Archive Page 2

Mιά πανηγυρική βραδυά στις παγωμένες Βρυξέλλες

Την  Παρασκευή 20 Γενουαρίου 2012,  τρεις σημαντικοί ελληνικοί σύλλογοι των Βρυξελλών, ο Σύλλογος των Φίλων της Πάρου, το Λύκειον Ελληνίδων  Βρυξελλών και ο σύλλογος Ηπειρωτών Βελγίου παρουσίασαν το βιβλίο του Γιώργου Πίττα “Πανηγύρια στο Αιγαίο” στα πλαίσια ενός γιορταστικού δείπνου στο εστιατόριο “Au repos de Chasseurs”.

Την πρωτοβουλία  είχαν  αρχικώς οι “Φίλοι της Πάρου”, που  συνεργάστηκαν με το Λυκειο Ελληνίδων για την οργάνωση της εκδήλωσης και στη συνέχεια με τον σύλλογο Ηπειρωτών.

Οι τρεις σύλλογοι  δραστηριοποιούνται συνοπτικά ως εξής:

Οι Φίλοι της Πάρου είναι μιά μη κερδοσκοπική οργάνωση που ιδρύθηκε πριν 10 χρόνια απο Παριανούς και ανθρώπους που αγαπούν, παραθερίζουν και είναι δεμένοι με το νησί. Με τις δράσεις τους και τις πρωτοβουλίες τους προσπαθούν να συμβάλλουν στην διατήρηση της φυσιογνωμίας του  και στην ισόρροπη και αειφόρο ανάπτυξή του.

Το Λύκειο των Ελληνίδων  Βρυξελλών που ιδρύθηκε το 1992 στα πλαίσια της εξάπλωσης του θεσμού του Λυκείου των Ελληνίδων, συμπληρώνει είκοσι χρόνια δυναμικής παρουσίας στην πρωτεύουσα της ενωμένης Ευρώπης. Όλα αυτά τα χρόνια, με κύριο όπλο την αξιοποίηση του ενιαίου πνεύματος  του Ελληνισμού και το γόνιμο χαρακτήρα της ελληνικής παράδοσης, καταξίωσαν το Λύκειο και του έδωσαν μιά ξεχωριστή ανάμεσα στους πολιτιστικούς συλλόγους του Βελγίου. Ο Σύλλογος των Ηπειρωτών Βελγίου που συμπλήρωσε τριάντα χρόνια από την ίδρυσή του,  αγκαλιάζοντας τους απόδημους Ηπειρώτες του Βελγίου, προσπαθεί με πρωτοπόρες ενέργειες όπως έκδοση εφημερίδας με ευρωπαική εμβέλεια, η διοργάνωση φεστιβάλ κλασικής μουσικής, οι θεατρικές παραστάσεις και οι  μουσικοχορευτικές εκδηλώσεις, να διατηρήσει και να διαδόσει την πολιτιστική μας κληρονομιά.

Χάρης Μαρτίνος, Βλάσης Σφυρόερας, Γιώργος Βλαντάς από τους "Φίλους", η Λίτσα Τομαρά απο το Λύκειο και ο Θύμιος Μποκιάς απο τους Ηπειρώτες. Η χαρά της συναδέλφωσης είναι έκδηλη.

Η αξια πρόεδρος Λυκείου Ελληνίδων Λίτσα Τομαρά, καλωσόρισε τους προσκαλεσμένους που γέμισαν ασφυκτικά την αίθουσα και μεταξύ άλλων στάθηκε στο γεγονός ότι η παρουσίαση του βιβλίου  “Πανηγυρια στο Αιγαίο” προκάλεσε  τη συνεργασία για πρώτη φορά των τριών συλλόγων, ενώ οι πρόεδροι των “Φίλων” Γιώργος Βλαντάς και των Ηπειρωτών, Θύμιος Μποκιάς συμπλήρωσαν  με σύντομους χαιρετισμούς, την διάθεσή τους για νέες κοινές δράσεις.

