεκίνησε οσονούπω με σκοπό την πλήρη ετοιμότητα για τα επόμενα ταξίδια που περίμενα πως και πως. Ο φυσιοθεραπευτής μου, ( νάναι καλά )  έκανε ότι μπορούσε για να μπορέσω να σηκωθώ και να περπατήσω, αλλά για μετακίνηση ήταν παρακινδυνευμένο, εγώ προσπαθούσα να τον πείσω ότι αδύνατον να μην πάω στα πανηγύρια που ήθελα, ο καλός μου γιατρός πείστηκε για την σπουδαιότητα του εγχειρήματος και με μια σειρά από προϋποθέσεις μού επέτρεψε τον απόπλου. Μου πέρασε του παράωρου η νέα παλαβάδα, αλλά έτρεμε το φυλοκάρδι μου για μια νέα επιδείνωση. Έπρεπε να ήμουν πολύ προσεκτικός, όχι τίποτα άλλο αλλά για να ολοκληρωθή η έρευνα! Με συνοδοιπόρο και φύλακα άγγελο τον φίλο μου Ηλία Προβόπουλο ξεκίνησα, κι ο Θεός βοηθός!

Η διαδρομή Διαφάνι – Όλυμπος το τοπίο άγριο, γυμνό, πέτρα όπου έφθανε το μάτι σου. Ενας πιό έμπειρος θα διάκρινε παντού, μέχρι τις πιό ψηλές κορφές, υπολείματα από τις πεζούλες, “τα σκάματα”,  όπου κάποια εποχή – όχι πολύ παλιά – κάθε σπιθαμή γης καλλιεργούνταν με δημητριακά και αμπέλια.

Φθάσαμε στην Όλυμπο το πανέμορφο αυτό χωριό που από την εποχή του 1960 έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον και  έχει πολυφωτογραφηθεί από τους σπουδαιότερους Έλληνες και ξένους φωτογράφους (Μπαλάφας, Μάνος, Οικονομόπουλος). Πολύχρωμα πλουμίδια  στην βεράντες των σπιτιών, πολύχρωμα στολίδια και στις φορεσιές κα στα στιβάνια των γυναικών του χωριού. Τους φωτογράφους που γοητεύτηκαν από την άγρια ομορφιά αυτού  του τόπου ακολούθησαν αρχιτέκτονες, εθνολόγοι, λαογράφοι, ανθρωπολόγοι γιατί η Όλυμπος λόγω απομόνωσης διατήρησε όσο κανένα άλλο μέρος του Αιγαίου, την αρχιτεκτονική της, τον λαικό της πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα, γεγονός που την έκανε πεδίο επιστημονικής έρευνας λαμπρό. Δεν είναι τυχαίο ότι  η αφεντιά μου ήθελε πάσει θυσά να έχει την εμπειρία του πλέον ενδιαφέροντος πανηγυριού του Αρχιπέλαγους, του Αη-Γιαννιού στην Βρυκούντα.

Απογευματάκι πήραμε το δρόμο γιά Βρυκούντα αφού πρώτα αφήσαμε το αυτοκίνητο μας στον ενδιάμεσο σταθμό, στην Αυλώνα, τον παλιό  σιτοβολώνα της Βορείας Καρπάθου. Ο αγροτικός οικισμός της Αυλώνας,  μέχρις πριν πενήντα χρόνια, ευρισκόμενος στη μέση ενός εύφορου οροπεδίου, αποτελούσε το κέντρο της γεωργικής ζωής της περιοχής. Και σήμερα ακόμα μπορεί να διακρίνει κανείς ανάμεσα στις πετρόκτιστες μάντρες, τους λεγόμενους “στάβλους”. Στάβλοι λέγονταν οι χαρακτηριστικές αγροικίες της Αυλώνας, που εξασφάλιζαν  την πρόχειρη διαμονή των  Ολυμπίτικων οικογενειών, την εξυπηρέτηση των αγροτικών εργασιών μέχρι και την διαμονή των γεωργικών ζώων ενώ παραδίπλα  το κάθε νοικοκυριό διατηρούσε το οικογενειακό του αλώνι.

Από την Αυλώνα ξεκινάει το μονοπάτι που μετά από μιάμιση ώρα δρόμο φθάνει στον Αη Γιάννη τον Βαπτιστή.  Κόσμος  πολύς, παρέες-παρέες κατέβαινε με τα πόδια το πλακόστρωτο μονοπάτι που παλιά οδηγούσε στην αρχαία πόλη της Βρυκούντας μιά από τις τέσσερεις αρχαίες πόλεις της Καρπάθου. Ανάμεσα στους συνοδοιπόρους,  μερικά στολισμένα γαϊδουρομούλαρα, που τα συνόδευαν ντόπιες γυναίκες ντυμένες με την παραδοσιακή τους φορεσιά,  μεταφέραν τρόφιμα, στρωσίδια και κουβέρτες  για τον βραδυνό ύπνο. Σε κάποια στιγμή η διαδρομή δυσκόλεψε, το πλακόστρωτο χάθηκε καθώς τώρα έπρεπε να διασχίσουμε μιά απότομη χαλικοστρωμένη πλαγιά . Η θέα της θάλασσας και του τελικού προορισμού μας, που μόλις φάνηκε, διασκέδαζε τη ταλαιπωρία μας και την κάψα που εξέπεμπαν τα άγρια γκρίζα βράχια που μας περιτριγύριζαν. Σε λίγο βρισκόμασταν στο προορισμό μας.

Ενα μεγάλο ξύλινο στέγαστρο, καλόγουστα κατασκευασμένο από κορμούς δένδρων δέσποζε στην άκρη του μικρού ακρωτηρίου και χάριζε τη σκιά του στην υπαίθρια τραπεζαρία. Γύρω αμφιθεατρικά σε ειδικά διαμορφωμένες  κλιμακωτές χωμάτινες ταράτσες ο  ντόπιος κόσμος βιαστικά, ψάχνει να βολευτεί, να  ακουμπήσει τα μπαγκάζια του και  να απλώνει τα στρωσίδια  του. Εδώ θα κοιμηθούν μικροί μεγάλοι ο ένας πάνω στον άλλο. Κάποιοι σύγχρονοι νέοι με υπνόσακους και μικρές σκηνές διαλέγουν πιό απόμακρες θέσεις. Τα τρία μικρά πέτρινα κτίσματα, η καντίνα, ο χώρος ντυσίματος των γυναικών και η κουζίνα σφίζουν απο κίνηση. Στην καντίνα έχει στηθεί “καφενείο” και παρέες προθερμαίνονται στις μαντινάδες, οι κοπελιές παραδίπλα δοκιμάζουν τις φορεσιές τους και στο μαγερειό  τα καζάνια αρχίζουν να βράζουν. Μια σκάλα σκαλισμένη πάνω στο βράχο στη κόψη του γκρεμνού, είκοσι μέτρα πάνω απο τη θάλασσα, σε οδηγεί στην σπηλιά εκεί που είναι στεγασμένο το μικρό παρεκκλήσι του Αη-Γιάννη του Βαπτιστή. Μιά μεγάλη σπηλιά χωρητικότητας εξήντα ατόμων με έντονη μυρωδιά υγρασίας που μάταια πάσχιζαν τα μεγάλα βασιλικά και τα λιβάνια να την απαλύνουν. Ένα κάτασπρο τοιχάκι με δυό αρχαίες κολώνες ορίζουν τον χώρο του ιερού και παραδίπλα στο ψαλτήρι οι ψάλτες και  ο πάπα Γιάννης μέσα σε μία ιδιαίτερα κατανυκτική ατμόσφαιρα  έχουν ξεκινήσει τον Εσπερινό.

Αφού ολοκλήρωσα την πρώτη ανίχνευση, βρήκα και γω τη γωνίτσα μου και προσπάθησα για λίγο να ξεκουράσω τη μέση μου που ήδη διαμαρτυρόταν έντονα.

Μιά ώρα αργότερα το φεγγάρι ανέτειλε πάνω από το νησί της Σαρίας, λούζοντας στο φως τις μανάδες που δέναν τα κεφαλομάντηλα των θυγατέρων τους. Σκηνές θεατρικές, απίστευτης ομορφιάς που τις απαθανάτιζα αχόρταγα με τη μηχανή μου. Εν τω μεταξύ ο κόσμος άρχισε να τοποθετείται στους πάγκους για το δείπνο. Τα φαγητά άρχισαν να σερβίρονται με τάξη στα τραπέζια και το δείπνο ξεκίνησε με την ευλογία του παπα-Γιάννη.

Γύρω του είχαν καθίσει οι ψάλτες και κάποιοι ντόπιοι που ξεχώριζαν από τη φυσιογνωμία και την κορμοστασιά τους. Το κοκκινιστό κατσικάκι ήταν σκέτο λουκούμι και φαγώθηκε τάχιστα. Αμέσως μετά   το φαγητό αρχίσαν να ψάλλονται  εκκλησιαστικά απολυτίκια, κάτι που βέβαια πρώτη φορά  συναντούσα σε πανηγύρι – που να ξερα πόσες φορές δεν θα λεγα αυτές τις μέρες στην Ολυμπο, το για πρώτη φορά – και στο τέλος κάθε απολυτίκιου όλοι οι συνδαιτημόνες  άρχισαν να κτυπούν το πιρούνι τους στην άκρη του πιάτου τους, εκδηλώνοντας έτσι, σύμφωνα με τη βυζαντινή, καθώς έμαθα συνήθεια, τη συμμετοχή τους στην κοινή χαρά. Αφού τραγουδηθήκαν τρία-τέσσερα τροπάρια ο παπάς έδωσε το σύνθημα στον πρωτομερακλή να ξεκινήσει το τραγούδι.  Οι οργανοπαίκτες, λυράρης και λαγουτιέρης κούρντισαν τα όργανα και αρχίσαν τους σκοπούς.   Το κύριο χαρακτηριστικό των πανηγυριών της Ολύμπου είναι η αυστηρότητα στην απόλυτη τέλεση της τελετουργίας τους. Τίποτα δεν γίνεται τυχαία και πολύ σπάνια διασαλεύεται  η τάξη, γι’ αυτό και τα καλά γλέντια θεωρούνται αυτά που διεξάγονται  με απόλυτη ησυχία και τάξη.

Το πανηγύρι λοιπόν ξεκίνησε με το “καθιστό γλέντι” και τον λεγόμενο “συρματικό” σκοπό.  Το συρματικό τραγούδι είναι η εισαγωγή στο γλέντι, καθότι τραγούδι με  γνωστούς στίχους, προθερμαίνει τους γλεντιστές της παρέας που ακόμα δεν έχουν έλθει σε ευθυμία. Τα συρματικά που ακουστήκαν περιελάμβαναν   ένα από τον ακριτικό  κύκλο και  ένα εθνικού χαρακτήρα ηρωικό τραγούδι (  “Του Κιτσου η μάνα κάθονταν” και μάλιστα ολόκληρο). Λίγο αργότερα αρχίσαν οι μαντινάδες. Οι μαντινάδες είναι τραγούδια αυτοσχέδια, στιχοπλασίες της στιγμής, που τα τραγουδούν τα μέλη της παρέας ο καθείς με την σειρά του, και που σε δεκαπενταντασύλλαβο στίχο αναφέρονται σε διάφορα “θέματα”, κυρίως εγκωμιαστικά, συναισθηματικά, κοινωνικοί σχολιασμοί, θέματα καθημερινότητας κλπ. Ο  χαρισματικός λυράρης είναι αυτός που πρέπει να συνοδεύει  σωστά τον  σκοπό του κάθε τραγουδιστή, να επαναλαμβάνει δυνατά τους στίχους, ώστε κατόπιν να τους επαναλαμβάνει όλη η παρέα. Συχνά  παρεμβαίνει και αυτός στα θέματα και όταν ο “δημόσιος τραγουδιστικός διάλογος”  φτάνει σε αδιέξοδο αυτός θα δώσει τραγουδιστικά τη λύση ανοίγοντας άλλο θέμα. Η παρουσία του λυράρη είναι πρωταγωνιστική γιατί  τελικά είναι αυτός που βαστάει την παρέα δεμένη και διαμορφώνει το κέφι της. Λυράρης και αρχιγλεντιστής στο πανηγύρι μας ήταν ο Μιχάλης Ζωγραφίδης. Ο Κυρ-Μιχάλης έπιασε για πρώτη φορά λύρα στα χέρια του όταν ήταν μόλις δέκα ετών και σήμερα μισόν περίπου αιώνα μετά αναγνωρίζεται ως ο καλύτερος μαντιναδόρος λυράρης του νησιού, με ρεκόρ συνεχούς παιξίματος τις εικοσιπέντε ώρες! Εξομολογείται για τις μαντινάδες: “Eλάχιστοι είναι αυτοί που μπορούν να παίζουν λύρα και να τραγούδουν αυτοσχέδιες μαντινάδες. Το παν ειναι η μαντινάδα σου να έχει ζουμί, να είναι επίκαιρη και να την φτιάχνεις στη στιγμή. ”.

Καθ’ότι το ενδιαφέρον μου είχε επικεντρωθεί στο περιεχόμενο των  μαντινάδων και στον τρόπο μετάβασης από τον ένα τραγουδιστή στον άλλο, μου είχε διαφύγει ότι γυρω από το τραπέζι είχε αρχίσει ο “κάτω χορός”. Ο κάτω χορός είναι ένας πολύ αργός χορός που τον ξεκινάει διακριτικά ο αρχιγλεντιστής, στην αρχή με μία ντάμα. Τα βήματα του, αργόσυρτα, δύο μπρός ένα πίσω δέν τραβούν καθόλου την προσοχή, καθώς η μιά περιστροφή  γύρω από την κεντρική τραπεζαρία μπορεί να έκανε πάνω από ένα τέταρτο για να ολοκληρωθεί. Σ’ολη τη διάρκεια των μαντινάδων, που βάστηξαν περί τις  δυό ώρες κάθε τόσο προστίθενταν χορευτές στη πίστα, οι άνδρες με τα κανονικά τους ρούχα και οι κοπελιές με τις πολύχρωμες τοπικές φορεσιές τους, τα κεφαλομάντηλά τους και τις “κολαϊνες”  τους.( τα περιδέραια με τα  χρυσά νομίσματα).

Γύρω στα μεσάνυχτα, οι χορευτές είχαν δημιουργήσει ένα τεράστιο ημικύκλιο και παρατεταγμένοι με τα χέρια σταυρωτά βαστούσε  ο καθένας τους παραδίπλα του και με σοβαρή και αυστηρή παρουσία κοίταζαν προς το μέρος των γλεντιστών. Η μουσική παρέμενε να υποστηρίζει τις μαντινάδες, ο χορός παρότι  σταθερά αργόσυρτος άρχισε να καταλαμβάνει σημαντικό χώρο και να πλανιέται έντονα στον αέρα η αίσθηση κάποιας προσμονής. Εκείνη τη στιγμή, κάποιοι ανέβασαν πάνω στο τραπέζι έναν πάγκο και εκεί σκαρφάλωσαν τα προηγούμενα όργανα με την μόλις αφιχθείσα τσαμπούνα του Γιάννη Αντιμισιάδη. Οι μαντινάδες σταμάτησαν και ο χορός πρωτοστατούσης πλέον της τσαμπούνας – που ως γνωστόν ξεσηκώνει τους χορευτές – άρχισε να επιταχύνει.

Μεταξύ του κάτω χορού ή αλλιώς του “σιγανού” και του “πάνω χορού” μεσολαβεί ο “γονατιστός” με δυό τρεις σκοπούς   που στόχο έχει να προθερμάνει τους χορευτές. Ο πρωτοσύρτης  που υπομονετικά επι δυό ώρες οδηγούσε το χορό, τώρα έχει όλη τη ευχέρεια να κάνει όλα τα τσαλιμάκια του, τα τσακίσματά του, τους αυτοσχεδιασμούς  και τις φιγούρες του, χορεύοντας όσες ντάμες είχε δίπλα του. Αφού αποζημειώθηκε με το παραπάνω ήλθε η ώρα να παραχωρήσει την θέση του στον επόμενο. Ο επόμενος είναι πάντα αυτός που βρίσκεται στην άλλη άκρη του χορού. Αυτός αφού πάρει το μήνυμα παίρνει τις ντάμες του – συνήθως δυό τρείς – και πάει μπροστά από τον προηγούμενο πρωτοσύρτη και χορεύει κι αυτός διαδοχικά τις ντάμες του. Μόλις τελειώσει , ειδοποιεί τον επόμενο τελευταίο και ούτω καθ’ εξής οι έσχατοι έσονται πρώτοι.

Το σύστημα αυτό του χορού λέγεται “κάβος”, καθώς έτσι ονομάζεται ο ευρισκόμενος στη θέση του πρωτοσύρτη. Οι χορευτές δεν παραλείπαν βέβαια την ώρα της αλλαγής, να πετούν χαρτονομίσματα στην πίστα, τα οποια κάποιοι μαζεύαν, τα τύλιγαν ρολό και τα βάζαν μέσα σε μιά  φυάλη ουισκιού στα πόδια των μουσικών. Ο κάβος συνεχίστηκε μέχρι τις έξι το πρωί αφού είχε χορέψει όλος ο κόσμος, οπόταν κόπηκε για να  χορέψουν καλαματιανούς, συρτούς, κρητικούς και  άλλους χορούς  που ενθουσίαζαν κυρίως τους νέους χορευτές. Κάτι σαν φασαρία έγινε εκείνη τη ώρα, δέν έδωσα πολύ σημασία γιατί ήμουν μακρυά, αλλά κατά πως με πληροφόρησε ένα ντόπιος, πάντα το κόψιμο του χορού θέλει την προσοχή του, γιατί μπορεί να προσβληθεί ο κάθε “κομένος” που περιμένει ώρες για βγεί στον κάβο. Ο χορός συνεχίστηκε ώς τις οκτώ το πρωί!

Το πρωί μόλις ξύπνησα, με δυό ώρες ύπνο, συνάντησα ένα πλήθος που είχε και αυτό ή κοιμηθεί ελάχιστα ή δεν είχε κοιμηθεί καθόλου, να σηκώνεται από τα στρωσίδια του, οι γυναίκες να ξαναφορούν τις φορεσιές τους και να προετοιμάζεται για τη πρωινή Λειτουργία.

Στο τέλος της, οι προσκυνητές στη σειρά παρέλαβαν τεμάχια άρτου, λουκουμάδες με μέλι – που τηγανίζονταν όλο το βράδυ -, και φέτες από καρπούζι όπως το λέει το έθιμο. Κατά τις έντεκα στρωθήκαμε στο τραπέζι για την πατροπαράδοτη ρεβιθάδα. Άλλες χρονιές επακολουθούσε γλέντι, μαντινάδες και  χορός, αλλά λόγω της αφόρητης ζέστης ο κόσμος έφυγε για να συνεχίσει το βράδυ του Αη-Γιαννιού το πανηγύρι στην Αυλώνα.

Την δεύτερη μέρα της γιορτής πήγαμε και εμείς στην Αυλώνα, γιατί στο χοροστάσι του χωριού θα ολοκληρωνόταν ο τριήμερος εορτασμός. Εκεί στο μοναδικό ταβερνάκι της οικογένειας Λεντάκη, πριν αρχίσει ο χορός, είχα την τύχη να παρευρεθώ σ’ένα αυθόρμητο γλεντάκι ανάμεσα σε μιά δεκαριά ντόπιους Ολυμπίτες. Γύρω από ένα τραπέζι με μεζέδες  και ανάμεσα στα κεράσματα, απόλαυσα τις μαντινάδες όχι σαν κεντρικό θέαμα ενός μεγάλου πανηγυριού, όπως  στην  Βρυκούντα αλλά σαν μία συζήτηση, ανάμεσα στους παρευρισκόμενους. Μιά κανονική τραγουδιστική  κουβέντα με  σεμνούς καθοδηγητές τους  μουσικούς Μανώλη και Βασίλη Κανάκη,  που μετατοπίζονταν χαλαρά από το ένα θέμα στο άλλο, έτσι ώστε να συμμετάσχουν και συνομιλήσουν άπαντες.

Εκεί διαπίστωσα ότι η μουσικότητα, το τραγούδι, η δημιουργία στίχων στιγμιαίας έμπνευσης ήταν ένα συστατικό κομμάτι της “παιδείας” κάθε άνδρα Ολυμπίτη. Γιατί με μεγαλύτερη  ή  πιο περιορισμένη στιχουργική  έμπνευση, καλλίφωνοι ή φάλτσοι, οι Ολυμπίτες με τις μαντινάδες έμαθαν να εκφράζονται και να επικοινωνούν.