Στη συνέχεια  ο Γιώργος Πίττας, χαιρετώντας την παρουσία του κόσμου και το γεγονός την σύμπραξης των συλλόγων μίλησε για το νόημα και το περιεχόμενο του βιβλίου του αλλά και  τη σημασία της περιοδεύσας ομώνυμης έκθεσης, τόσο στην Ελλάδα όσο και το εξωτερικό. Τιμώντας αρκετούς Βέλγους προσκαλεσμενους μίλησε στη γαλλική γλώσσα και μεταξύ άλλων είπε τα εξής:

 

Ικαριώτικο πανηγύρι.

Cheres amies

Je suis tres heureux d’ etre  a cette soiree organize par  le Lykeion Ellinidon, les “amies de Paros” et l’ Association des Eperotes du Belgique.

Ayant le bonneur et la chance de presenter ici mon dernier livre, a part son interret scientifique, ou son interret comme guide de moeurs et de coutumes des iles greques, ce livre  avec son contenu et ses 400 photos ce n’ est qu’ une preuve eclatant, que dans la Grece de  la crise, il existe toujours l’ autre  Grece,  celle de la cultule, la Greece eternelle.  Des societes locales qui continuent de vivre avec un grand respect envers les traditions, qui travaillent avec amour la terre, qui ont un degree tres eleve de coherence sociale et surtout, malgre la misere et l’ angoise  nationale, ils vivent et celebrent leurs fetes religieuses avec une joie dionysiaque.

Le livre «Panigyria sto Aigaio» est une etude syr le terrain  d’ un aspect tres imprortant de la tradition populaire grecque. C’ est le resultat d’une longue recherché de  vingt annees et qui a comme but, la empreinte de cette immense richesse qui fait partie de la  culture traditionelle….

Περιφορά του ταύρου στο πανηγύρι του Αγίου Χαραλάμπους στη Λέσβο.

… Les panigyria sont les moments uniques dans la vie sociale des habitants des iles de la mer d’Aigee, parce que ils concentrent, comme evenements sociaux, une extreme vitalite et une immense diversite de elements culturels. Ainsi  la experience  d’ un panigyri,  devient  automatiquement une experience totale du pays en question…

Le paysage, , le voyage a pied avec les croyants a travers des endroits de beautee unique, la situation de l’ eglise et l’ importance architecturale de batiments, le type de l’ organization de la fete, la preparation du repas par des gents qui travailent pendant des jours volonterement, et qui offent des produits de leur travail gratuit –la viande de betes, les fromages, les legumes, le vin-  avec un esprit d’ unaminite exemlaire, les dances, la musique, les chancons, les actes symboliques et les ceremonies rituelles,  creent une experience extraordinairement  unique!…

Πατινάδα στην Ολυμπο της Καρπάθου.

… Les panigyria des 30 iles que je decrits dans mon livre, ont entre eux beaucoup de recemblances mais aussi assez de differenciations dues aux conditions socials et historiques de chaque ile. Malgre les changement cosmohistoriques qui ont ete faits aux societees des iles, changement qui ont trasforme une grande partie de  l’ indentite culturelle,   les  panigyria des iles de la mer d’ Aigee continuent a vivre, a exister et nous envoyer meme quelques messages. Dans ces petits ilots de vie social on peut redecouvrir de valeurs et des sences.   et peut etre quelques reponses contre la civilization mondialise qui va nous detruire et aneantir.

En depit de l’ hypocricie des frequantations socials conteporaines, et de fuites de voyages virtuels, les panigyria viennent nous rappeler que la vrai vie existe. C’ est la vie avec les autres. Les panigyria c’est un hymne a la vie, a la joie et au depassement de limites de la realite  conteporaine…

Η πρόεδρος του Λυκείου Ελληνίδων Βρυξελλών Λίτσα Τομαρά και η υπεύθυνη καλλιτεχνικών και χορευτικών τμημάτων Μαρία Καραχάλιου καμαρώνουν τους χορευτές τους

Mετά την ομιλία ακολούθησε ένα slideshow απο τα σπουδαιότερα πανηγύρια του Αιγαίου και αμέσως μετά άρχισε ο χορός με τις χορεύτριες του Λυκείου, που ντυμένες παραδοσιακές φορεσιές χόρεψαν σκοπούς του Αιγαίου όπως συρτούς, μπάλους, ικαριώτικο, σούστα. Σημειωτέον οτι το χορευτικό τμήμα  του Λυκείου συμμετέχουν  καθημερινώς πάνω απο 40 άτομα και εκτός των Ελλήνων υπάρχει συμμετοχή και Πολωνών, Πορτογάλων, Βέλγων και άλλων εθνοτήτων. Ιδιαίτερα συγκινητική  ήταν η παρουσία μιάς Βελγίδας χορεύτριας, την συγκεκριμένη βραδυά,  ντυμένη με τοπική φορεσιά χόρευε μαζί με τις Ελληνίδες.