Στο χοροστάσι κάποια στιγμή είδαμε κίνηση και δώθηκε το σύνθημα να κατευθυνθούμε κατά κει. Πάνω σε ένα  γιγάντιο τραπέζι φτιαχμένο από μπετό ήταν στημένες οι καρέκλες των μουσικών και γύρω του οι καρέκλες των μερακλήδων. Στην εξέδρα καθόνταν οι χορευτές που αναμέναν να μπουν στο χορό. Η τελευταία μέρα του πανηγυριού ήταν οι μέρα των νέων. Εδώ θα φαινόταν η πρόοδος των νέων χορευτών αλλά και θα πρωτοχόρευαν επίσημα κοριτσάκια κάτω των δέκα με τις καλές φορεσιές  του.

Αρκετές φορές τα πανηγύρια και τα γλέντια που γίνονται μέσα στο χωριό της Ολύμπου και τελειώνουν σε μεταμεσονύχτιες ώρες, εξελισονται σε πατινάδες. Η παρέα των μερακλήδων και γλεντιστών, που βέβαια δεν χόρτασαν από την διασκέδαση,  μαζί με τα όργανα παίρνουν σβάρνα τα στενά, τραγουδώντας μαντινάδες. Άλλοτε η παρέα τραγουδά σε ντόπιους, άλλοτε σε  ξενιτεμένους που γύρισαν στην πατρίδα ή σε νεοφερμένους,  και άλλοτε στις “αγαπητικές” των νέων που συμμετέχαν στις πατινάδες. Η πατινάδα ακουγόταν πάντα ευχάριστα στο χωριό και ποτέ  δεν προκαλούσε δυσανασχέτιση. Τουναντίον πολλές φορές οι νοικοκύρηδες βγαίναν στα μπαλκόνια, και ευχαριστούσαν με λόγια και με κεράσματα,  την παρέα για την τιμή και τη χαρά που τους έκαναν να επισκεφθούν  το σπιτικό τους. Η πιό συγκινητική στιγμή πάντως ήταν όταν η παρέα πέρναγε  ψηλά πάνω από το Νεκροταφείο, οπόταν τραγουδάγαν μαντινάδες γι αυτούς που φύγαν και το κλαμα έπεφτε σύννεφο. Το να προκαλεί ο γλεντιστής με τα στιχάκια του συγκίνηση και κλάμα ήταν στα υπέρ του. Το κύριο όμως ήταν οτι οι φευγάτοι για τον άλλο κόσμο ζούσαν στην μνήμη της παρέας που δεν ήθελε με κανένα τρόπο να τους ξεχάσει.

Την τελευταία βραδυά πριν φύγουμε απο την Ολυμπο περάσαμε από το καφενείο του Αντώνη Ζωγραφίδη – αδελφου του λυράρη -, στην πλατεία του χωριού. Ο κυρ-Αντώνης, αξιοσέβαστο άτομο, μεγάλος τσαμπουνιέρης – του επέτρεψαν  να παίξει τσαμπούνα σε δημοσιο χώρο από τα δεκάεξι του – και σπουδαίος μερακλής, καθόταν με  άλλους  γλεντιστές και σχολιάζαν τα γεγονότα των ημερών, κάναν δηλαδή το γνωστό “κουρέττο”. Μιά τυχαία συνάντηση εκεί με τον πρωταγωνιστή της  παρεξήγησης – αυτής που δεν αντελήφθηκα τα χαράματα στη Βρυκούντα –  του φετεινού πανηγυριού, και ο τρόπος που τον αντιμετώπισε η ομήγυρης ήταν για μας, οτι έπρεπε για να  κατανοήσουμε κατά τον καλύτερο τρόπο την  πεμπτουσία του τρόπου σκέψης, της ιεράρχησης των τοπικών αξιών  και της Ολυμπίτικης τάξης. Ο Γιάννης ένα γλυκό  όμορφο παληκαράκι είκοσι ετών, μεγαλωμένος  στη Γερμανία από Ολυμπίτη μετανάστη, παλιό γλεντιστή, περιμένει πώς και πώς το καλοκαίρι για να παραθερίσει στο χωριό. Φέτος συμμετείχε στο πανηγύρι όπως κάθε χρόνο και είχε την ατυχία, καθώς συμμετείχε στον κάβο, εκεί γύρω στις έξι το πρωί, και ήλθε η ώρα η χορέψει – είχε χορέψει ήδη την πρώτη ντάμα του και περίμενε να χορέψει και τη δεύτερη – να κόψει ο πρωτογλεντιστής τον χορό.  Ο Μιχάλης Ζωγραφίδης, ο μεγάλος  λυράρης που διασκέδαζε χωρις διακοπή  επι πέντε ώρες τους πανηγυριστές, αποφάσισε κείνη την ώρα να το γυρίσει σε καλαματιανό.

Ο Γιάννης και η κοπελιά αντέδρασαν, κατ’ αυτούς κάπως απότομα κατ’ άλλους η δεύτερη τελείως ανάρμοστα, απέναντι στη ψυχή του πανηγυριού. Η παρεξήγηση αποφεύχθη αλλά το γεγονός είχε καταγραφεί. “Κάποιος δικός μας είχε αντιμιλήσει και δεν σεβάστηκε το πρωτοβιολάτορα! ”.  Η ομήγηρη καθώς περνούσε ο Γιάννης από το καφενείο, τον κάλεσε και του έκαμε  παρατηρήσεις  για τη  συμπεριφορά και τη στάση του. Ο Γιάννης πραγματικά συντριμένος από την κριτική, με βουρκωμένα μάτια απολογείτο ότι δεν έβρισαν, απλώς αντέδρασαν, και ότι όλο το χρόνο ζει για να χορέψει το καλοκαίρι στο πανηγύρι όπου τελικά φέτος δεν τα κατάφερε. Και τότε ένας παλιός μερακλης  του λέει αυστηρά: “Και πως τολμάς να ανεβείς στο χορό και να χορέψεις, αφου δεν ξέρεις και πηδάς σαν αρκούδι. Κάτσε μάθε το χορό και μετά  ζήτα  να χορέψεις. Ετσι προσβάλεις και τον εαυτό σου, και την οικογενειά σου αλλά και όλους εμάς καθώς στον  “πάνω χορό” χορεύει όλο το χωριό και αυτός που χορεύει τοσο ατσούμπαλα το προσβάλει ”. Εδώ ο Γιάννης έσπασε, άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Οι αντιδράσεις έδειχναν πόνο και οδύνη για τη προσβολή,  την αδικία γιατί έκανε οτι μπορούσε γιά μάθει καλά τον χορό στη Γερμανία που ζούσε. Στη πίεση απάνω ο Γιάννης ξεφούρνησε  αυτό που ζούνε και νιώθουν οι νέοι στις  σύγχρονες  κοινωνίες. “ Εγώ στο κάτω-κάτω της γραφής δεν θέλω να με κρίνει το χωριό σαν καλό χορευτή, εγώ θέλω να ζήσω την προσωπική μου χαρά χορεύοντας με την παρέα μου”.  Η αντίδραση εδώ από τη γερουσία ήταν καθόλική. Πού ακούστηκε τέτοια απάντηση!

Προφανώς πιά δεν μιλούσαμε για το προσωπικό πρόβλημα του Γιάννη. αλλά για τη σύγκρουση δυό  διαφορετικών πολιτισμών. Του πολιτισμού της ελευθερίας και της ατομικότητας  της Δυτικής κοινωνίας με τον πολιτισμό  της παράδοσης και της τάξης. Της όποιας τάξης διαμόρφωνε η κοινωνία κάθε τόπου. Το πρόβλημα πέρασε το επίπεδο της αντιπαράθεσης και αντιμετωπίσθηκε ευρύτερα. Οι γιαγιάδες που καθόνταν διακριτικά στα σκαλάκια παίρνουν το μέρος του Γιάννη, βλέποντας το παληκαράκι να σπαράζει, αντιμετωπίζουν το γεγονός συναισθηματικά και με μεγάλη κατανόηση. Οι  μερακλήδες άνδρες με την απόλυτη σκληρότητα. Με τάξη, ιεραρχίες, δοκιμασίες και  κανόνες. Δεν μπορεί όποιος και όποιος, “στον χορό του χωριού”, να τραγουδήσει μαντινάδες, να παίξει μουσικά όργανα, να χορέψει αν δεν έχει περάσει εξετάσεις. Η συζήτηση τράβηξε μέχρι άργά τα μεσάνυχτα, μπήκαν και άλλες διαστάσεις. Το “αγαπάω το χωριό και σέβομαι τα έθιμά του” του Γιάννη έπρεπε να ταιριαχθεί, με το “μπορώ να κατανοήσω τους εσωτερικούς του κώδικες, να σέβομαι τους κανόνες που διέπουν όλους τους γλεντιστές,  χωρίς να χάσω τη δυνατότητα να απολαμβάνω τα αισθήματα μου και τις ελευθερίες μου”. Μετά από ώρα συζήτησης εχω την εντύπωση ότι το παληκάρι πήρε τα μήνυματα  και κάποια στιγμή  ελπίζω να πάρει επάξια τη θέση του στον χορό του χωριού. Για  τους δε μερακλήδες και γλεντιστές του χωριού πιστεύω ότι με μιά μεγαλύτερη κατανόηση  και βάζοντας λίγο νερό στο κρασί τους  θα αποτρέψουν  την απομάκρυνση της σημερινής νεολαίας (που έχει άλλωστε τόσες επιλογές)  από τον κορμό της Ολυμπίτικης κοινότητας.

Φεύγοντας απο την Ολυμπο ένιωσα πραγματικά εντυπωσιασμένος από την ιδιαιτερότητα, τον  πλούτο και την ανθεκτικότητα του λαϊκού της πολιτισμού. Παρ’ όλη την δυσαρέσκεια και την ανησυχία των παλιών Ολυμπιτών για το χάσιμο των εθίμων από τις νέες γενιές, η  άψογη οργάνωση  των τελετουργιών του πανηγυρίου και η αθρόα συμμετοχή των ντόπιων και απανταχού Ολυμπιτών, μου δημιούργησαν την εντύπωση οτι καταγράφηκε απερίφραστα η βούληση όλων, η επιβίωση  αυτού του δείγματος  κοινωνικού βίου να μην  αποτελέσει μόνο μιά πράξη στιγμιαίας και νοσταλγικής  επιστροφής  σε ένα κόσμο που χάνεται,  μιά πράξη διατήρησης της ταυτότητας του Ολυμπίτικου παραδοσιακού πολιτισμού, αλλά και  σαν μιά ευκαιρία αναστοχασμού και επαναξιολόγησης των αξιών του σύγχρονού μας πολιτισμού.