.

Την ώρα του Δείπνου προβάλλοντο εικόνες από ενα slideshow διάρκειας 45 λεπτων με χαμηλή ενταση μουσικής όπου προβάλλονταν όλα τα πανηγύρια του βιβλίου.

Ο χορός σε ρυθμούς συρτού

Μετά το γεύμα μιά ομάδα Ελλήνων νέων Μουσικών, Θοδωρής Μέρμιγκας (τραγούδι κιθάρα), Ασπασία Στρατηγού (τραγούδι), Δήμος Βουγιούκας (ακορντεόν), Σταύρος Κουσκουρίδας (κλαρίνο)που είχαν έλθει ειδικά απο την Αθήνα δημιούργησαν μιά εξαιρετική ατμόσφαιρα και σήκωσαν τους προσκαλέσμένους στην πίστα.

Ενα επιπλέον κομμάτι με προβολή  φωτογραφικού υλικού, που εστιάζετο στο νόημα των πανηγυριών σήμερα και ειχε προβλεφθεί για το τέλος, δεν χρειάστηκε να παρουσιασθεί γιατί το μάθημα είχε ήδη εμπεδωθεί… Όλη η κατάμεστη αίθουσα με τους 150 καλεσμένους  είχε στήσει το δικό της πανηγύρι.

Τα πανηγύρια, ο ύμνος στη κοινωνική ζωή, στη μοιρασμένη χαρά και στην υπέρβαση των ορίων της πραγματικότητας συνεχίζουν το ταξίδι τους.

Εγκάρδιες ευχές για τις γιορτές και την προσωπική μας αναγέννηση!

χρόνια πολλά

Παράδοσης συνέχεια… “Τα πανηγύρια στο Αιγαίο” στο Βυζαντινό Μουσείο.

Μπορεί ο Γιώργος Πίττας να ναι ένας  ταξιδευτής του Αιγαίου, ένας ερευνητής του αρχιπελάγους που προσπαθεί από τα τελευταία οχυρά της παράδοσης να αντλεί νοήματα και συμπεράσματα, δεν παύει όμως κι αυτός να δημιουργεί την δική του παράδοση, Μιά παράδοση που λέει ότι κάθε φορά την ημέρα που παρουσιάζει τα βιβλία του στην Αθήνα, να συμβαίνουν συγκλονιστικά γεγονότα, που εκτός των άλλων,  δημιουργούν προβλήματα και στην βιβλιοπαρουσίαση του. Στα “Σημάδια του Αιγαίου” Ιούνιο του 2007 είχε καύσωνα στην Αθήνα -40 βαθμοί- και καιγόταν η μισή Ελλάδα, ενώ στην επόμενη παρουσίαση, της Αθηναϊκής ταβέρνας, Νοέμβριος του 2009 καιγόταν η Αθήνα από τις διαδηλώσεις. Αυτή τη φορά, οι απίστευτες πολιτικές εξελίξεις, με τις παράλληλες πορείες στο Σύνταγμα, το μποτιλιάρισμα γύρω από τη Βουλή και το κλείσιμο των σταθμών του Μετρό σε Σύνταγμα και Ευαγγελισμό, αλλά πρωτίστως το “κουρέλι ηθικό και τα νεύρα τσατάλια” δημιούργησαν όλες τις  δυσοίωνες προυποθέσεις για μιά  Μητσοτάκικη έκβαση.