Τα πανηγύρια της Ικαριάς.

Έχοντας ολοκληρώσει περίπου τα δύο τρίτα του υλικού  για το βιβλίο μου “Τα πανηγύρια του Αιγαίου”, έπρεπε τώρα να αντιμετωπίσω τις πιό δύσκολες περιπτώσεις. Μία απ’ αυτές ήταν η Ικαρία. Νησί μυθικό, με πανέμορφη φύση, παραλίες με κρυστάλλινα νερά,  με υπερήφανους και ιδιότυπους κατοίκους, με ένδοξη ιστορία, με αριστερό παρελθόν και παρόν, με τον ξακουστό από την αρχαιότητα Πράμνειο Οίνο, ήταν ένας από τους προορισμούς που κάτω από αυτά τα δεδομένα θα έπρεπε να με προσελκύσει από καιρό. Παρ’ όλα αυτά, ένας καταιγισμός από  συγκεχημένες  και αντιφατικές πληροφορίες, με κύριο χαρακτηριστικό την μαζικότητα των πανηγυριών, περί τα 2000 άτομα στο καθένα, τη παρουσία των γκρούβαλων και η μετατροπή τους σε rave partys λειτουργούσαν όλα αυτά αποτρεπτικά για την αφεντιά μου καθώς  τα πανηγυράκια στο Αιγαίο, αυτά που χαιρόμουν, ήταν εκείνα της μικρής κλίμακας. Εκείνα  που οι παρέες μπορούσαν να βρεθούν  αναμετάξυ τους και να τα πούν και να διασκεδάσουν.

Ηλθε λοιπόν η ώρα να πιάσω τον ταύρο απ’ τα κέρατα  και να δώσω απαντήσεις στα ερωτήματα που με απασχολουσαν.

Γιατί σήμερα  η Ικαρία έχει μετατραπεί στη Τζαμάικα του Αιγαίο, το νησί των πανηγυριών;

Θα γίνει η Ικαρία ο προορισμός των rave partys του Αιγαίου;

Τι συμβαίνει στο Χριστό στις Ράχες και αλλού που τα  καταστήματα ανοίγουν   after hour;

Γιατί είναι το μοναδικό νησί όπου σ’ όλα τα πανηγύρια του πληρώνεις για να φάς να πιείς και να χορέψεις;

Ποιά είναι αυτή η ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση των Ικαριωτών και που οφείλεται αυτή η κοσμοθεωρία της ζωής τους;

Πως συμβιβάζεται η θρησκευτικότητα με την κομμουνιστική ιδεολογία των κατοίκων του νησιού;

Με ένα ακαθόριστο συναίσθημα αμηχανίας, περιέργειας, αδημονίας και ελπίδας έφθασα  στην Ικαριά. Πάντα η πρώτη μου προετοιμασία πριν φθάσω σε κάθε νησί  είναι να μελετήσω όλες τις διαθέσιμες στο διαδίκτυο πληροφορίες, αλλά και να έχω εντοπίσει μέσω των γνωριμιών μου τον καταλληλώτερο σύνδεσμο για να με καθοδηγήσει στο νησί. Γιά την Ικαριά, οι πληροφορίες συνέκλιναν στο όνομα Φίλιππος Καρίμαλης,  πυροσβέστης στο επάγγελμα και  με πολλά ενδιαφέροντα.  Το ραντεβού μας στις Ράχες. Μιά παχειά σκιά των πανύψηλων πλατανιών αλλά και  μουριών, ακακιών σκέπαζε ένα μικρό  πλακόστρωτο τριστατο όπου τόνα πλαί στο άλλο βρισκονταν καλόγουστα καφενεδάκια, ταβερνάκια και μπαράκια. Στο ραντεβού μας ο Φίλιππος ήταν σημαντικά καθυστερημένος, και μου φερε στο νου αυτά που λεν για τους Ικαριώτες σε σχέση με την αντιληψή τους για τον χρόνο, καθώς όταν ρωτήσεις έναν Ικαριώτη  «αν έχει ώρα»,  οι  πιθανές απαντήσεις του θα  είναι από το «γιατί, χάπι παίρνεις;» μέχρι το «όχι, τώρα ήρθα». Γνωρίζοντας λοιπόν όλα αυτά, απόλαυσα τον πρωινό καφέ μου και εκανα τις πρωτες ανιχνευτικές βόλτες μου, αφήνοντας σε περίοπτη θέση το Παναμα ψάθινο καπέλο μου, μαζί με την μαύρη τσάντα με τις φωτογραφικές μηχανές, που ήταν  τα σινιάλα της συνάντησης μας.  Περπατώντας μεσ’ το χωριό εντόπισα το εργαστήρι του  φωτογράφου Χρήστου Μαλαχία. Ειχα μάθει για την εξαιρετική δουλειά του, φωτογραφίες μαγευτικές από  το νησί (τοπια, αρχιτεκτονικά θέματα, γιορτές) αλλά  και για ένα μοναδικό φωτογραφικό αρχείο  του από το 1890! Τον γνώρισα, ένας σεμνός, καλλιεργημένος και συμπαθέστατος  Ικαριώτης που ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την έρευνά μου. Μιλήσαμε πολύ ώρα και μου σύστησε μιά σειρά απο σπάνια βιβλία, που βρίσκονταν στο εκθετήριο του μαγαζιού του και τα οποία προμηθεύτηκα πάραυτα. Βέβαια, ο ενθουσιασμός μου έφθασε στη κορύφωση του, όταν ανακάλυψα μια σειρά από  ανεπανάληπτες φωτογραφίες από πανηγύρια την εποχή του Μεσοπόλεμου. Ο Χρήστος μού τις παρεχώρησε δωρεάν, δείχνοντας ένα μικρό δείγμα της Ικαριώτικης νοοτροπίας αλλά και της προσωπικής του γενναιοδωρίας.

Φθάνοντας στο καφενέ είχα πετύχει το ακατόρθωτο. Είχα στήσει – έστω και για πέντε λεπτά – έναν Ικαριώτη που είχε έλθει με μιά ώρα καθυστέρηση. Ο Φίλιππος αφού παρήγειλε τις ρακές και τους μεζέδες ξεκίνησε με ορμή να μου λύνει μία,  μία όλες τις απορίες. Δεν ξέρω πόσες ρακές ήπιαμε αλλά φεύγοντας, θα πέρασαν τρεις-τέσσερεις ώρες, είχα γεμίσει ένα ολόκληρο σημειωματάριο.

Κατ’ αρχάς ξεκίνησε,  χαμογελώντας με το Μανιφέστο της Ικαριώτικης φιλοσοφίας: “ Αφού περνάμε καλά μ’ αυτά που έχουμε, γιατί να σκοτωνόμαστε για να βγάλουμε περισσότερα;”. Τόσο απλά; Πρώτη μου φορά, με τόση συμπύκνωση και σαφήνεια άκουσα αυτό για το οποίο ολόκληρος ο δυτικός καταναλωτικός κόσμος  βασανίζεται και δεν μπορεί να βρει το γιατρικό. Από κει και πέρα η συζήτηση οδηγήθηκε στην ιστορία, τις ασχολίες των κατοίκων και την κοινωνικη οργάνωση του νησιού.

“Η Ικαρία, σε αντίθεση με τα άλλα νησιά του Βορείου Αιγαίου, είναι ένα νησί ορεινό, χωρίς πεδιάδες και προστατευμένα λιμάνια. Από τους Βυζαντινούς χρόνους είχε γίνει τόπος εξορίας των αντιφρονούντων πολιτικών αντιπάλων της Αυτοκρατορίας. Παρ’ όλα αυτα, οι κάτοικοί του χάρις την προκοπή τους είχαν εξασφαλίσει την αυτάρκεια τους ασχολούμενοι με τη κτηνοτροφία και την γεωργία. Οι οικισμοί τους οποίους κατοικούσαν δεν ήταν πυκνοκατοικημένοι αλλά αποτελούντο από σπίτια που γύρω-γυρώ τους είχαν τα μποστάνια τους και την καλλιεργήσιμη γη.

Τα χωριά ήσαν συμπλέγματα από αγροκτήματα με κατοικιές γεγονός που ιστορικά προέκυψε όχι απο την ανάγκη για οχύρωση και για συσπείρωση  αλλά γιά απόκρυψη και παραλλαγή. Στην κτηνοτροφία τρέφονταν  τριών ειδών κατσίκια. Τα δετά, αυτά που ζούσαν στα χωράφια,  πλάι  στο σπίτι και προσέφεραν το γάλα της ημέρας, δεν ξεπερνούσαν τα δεκαπέντε κομμάτια.. Τα κοπαδίσια, που φθάναν τα εκατό, τα παρακολουθούσε ο τσοπάνης, τα κοίμιζε σε στάνες και τα έβοσκε σε άγονες εκτάσεις μακρυά από τα χωριά. Από τα ζώα αξιοποιούσε τα πάντα. Το γάλα, το μαλί, την τρίχα, τις προβιές, την κοπριά και φυσικά το κρέας.  Η τρίτη κατηγορία κατσικιών ήταν τα ρασκά. Αυτά ζούσαν μόνα τους στις κορυφές του Αιθέρα, του ψηλότερου βουνού της Ικαρίας, μόνα τους βρίσκαν τις τροφές στα δάση, μόνα τους αναπαράγονταν. Το μόνο που έκαμε ο Ικαριώτης ήταν να κατασκευάσει γύρω απο τον Αιθέρα μιά μεγάλη πέτρινη μάντρα περιφερειακά από το βουνό για να μην κατεβαίνουν τα ζώα και καταστρέφουν τις καλλιέργειες. Τα ρασκά κατσίκια ήταν μόνο για σφακτάρια. Όποιος ήθελε πήγαινε  στον Αιθέρα και κατέβαζε όσα ζώα ήθελε. Το κρέας της κατσίκας ήταν περισσευούμενο σε κάθε σπίτι, ενώ το ψωμί ήταν λιγοστό, ανάλογα με τη σοδειά.

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του νησιού μας σε σχέση με την ιδιοκτησία ήταν ότι ο κλήρος ήταν μοιρασμένος ισότιμα στους κατοίκους. Στην Ικαρία δεν υπήρχαν μεγαλοτσιφλικάδες ή ακτήμονες. Όλοι είχαν την γή τους. Γι’ αυτό τον λόγο δεν ύπήρχαν και εργάτες που να ξενοδουλεύουν.  Οταν κάποιος είχε ανάγκες εργατικών χεριών, είτε για κάποιο έργο π.χ να κτίσει το σπίτι του, να επισκευάσει μιά αβαρία, ή να μαζέψει βιαστικά κάποιους καρπούς, προσέτρεχε στη βοήθεια των γειτόνων οι οποίοι πρόθυμα βοηθούσαν, και αυτοί με τη σειρά τους όταν το καλούσε η ανάγκη ζητούσαν αντιστοίχως. Αυτή η αμοιβαία αλληλοϋποστήριξη “τ’ ανεβούθιο ή αλλαξά” όπως το λένε στην Ικαρία ήταν ένας από τους κοινωνικούς θεσμούς που υπάρχουν από τα παλιά χρόνια. Σπάνια κυκλοφορούσε χρήμα στο νησί, αφού οι περισσότερες συναλλαγές γινόνταν με ανταλλαγές αγαθών και εργασίας. Λέγεται ότι όταν έρχονταν επισκέπτες στο νησί τούς αφαιρούσαν τα χρήματα γιά να μην μολυνθούν οι ντόπιοι από την λογική του χρήματος και τους τα επέστρεφαν όταν αναχωρούσαν. Τους χάριζαν ό,τι επιθυμούσαν, μπορεί να μην επωφελείτο το νησί,  αλλά το Χρήμα δεν πέρναγε. Γι’ αυτό κι ο Κάρολος Μαρξ μίλησε στα βιβλία του για το κοινωνικό σύστημα της Ικαρίας…”.

Η αλήθεια είναι ότι κάποια απ’ τα τελευταία τα αγνοούσα παντελώς, και μου φανήκαν μάλιστα και λίγο υπερβολικά. Tι σχέση είχε ο Κάρολος Μάρξ, που όλη του τη ζωή την πέρασε στις Βιβλιοθήκες του Βορρά με την ξεχασμένη κι απ’τον Θεό Ικαρία;  Χαιρετηθήκαμε με τον Φίλιππο και δώσαμε ραντεβού για  την επομένη στα δυό πανηγυρια που είχα προγραμματίσει  να επισκεφθώ στα Μανδριά και στο Καραβόσταμο. Θα είχα όλη την ευκαιρία μέχρις τότε να ανατρέξω στη βιβλιογραφία μου για επιβεβαίωση. Όπερ και εγένετο. Έπεσα με τα μούτρα στο διάβασμα στα “Λαογραφικά της Ικαρίας” και πολύ γρήγορα διαπίστωνα τα εξής.  Στα μέσα του 19ου αιώνα ο Γάλλος κοινωνιολόγος Etienne Cabet (1788-1856) γράφει το περίφημο βιβλίο του “ Un voyage en Icarie”, όπου περιγάφει ένα ιδιόρυθμο σοσιαλιστικό σύστημα, βασισμένο στα πρότυπα της της Ικαριακής πολιτείας. Δεν αποκλείεται ο Μαρξ να τον συνάντησε και να εντυπωσιάστηκε από τις πληροφορίες που έλαβε από τον συνάδελφό του.

Οπόταν το επόμενο ερώτημα που τίθεται τελικά είναι,  τη τετραετία του 1947-1950 όταν το νησί τους έγινε τόπος εκτοπισμού γιά δεκατρείς χιλιάδες πολιτικούς εξόριστους, ποιοί ήταν αυτοί που γινήκαν πιό σοφοί κοινωνικά απο την γνωριμία, οι ταπεινοί κάτοικοι του νησιού ή οι επωνυμοι κομμουνιστές (Μάνος Κατράκης, Μίκης Θοδωράκης, Μανώλης Αναγνωστάκης και άλλοι πολλοί) που μέσα στη δυστυχία τους ανακάλυψαν το πραγματοποιημένο “Ουτοπικό Σοσιαλισμό” τους;

Aυτό που είναι σίγουρο πάντως είναι ότι η Ελληνική πολιτεία μέχρι τουλάχιστο τα μέσα της δεκαετίας του 1980 είχε διαγράψει από τα κατάστιχά της, την  Ικαριά. Ελάχιστοι πόροι διατέθηκαν για το κόκκινο νησί. Χωρίς καμιά κρατική υποστήριξη, οι Ικαριώτες «δεν το βάζουν κάτω». Με απόφαση της Νομαρχίας στις αρχές του 1960, την περίοδο της μεγάλης φτώχειας, μετεξελίσσουν τις παλιές εκκλησιαστικές επιτροπές σε Συλλόγους με σκοπό να βοηθήσουν τις πάμπτωχες μικρές κοινότητες του νησιού. Στρέφονται  στους πολυάριθμους συγγενείς και φίλους τους και μετατρέπουν τα πανηγύρια τους από απλές κοινοβιακές γιορτές που ήταν άλλοτε, σε μέσο χρηματοδότησης.

Στα πανηγύρια οι επισκέπτες πληρώνουν για να μαζευτούν χρήματα για κοινωφελή έργα. Ετσι  κατασκευάζουν μόνοι τους τα διάφορα έργα που είχε ανάγκη το κάθε χωριό, τους αγροτικούς δρόμους, τα υδραγωγεία,  τις πλατείες, τα  λιμανάκια, κηρύσσοντας βέβαια γενική επιστράτευση. Οι μόνιμοι κάτοικοι παρατούσαν τις δουλειές τους και πρόσφεραν εθελοντική εργασία, οι μετανάστες προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να βρίσκονται στο χωριό τους τις μέρες του πανηγυριού και να βοηθήσουν με χρήματα και με δουλειά.

Ακόμα και οι Άγιοι συμμετείχαν δεχόμενοι ευχαρίστως να αλλάζουν τις γιορτές τους για να συμπίπτουν όλες μαζί στους μήνες του καλοκαιριού, που θα ερχόταν ο κόσμος και θα είχαν την απαραίτητη μαζικότητα και επιτυχία τα πανηγύρια.

Αυτός  ο τρόπος οργάνωσης και η ιδιαίτερη φυσιογνωμία που διατηρούν μέχρι σήμερα τα πανηγύρια της Ικαρίας, χρονολογούνται από εκείνη την μεταπολεμική περίοδο.

Οι μεγαλύτερες απ’ όλες τις συγκεντρώσεις γινόντανε στα παναγύρια. Κάθε  χωριό που γιόρταζε μιά φορά το χρόνο τον Άγιό του, έκαμε και παναγύρι. Σ’ αυτό ερχόντανε προσκυνητές, πανηγυριώτες απ’ όλα τα χωριά. Τα φαγητά ήτανε το κατσίκι ρασκό βραστό, ζουμί, κράσι και ψωμί. Το φαγητό πήγαινε με την “πρόθεση”. Κάθε πρόθεση, που κόστιζε ένα ποσό ορισμένο, είχε: μιά οκά κρέας βραστό, ένα ψωμί οκαδιάρικο, και κρασί και ζουμί όσο ήθελε κανείς.

Την παραμονή στην εκκλησία είχεν εσπερινό, αφ’ τις δέκα κι’ εκεί ολονύκτια αγρυπνία και συνέχεια η λειτουργιά. Ερχόντανε κι οι παπάδες αφ’ τ’ άλλα χωριά και κάνανε συλλείτουργο. Απολείτουργα αρχινούσε το παναγύρι. Κάθε εκκλησά είχε ούλα της τα νοικοκυριά γιά το παναγύρι. Τέσσερα-πέντε μεγάλα καζάνια, κουταλοπέρονα και τσανάκια ντόπια, πήλινα, χωστά, για το ζουμί. Από βραδίς τοιμάζανε τους καζανότοπους, σ’ ένα σόϋρο χωράφι, κατ’ αφ’ τον αυλόγυρο της εκκλησίας και στήσανε τα καζάνια στα πυρομάχια. Ύστερις στρώνανε πρόχειρους πάγκους. Είχεν η εκκλησά δικόν της κερεστέ, τάβλες, σανίδες μεγάλες. Βάλλανε τάκους-πέτρες από κάτω στο ύψος του σκαμνιού.

Ηγέμιζεν ο αυλόγυρος και  η πλατέα από δαύτες. Όλοι σειράϊλα καθόνταν στους πάγκους. Κάθε φαμίλια έπαιρνε την πρόθεσή της κι οι κεραστάδες, με γεμάτους τους κουβάδες, σ’ άλλους κρασί και σ’άλλους ζουμίν γυρίζανε ανάμεσα στις τάβλες και μοιράζανε κρασί και ζουμί κατά θέληση. Όλους με τη σειρά τους περετούσανε. Το πανηγύρι γινότανε υπέρ της εκκλησάς. Οι παπάδες κι οι προθεσάριοι τρώγανε δωρεάν. Ύστερα  αφ’ το φαγοπότι αρχινούσεν ο καριώτικος χορός ίσαμε την νύχτα.

Η ωραιότερη συγκέντρωση των Ικαρίων είναι ανήμερα τη Λαμπρή, στην τράπεζα της αγάπης. Σε κάθε χωριό μαζεβγόντανε όλοι  μικροί μεγάλοι γύρω-γύρω σε μιά τράπεζα και τρώανε. Τα φαγητά είναι παναγυρίσα, κρέας ρασκό κατσίκι βραστό, ζουμί και κρασί. Τα κατσίκια τα προσφέρουν οι τσοπάνηδες κι οι άλλοι χωριανοί το ψωμί και το κρασί. Νοιώθαμε την ανάγκη όλο το χωριό να ζούσαν, χρονιάρα μέρα, σαν μιά οικογένεια. Όσα μαλώματα και κοντρέστα και να είχαν συναμετάξυ τους, τα σάζανε με το φιλίν της αγάπης”.

Μ’ αυτόν τον ποιητικό τρόπο και αποτυπωμένα με την χαρακτηριστική ικαριώτικη ντοπιολαλιά περιγράφει ο Αλέξης Πουλιανός στον πρώτο τόμο της έκδοσης “Λαογραφικά της Ικαρίας” τα πανηγύρια του νησιού στα μέσα του 20ού  αιώνα. Εξήντα χρόνια  αργότερα,  πολύ λίγα πράγματα έχουν αλλάξει στον τρόπο τέλεσης των πανηγυριών και στην σχέση των κατοίκων του νησιού, πράγματα που διαπίστωσα την επόμενη  νύχτα.

Αφού το διάβασμα μού έλυσε τις περισσότερες απορίες μου, επισκέφθηκα τα δυό πανηγύρια μιά ώρα δρόμος απόσταση μεταξύ τους. Στο πρώτο στα Μανδριά έπαιζε βιολί ο  περίφημος Δημήτρης Πουλής, ο επονομαζόμενος Σκάντζακας, κορυφαίος στο είδος, ενώ στο Καραβόσταμο μιά κομπανία νέων εκπαιδευτικών με βιολί, λαγούτο και κιθάρα. Και στα δυό η ορχήστρα βρίσκονταν στη μέση του χώρου ενώ πολύ κοντά της ήταν τοποθετημένος ο μπουφές, όπου τα ψητά κρέατα τυλιγμένα σε λαδόκολλες κατέφταναν μέσα σε μεγάλα τελάρα, ενώ σε ένα μεγάλο καζάνι έβραζε ο ζωμός της κατσίκας.  Μπροστά στην κουζίνα ο κόσμος περίμενε ουρά για να εφοδιασθεί το φαγητό του.  Βραστό, ψητό, κρασί, σαλάτες αλλά και γλυκά  μπακλαβά και κανταΐφι. Οι δίσκοι πηγαινοέρχονταν αδιακόπως ενώ ο Πράμνειος οίνος – κόκκινο κρασί από τις ντόπιες ποικιλίες, Φωκιανό, Συρίκι και Κούντουρο – έρεε άφθονος παντού. Πολλοί είχαν φέρει  κάποιους δικούς τους μεζέδες και δικό τους κρασί που το κέρναγαν στις γύρω παρέες.

Στην αρχή οι μουσικοί παίξαν τους ευρωπαικους χορούς – έθιμο που τηρείται στα περισσότερα νησιά  του Αιγαίου –  το φοξ αγκλε, το ταγκό, χορούς που φέραν οι μετανάστες ή οι ναυτικοί. Ακολουθούν οι μπάλοι, οι συρτοί και οι καρσιλαμάδες. Αμέσως μετά ο ικαριώτικος χορός!

Με το που ακούστηκε η πρώτη δοξαριά του χορού μέσα σε δευτερόλεπτα γέμισε η πίστα, κι χορευτές αγκαλιασμένοι ο ένας  με τον άλλον σφιχτά στους ώμους χορεύουν τον ικαριώτικο, τον χορό με τον οποίο εκστασιάζονται ντόπιοι και «ξένοι». Καθαρά οργανικός χορός, χωρίς στίχους, με οκτώ βήματα, με το χαρακτηριστικά όμορφο πέρασμα του αριστερού ποδιού  πίσω από το δεξί και με τις πολλές παραλλαγές. Αρχικά ο χορός είναι κυκλικός, μετά γίνεται σπείρα, που κλείνει προς τα μέσα για να χωρέσουν όλοι, και σε λίγο, δημιουργείται ένα πέλαγος από χορευτές που δεν ξέρεις από που αρχίζει και που τελειώνει. Κάποια στιγμή δεν υπάρχει άνθρωπος να μην χορεύει. Η πλειοψηφία Ικαριώτες ντόπιοι, ή απ’ την Αθήνα, ηλικίας 20 με 30 χρονών, και πολύ λιγώτεροι ξένοι.

Ακόμα και αυτοί που δεν γνωρίζουν  σηκώνονται να ρίξουν μια στροφή. Τους παρασέρνει η δίνη των ξέφρενων χορευτών. Δεν χρειάζεται κανείς να ξέρει τα βήματα, απλώς ακολουθεί με τα μάτια κλειστά και τα πόδια αφημένα στο ρυθμό του βιολιού. Ο ικαριώτικος μπορεί να βαστήξει και μιά ώρα, οπόταν είναι οι κατάλληλη στιγμή να κτυπήσουν οι “γκρούβαλοι”. Πρόκεται για ένα “απόκτημα” των τελευταίων ετών για την Ικαρία! Ένα πλήθος Ελλήνων τουριστών που κατασκηνώνουν επί μήνες  στην Ικαρία, αναρχικών αρκετές φορές ανησυχιών, που πάνε στα πανηγύρια και όταν οι ντόπιοι σηκωθούν να χορέψουν εφορμούν στα τραπέζια και τρώνε τζάμπα τα φαγητά του κόσμου. Άλλοτε αντιμετωπίζονται με χιούμουρ, αλλοτε όμως βιαίως, κατά πως μου εξιστόρησαν οι Ικαριώτες.

Απο τα δυό πανηγύρια χάρηκα πιό πολύ το δεύτερο, γιατί γινόταν μέσα σε μιά πλατιά ρεματιά με πολλά πλατάνια και είχε περισσότερο κέφι. Κατά τα ξημερώματα χορεύτηκε ο χορός, “πως το τρίβουν το πιπέρι”, ένας χορός που ανήκει στη κατηγορία των μιμιτικών. Στην αρχή το χορεύουν ο ένας πίσω από τον άλλον, με τα χέρια, το ένα κάτω από τα σκέλια του μπροστινού και το άλλο κάτω από τα δικά του, και προχωρούν με αργούς βηματισμούς.  Μετά κυλιόνται  καταγής συμφωνα με τους στίχους του τραγουδιού και τις κινήσεις του πρωτοχορευτή, για δείξουν πως μπορούν να τρίψουν το …πιπέρι!

Απ’ ότι συζήτησα με τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου Αιθέρας – ο Θοδωρής Ανδρίτης ένας συμπαθέστατος Ικαριώτης –  όπου έμενα στην Εύδηλο, τα πανηγύρια που γίνονται στην Ικαριά είναι εκατοντάδες, τα περισσότερα τον Αύγουστο, την δε μέρα της Παναγιάς ξεπερνούν τα δέκα σ’ όλο το νησί. Το καθένα με τις ιδιομορφίες του και τα χαρακτηριστικά του. Ο Θοδωρής μου έλυσε και το τελευταίο ερώτημα. Το θέμα της ιδιότυπης λειτουργίας των καταστημάτων στη νησί έχει σχέση με τις πολλαπλές ασχολίες που έχουν οι Ικαριώτες και με το πότε αδειάζουν απ’ τις δουλειές τους  για να πάνε να τα ανοίξουν. Αποτέλεσμα: τα after hour μαγαζιά της Ικαριάς ανοίγουν γύρω στα μεσάνυχτα για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των ντόπιων, αφού κι αυτοί πολύ αργά έχουν γυρίσει από τα χωράφια και τις ασχολίες τους, και εκείνη την ώρα πάνε για να ψωνίσουν τα χρειαζούμενα. Πέρα όμως απ’ αυτή την μεταμεσονύκτια λειτουργία των καταστημάτων για τους ντόπιους, οι μαγαζάτορες έχουν προσαρμόσει το ωράριο λειτουργίας τους και σύμφωνα με τις ανάγκες της αγοράς. Έτσι, όταν έφτασα κατάκοπος ταξιδιώτης με το πλοίο στις πέντε το πρωί, μετά από ένα οκτάωρο ταξίδι, βρήκα ανοικτό ένα καφενείο όπου έφαγα ζεστούς λουκουμάδες και φρεσκοφτιαγμένο  ρυζόγαλο.

Φεύγοντας από το νησί έμεινα  εντυπωσιασμένος, από το δαιμονισμένο πάθος των Ικαριωτών να διασκεδάζουν και να γλεντούν στα πανηγύρια τους. Κυρίως όμως από το γεγονός ότι αυτή η στάση αντανακλά έναν τοπικό πολιτισμό που ανέπτυξε εξαιρετικές δομές κοινωνικής οργάνωσης με θεμέλια την κοινωνική συνοχή, την εναλλακτική επιχειρηματικότητα και τον αντικαταναλωτικό τρόπο ζωής. Γιατί όλες αυτές οι κοινωνικές συμπεριφορές  βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο των διεθνών τάσεων της εναλλακτικής οικονομίας  και εναλλακτικών κοινωνιών που αναπτύσονται στα πλαίσια της διεθνούς κρίσης. Ισως η Ικαρία κάτω από ορισμένες συνθήκες  και με ένα επεργασμένο σχέδιο να μπορέσει δύο αιώνες μετά απο το  “voyage en Icarie” να ανανεώσει τον Μύθο της,  και να γίνει ένα παγκόσμιο κέντρο προβληματισμού των  εναλλακτικών πολιτικών και δράσεων.

Περί γαστρονομίας στοχασμοί και άλλες ιστορίες

Στο πρόσφατο  ερευνητικό ταξίδι  μου για τα πανηγύρια του Αιγαίου συμπορεύτηκα με τον Δημήτρη Ρουσουνέλο από τη Μύκονο. Ηταν μιά συγκλονιστική εμπειρία, σ’ ένα ακατοίκητο νησί καταμεσής στο πέλαγος. Η αγριάδα του τοπίου, η δυσκολία πρόσβασης, το ξωκκλήσι φωλιασμένο μέσα σε σπηλιά, οι  ολίγοι μυημένοι πανηγυράδες που ξεκινούσαν από τα γύρω νησιά για να το επισκεφθούν, η μυσταγωγία της Αγίας Λειτουργίας,  η ποικιλία των εδεσμάτων που φέραν μαζί τους οι προσκυνητές αλλά και το γερό φαγοπότι δημιούργησαν ένα μοναδικό σκηνικό. Ηταν τόσο έντονη και συγκινητική η ατμόσφαιρα,   που μετά από τριάντα χρόνια, εγώ, ο αμαρτωλός κοινώνησα.

“Μα δεν έχω νηστέψει, ούτε έχω ζητήσει συγχώρεση από αυτούς που ταλαιπωρώ” προφασίσθηκα στον Μπαμπέλη τον ξακουστό τσαμπουνιέρη των Κυκλάδων. “Πέρασες θάλασσα κι η θάλασσα ξέπλυνε όλες τις αμαρτίες. Έλα να κοινωνήσεις μαζί μας”. Όπερ και εγένετο. Ήταν αυτή η ίδια κουβέντα -όπως μου είπε αργότερα ο Δημήτρης, που είχε πει προ πενταετίας ο παπα-Ευλόγιος κι ήταν η αφορμή να κοινωνήσει κι εκείνος ύστερα από 35 ολόκληρα χρόνια, σ’ ένα έρημο νησί στη μέση του Αρχιπελάγους, «ενώπιος ενωπίω ο καθένας με την αλήθεια του και τις …ξεπλυμένες του αμαρτίες».

Οι μεζέδες που απολαύσαμε ήταν απίστευτοι. Από τα συμβατικά παραδοσιακά φαγητά των πανηγυριών, την αίγα την βραστή, σκέτο λουκούμι, τις πίτες, τους κεφτέδες, τις σαλάτες περάσαμε στα μυκονιάτα τοπικά προιόντα, την λούζα, τα λουκάνικα, την κοπανιστή, την τυροβολιά και κατόπιν στις ειδικές συνταγές που με περίσσια φροντίδα προετοίμασαν οι πανηγυράδες ή οι γυναίκες τους, οι οποίες σημειωτέον δεν προσέρχονται στο πανηγύρι.

Στην κατηγορία αυτή συμπεριελήφθησαν τα ορτυκοπόδαρα ομελέτα, αγριοκούνελο κρασάτο, η σμέρνα του Μπαμπέλη κομμένη σε μουρέλα (=ροδέλες) ψημένη στα κάρβουνα και άλλα πολλά. Τέλος στην κατηγορία των delicatessen, διάφορα ψάρια ωμά, μαριναρισμένα, η ελληνική εκδοχή του σούσι, και το αυγοτάραχο του λούτσου, ροδισμένο σε βούτυρο πάνω σε φύλλα φασκόμηλου, η ανεπανάληπτη αυτή συνταγή του Δημήτρη. Απ’ όλα είχε ο μπαχτσές.

Το γλέντι  που ακολούθησε, δεν μας εμπόδισε, παράλληλα με τους  διάφορους σχολιασμούς, να προβληματισθούμε για το πως θα μπορούσαμε να δημοσιεύσουμε την πανηγυρική μας εμπειρία χωρίς να μαρτυρήσουμε την ευλαβική και μυσταγωγική τελετουργία σε (ανεπιθύμητα μεγάλο) πλήθος επισκεπτών. Το θέμα θα επελύετο τηλεφωνικώς αφού θα είχε προηγηθεί μιά πιό ώριμη και νηφάλια σκέψη.

Οι μέρες πέρασαν και η τηλεφωνική επικοινωνία με τον Δημήτρη γιά μιά εβδομάδα ήταν αδύνατη. Δεν απαντούσε. Ανησύχησα.

Ωσπου, μόλις προχθές μπήκα στο blog του www.karvouna.wordpress.com και κατάλαβα. Όλον αυτό τον καιρό έγραφε το εξαιρετικό κείμενο που παρουσίασε, στην συνάντηση της Σαντορίνης με θέμα “Από το φάβα της γριάς, στη φάβα παγωτο”.  Με αφορμή την εκδήλωση αυτή που διοργάνωσε  ο αεικίνητος Κώστας Κωσταντινίδης του Ηλιοτόπου και ο ακούραστος και χαλκέντερος Γιώργος Χατζηγιαννάκης του εστιατορίου Σελήνη, ο Δημήτρης κατέθεσε όσο πιό μεστά, ξεκάθαρα – αποκαλυπτικά θα έλεγα – την θέση του για την ελληνική γαστρονονομία. Ενα κείμενο γεμάτο συγκίνηση απο τις αναμνήσεις του απο τις μαγειρικές της  μάνας του που μόλις πρόσφατα έχασε, γεμάτο περίσκεψη για την αξιοποίηση  των τοπικών προιόντων και αγωνία για το μέλλον και την εξέλιξη των τοπικών γαστρονομιών. Ηταν ένα συγκλονιστικό κείμενο. Υποκλίθηκα.

Τις απόψεις του τις γνώριζα καθώς τις άκουγα πυκνά-συχνά, ειδικά  όταν πεταγόμουν από τη Πάρο στη Μύκονο για ένα πρωινό με μυκονιάτικα λουκάνικα και κοπανιστή στου Μπακόγια, στο Γιαλό και τις ενστερνιζόμουνα απολύτως. Η ποικιλότητα της φύσης αντιστοιχεί και στην αντίστοιχη ποικιλότητα των γαστρονομικών πολιτισμών. Χαιρόμουν να τον βλέπω, να μιλάμε για όλα αυτά, να επικοινωνώ με μιά αδελφή ψυχή. Θυμάμαι την χαρά μου όταν του μετέφερα της τελευταίες ταξιδιωτικές μου εμπειρίες και αυτός τις τελευταίες του μαγειρικές.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά την τελευταία μας συζήτηση, και την διαπίστωση οτι ακόμα κι αυτές οι τοπικές κουζίνες δεν είναι ομοιογενείς, γιατί κι αυτές εξαρτώνται από τα τοπικά προιόντα, όπως στο τελευταίο ταξίδι μου  στην Νάξο όπου ανεκάλυψα δυό χωριά σε απόσταση  μόλις τριών χιλιομέτρων να έχουν τελείως διαφορετική κουζίνα. Το πεδίνο χωριό να στηρίζεται στο μοσχάρι και το βούτυρο και το ορεινό στο λάδι και το κατσίκι.

Με αφορμή αυτές τις σκέψεις καταθέτω κι εγώ την τελευταία παρέμβαση μου στο συνέδριο “Τουρισμός πολιτισμός, μιά νέα προσέγγιση” που διοργάνωσαν από κοινού οι βουλευτές Μ. Τσόκλη  προεδρος του ΚΤΕ Τουρισμού και η Π.Ζούνη  του ΚΤΕ Πολιτισμού, πριν ένα μήνα στην Ελληνική Βουλή.

Θέμα της ομιλίας μου, πιό άλλο, ο γαστρονομικος τουρισμός που θα στηριχθεί στο τρίπτυχο “τόποι – προιόντα – γαστρονομικοί πολιτισμοί”. Το κείμενο αυτό δεν έχει την ποιητική δύναμη του Δημήτρη. Είναι πιό τεχνοκρατικό και διαχειριστικό, πιστεύω όμως βάζει κι αυτό το πετραδάκι του στον γενικό προβληματισμό.

Κυρίες και κύριοι

Το θέμα που θα παρουσιάσω δεν αφορά στη διαχείρηση ή ανάδειξη κάποιων μεγάλων πολιτιστικών αγαθών, ή την αξιοποίηση κάποιων εξαιρετικών μνημείων της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Θα ασχοληθούμε, με κάτι πολύ πιο ταπεινό, με την ελληνική γαστρονομία που όμως έχει  τις δυνατότητες να αποτελέσει έναν από τους πιό καθοριστικούς  και αντιπροσωπευτικούς πρεσβευτές του τουρισμού μας, ασκώντας στην χώρα μας και το εξωτερικό την “διπλωματία της γαστρονομίας”.

Τη γαστρονομία, που τα τελευταία χρόνια είναι αλήθεια βρίσκεται  σε μία άνθηση, μιάς και δεκάδες έντυπα και δημοσιογράφοι  ασχολούνται μαζί της. Η προσέγγισή μας όμως δεν θα γίνει με όρους  life style, όρους πρόσκαιρων μοδών και τάσεων, ούτε με όρους marketing αλλά με μιά ευρύτερη αντιμετώπιση, προσδοκώντας την   ολιστική διαχείριση της.

Θα επιχειρηθεί η σύνδεση της γαστρονομίας με την πρωτογενή παραγωγή κάθε τόπου, με τις καλλιέργιές του, με τα χαρακτηριστικά τοπικά προιόντα, την τοπική κουζίνα, την οινοποιία, τα ήθη, τα έθιμα, τις παραγωγικές και τις τελετουργικες διαδικασίες, δηλαδή τον γαστρονομικό πολιτισμό κάθε τόπου και φυσικά  θα αποπειραθεί η διασύνδεσή  της με τον τουρισμό.

Ο παγκόσμιος τουρισμός τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζεται από δυό κυρίαρχες τάσεις. Η μία, είναι η τάση συγκέντρωσης του οργανωμένου τουρισμού σε όλο και λιγώτερες εταιρείες που αναπτύσονται στη βάση του χαμηλώτερου κόστους διακοπών, και απ’ την άλλη, στην ανάπτυξη των χρηστών του διαδικτύου που εντοπίζουν μόνοι τους τον επιθυμητό τους προορισμό. H χρήση του διαδικτύου γιά την εξευρεση του τουριστικού προορισμού ξεκίνησε δειλά-δειλά πριν είκοσι  χρόνια και σήμερα καταλαμβάνει το 25% της παγκοσμίου αγοράς , μιά τάση που χρόνο με τον χρόνο,  αυξάνεται γιατί νέες κοινωνικές ομάδες, μεσαίων εισοδημάτων και υψηλού μορφωτικού επιπέδου,  θέλουν να γνωρίσουν τις λεπτομέρειες πίσω από τις φευγαλέες εικόνες. Οι  ψαγμένοι αυτοί περιηγητές, έχουν αρκετά χρήματα, αλλά παράλληλα έχουν ευαισθησίες σχετικά με το περιβάλλον, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τους τοπικούς πολιτισμούς και την πολυπολιτισμικότητα. Τους Bobos,  (σύντμηση του bourgeois-boheme) όπως ονομάστηκαν, τους γοητεύουν οι πολιτιστικές κληρονομιές, οι τοπικές γαστρονομίες, η συναναστροφή με τους ανθρώπους της χώρας που επισκέπτονται, και απεχθάνονται τον εγκλεισμό τους στα άσυλα των all inclussive ξενοδοχείων.

Με βάση τα νέα  δεδομένα της παγκοσμιοποίησης του τουρισμού, είναι προφανές ότι κάθε τόπος για να επιβιώσει τουριστικά θα

πρέπει να κάνει ότι είναι δυνατόν προκειμένου να διαφοροποιηθεί και να προβάλλει τη δική του μοναδική ταυτότητα. Μια ταυτότητα που θα πρέπει να εστιασθεί σ’ αυτό που θα αναδεικνύει την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του συγκεκριμένου τόπου.

H τοπική γαστρονομία  κάθε τόπου, δεν αποτελεί μόνον μια έκφραση γευστικής ταυτότητας, μια παράμετρο της πολιτιστικής κληρονομιάς, μιά ευκαιρία ανάπτυξης του πρωτογενούς τομέα με προιόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, αλλά θα μπορούσε να αποτελέσει ένα σαφέστατο συγκριτικό πλεονέκτημα και μια σημαντική πηγή πόρων για τον τουρισμό και για την τοπική  οικονομία του γενικώτερα.

Μην μας διαφεύγει ότι η γαστρονομία, ακόμη και αν δεν είναι το πρώτο κριτήριο επιλογής των επισκεπτών της χώρας μας, είναι από  τα πρώτα κριτήρια αξιολόγησης όμως όταν φεύγουν. Δεν υπάρχει ένας επισκέπτης, ο οποίος θα έρθει στην Ελλάδα, που δεν θα φάει και δε θα πιεί. Είτε έρθουν μισή μέρα, είτε έρθουν δέκα μέρες, εννοείται, θα έχουν μία εμπειρία. Ο στόχος μας  θα πρέπει να είναι αυτή η εμπειρία να είναι όσο το δυνατόν πιο εντυπωσιακή.

Το ζητούμενο λοιπόν είναι πώς με βάση τα τοπικά εποχιακά υλικά και τις παραδοσιακές συνταγές θα συγκροτηθεί μιά  σύγχρονη τοπική κουζίνα ή πολλές φορές όπου μπορεί να εξελιχθεί  και σε δημιουργική, που προσαρμοσμένη στις συγχρονες διατροφικές συνθήκες, θα προσφέρεται απο πιστοποιημένους επαγγελματίες και θα δίνει γαστρονομικές απολαύσεις στους πολυάριθμους επισκέπτες κάθε τόπου.

Η  παγκοσμιοποίηση των διατροφικών συνηθειών, αλλά και η προβολή κάποιων “εθνικών” γεύσεων (ρετσίνα, φέτα, μουσακάς, σουβλάκι) σε συνδιασμό με την φορκλορική και με ευτελή κλισέ, αντίμετωπιση της ελληνικής γαστρονομίας, παραγκώνησε έναν τεράστιο πλούτο, τοπικών κουζίνων και τοπικών τυπικών προιόντων. Με ξεχασμένο όνομα, ανώνυμα και παραγνωρισμένα, χωρίς τον απαραίτητο μύθο, τα προϊόντα της περιφέρειας, παρ’ όλες τις αναμφισβήτητες αρετές τους, βρίσκονταν στα τέλη του 20 αιώνα στα όρια της εξαφάνισης. Και μαζί τους, οι καλλιέργιες μικρής κλίμακας, τα κτηνοτροφικά προϊόντα, οι βιοτεχνίες μεταποίησης που συγκρατούσαν τον αγροτικό κόσμο στον τόπο του.

Τα τελευταία είκοσι χρόνια ξεκίνησε δειλά-δειλά μιά προσπάθεια ανακάλυψης και ανάδειξης του εγκαταλειμένου κοιτάσματος του γαστρονομικού πλούτου των περιφερειών της χώρας. Μιά μικρή ήρεμη επανάσταση που κλιμακώνεται παντού. Τα εκατοντάδες βιβλία γύρω από τις τοπικές κουζίνες, η ανάδειξη των τοπικών ποικιλιών στα κρασιά, των τοπικών τυπικών κτηνοτροφικών προιόντων, από τυροκομικά (δεκάδες ιδιότυπα τυριά υπάρχουν για παράδειγμα μόνο στη μικρή περιφέρεια  των Κυκλάδων όπως η γραβιέρα και το αρσενικό Νάξου, η κοπανιστή  Μυκόνου,  η μανούρα της Σίφνου, το σκοτύρι και το νιώτικο απο την Ιο, το χλωροτύρι στη Σαντορίνη, η ξυνομυζήθρα στη Πάρο), η ανάπτυξη μικρών  βιοτεχνιών τυποποίησης τοπικών προιόντων, οι συναντήσεις καλλιεργητών για ανταλλαγή τοπικών σπόρων και ή επανακαλλιέργειά τους, η  δημιουργία  σχετικών μουσείων τοπικών προιόντων,  τα φεστιβάλ προβολής τοπικών προιόντων, η αναγέννηση των τοπικών πανηγυριών, οι δημιουργία των δρόμων του κρασιού, της ελιάς και τέλος μια σειρά πρωτοβουλιών  των παραγωγικών τάξεων και εξειδικευμένων φορέων, γύρω απ’ αυτά, είναι κάποια  δείγματα αυτής της μεταστροφής. Στο χώρο των κέντρων εστίασης είτε σε εστιατόρεια, ταβέρνες, gourmet restaurant αλλά και σε ένα μεγάλο αριθμό ξενοδοχείων η αναφορά σε ελληνικές τοπικές γεύσεις, ανεξαρτήτως του τρόπου διαχείρησης και χρήσης επιβεβαιώνουν τη τάση. Τέλος,   δημιουργοί, δημοσιογράφοι και φίλοι της γαστρονομίας ανταλάσσουν απόψεις και προβληματισμούς ψάχνοντας να βρουν νοήματα και  ουσιαστικό περιεχόμενο πίσω απο την λαμπερή και επιφανειακή   πλευρά των πραγμάτων

Οι τοπικές κοινωνίες, οι επαγγελματίες και γενικώτερα οι καταναλωτές ωριμάζουν και  είναι έτοιμοι να υποστηρίξουν το  νέο εγχειρημα.

Εκείνο που απαιτείται αυτή τη στιγμή, σε πρώτη φάση, είναι η οργάνωση όλων αυτών των προσπαθειών κάτω από μιά ομπρέλα που θα συγκροτήσει το γαστρονομικό χαρτοφυλάκιο κάθε τόπου ( βιβλιογραφία, μελέτες, καλλιεργιες τοπικών ποικιλιών, τοπικά αγροτικά προιόντα, προιόντα μεταποίησης, τοπικές βιοτεχνίες, οινοποιεία, ταβέρνες,  εστιατόρια, γαστρονομικά δρώμενα και φεστιβάλ, γαστρονομικούς δημιουργούς κλπ) και θα υλοποιήσει την αξιολόγηση των  προιόντων και  των υπηρεσιών. Σε δεύτερη φάση, θα πρέπει να ακολουθήσει το στάδιο της εξωστρέφειας, ένα συγκροτημένο πρόγραμμα επικοινωνίας μέσω της δημιουργίας διαδικτυακών τόπων, εκδόσεων, εντύπων και ενεργειών δημοσιότητας σε στοχευμένους αποδέκτες.

Η σύνδεση του τουρισμού και της γαστρονομίας με τα τοπικά προιόντα και τις τοπικές καλλιέργιες έχει και μία άλλη σπουδαιότητα όχι μικρότερης σημασίας. Η επιβίωση και η ανάπτυξη, κατά τη  γνώμη μου, του πρωτογενούς τομέα ταυτίζεται εκτός της σχέσης με τη διαφύλαξη του φυσικού  περιβάλλοντος – γιατί καθε κομματι καλλιεργημένης γης που εγκαταλείπεται ή γίνεται οικόπεδο ή ερημοποιείται – με την διατήρηση των  επαγγελμάτων των αμπελοκαλλιεργητών, των γεωργών, των κτηνοτρόφων, των ψαράδων που ειναι και  οι τελευταίοι “φιλόσοφοι”, αυτοί που κατέχουν όσο κανείς τα μυστικά της φύσης, της γης, του κύκλου της ζωής. Η σοφία των ανθρώπων αυτών μπορεί να είναι ένα γερό αντίβαρο στις σημερινές νοοτροπίες του καταναλωτισμού και της εφήμερης και πρόσκαιρης επιτυχίας. Οι άνθρωποι της υπαίθρου ξέρουν την ζωή, ξέρουν να περιμένουν. Χρειαζόμαστε την γνώση τους.Η υποστήριξή τους και κοινωνική τους ανάδειξη είναι πρώτης τάξεως προτεραιότητα.

Το όλο αυτό εγχείρημα, της σύνδεσης της γαστρονομίας με τον Τουρισμό δεν θα είναι περίπατος. Γιά  να έχει ένα θετικό αποτέλεσμα θα πρέπει η Πολιτεία να προσεγγίσει το θέμα, απ’ όλες τις πλευρές με την απαραίτητη σοβαρότητα,  η  δε τοπική αυτοδιοίκηση να το υποστηρίξει εξίσου αποτελεσματικά.  Οι “δημιουργοί της υπαίθρου”  να  κατανοήσουν οτι πρέπει να παράγουν προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας (κυρίως ντόπιες ποκιλίες) και όχι προϊόντα εντατικών καλλιεργίων που υποσκελίζονται εύκολα από τα αντίστοιχα φθηνώτερα τρίτων χωρών και οι εστιάτορες και οι ξενοδόχοι να στηρίξουν τους παραγωγούς των ποιοτικών τοπικών προϊόντων, δεσμευόμενοι όλοι μεταξύ τους ότι θα τηρήσουν τα τοπικά σύμφωνα ποιότητας που θα καθορίζουν τις αμοιβαίες δεσμεύσεις τους ως προς την ποιότητα.

Τέλος οι εμείς οι Ελληνες καταναλωτές πρώτοι  πρέπει να επιβραβεύουμε  όλες τις καλές προσπάθειες.    Η αξιοποίηση  του γαστρονομικού μας πλούτου θα γίνει μόνον αν θεωρήσουμε ότι αφορά πρώτα και κύρια τον εαυτό μας, την ποιότητα της ζωής μας,  και τον πολιτισμό  της καθημερινότητάς μας. Γιατί η διατροφή μην ξεχνάμε,  δεν είναι μόνο ανάγκη αλλά και τελετουργία, μνήμες και βιώματα, τεχνικές πρακτικές αλλά και ευχαρίστηση, δεν έχει μόνο τις  θρεπτικές και υγιεινές διαστάσεις  αλλά εμπεριέχει και τη  χαρά, το γλεντοκόπι, το  πανηγύρι,  τις ανθρώπινες σχέσεις και σε τελευταία ανάλυση τη φιλοσοφία της ζωής μας, όπως τη λέει ο Οδυσσέας Ελύτης:

“Εμείς βλέπουμε την ώρα κατά πως μας αρέσει κι ας λεν τα Γκρίνουιτς”


Ιουλίου 2021
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

cover4.gif

paros-cover.gif