Το αγωνιστικό φρόνιμα όμως των πανηγυριστών, των φίλων και των πιστών του συγγραφέα και των πανηγυριών ανέτρεψαν κάθε αρνητική πρόβλεψη. Παρ’ ολη την αρχική αμηχανία,  350 γενναίοι Αθηναίοι  κατέφθασαν , και  αψηφώντας τις τεχνικές δυσκολίες,  την εθνική κατήφια, το γενικώτερο πολιτικό μπάχαλο    γέμισαν τον χώρο της βιβλιοπαρουσίασης στο Βυζαντινό Μουσείο. Η είσοδος του κοινού έγινε μέσα απο τις μοναδικές σε εκθέματα και άψογη μουσειολογική οργάνωση αίθουσες του Βυζαντινού Μουσείου έτσι ώστε οι επισκέπτες να προετοιμασθούν για την  παρουσίαση των  πανηγυριών, των  σύγχρονων  αυτών εκφράσεων θρησκευτικής λατρείας.

Τους υποδέχθηκαν  στην πρώτη  αίθουσα της έκθεσης τα γλυπτά του αρχιτέκτονα Γ. Χαϊδόπουλου με αναπαραστάσεις μουσικών, το φωτογραφικό υλικό του Γιώργου Πίττα  με θέμα “Τα πανηγύρια στο Αιγαίο” εκτεθειμένο σε δεκάδες μπάνερ –ένα μπάνερ για καθένα νησί-  ενώ ο κορυφαίος  Νίκος Οικονομίδης με τη Κυριακή Σπανού σκόρπιζε με το βιολί του μουσικές που δημιούργησαν τις πρώτες νότες απο  το πανηγυρικό κλίμα.

Σε μιά άλλη αίθουσα οι αδελφοί Ρεφενέδες, με την τσαμπούνα και το τουμπί διασκέδαζαν τους πιό σκληροπυρηνικούς φίλους των πανηγυριών.

Κάποια στιγμή όταν μαζεύτηκε ο κόσμος και είχε προετοιμασθεί από τα θεάματα και τα ακούσματα ξεκίνησε η βιβλιοπαρουσίαση.  Παραθέτουμε κάποια αποσπάσματα των ομιλητών:

Μιράντα Τερζοπουλου. Λαογράφος-Εθνολόγος

“Λιγοστά πράματα δίνουνε θροφή στην καρδιά μας, κι άνθρωπος που δεν δίνει θροφή στην καρδιά μας δεν τον λογαριάζω για άνθρωπο. Κι εγώ σπουδασμένος είμαι, μα κατάλαβα πως δεν είναι σωστό η σπουδή να ξεραίνει την καρδιά μας, παρά εμείς οι άνθρωποι πρέπει να δίνουμε πνοή και γλυκύτητα στη γνώση μας”.  Εγραφε ο Φώτης Κοντογλου κι εγω τα ξαναθυμήθηκα γιατί διαβάζοντας το βιβλίο του  Γιώργου Πίττα, εκτός που ταξίδεψα, έμαθα, έζησα ή ξανάζησα πράγματα πολύτιμα για μένα από μια Ελλάδα που αλλάζει μα δεν χάνεται, ένιωσα πως διαβάζω ένα τέτοιο βιβλίο, απ’ αυτά που δίνουνε θροφή όχι μόνο στο πνεύμα μα και στην καρδιά μας.  Κι αυτό δεν είναι καθόλου μα καθόλου εύκολο.

 

Μπήλιω Τσουκαλά. Δημοσιογραφος

Νομίζω πως ο Γιώργος δεν θα είχε γράψει κανένα από τα βιβλία του, εάν δεν διακατεχόταν από ένα μεγάλο πάθος. Να ψάχνει και να βρίσκει την αλήθεια των πραγμάτων. Τους αληθινούς τόπους, τους αυθεντικούς ανθρώπους, τα ειλικρινή συναισθήματα. Τέτοια ακριβώς που εντόπισε στα Πανηγύρια του Αιγαίου, όταν παληκαράκι 20 ετών την κοπάνισε από τη βάρδια στο πλοίο όπου υπηρετούσε ναύτης τότε, και πήγε με έναν κληρούχα φίλο του σε ένα πανηγυράκι στη Σίφνο.  Ερωτεύτηκε από τότε τα Πανηγύρια και τον κόσμο τους. …Φαίνεται, πως η αλήθεια των πραγμάτων δεν είναι κάτι που μπορεί κανείς να εντοπίσει όταν αποτελεί μέρος τους. Γι’ αυτό, ο Πίττας μπόρεσε και έκανε όλη αυτή τη σπουδαία δουλειά.  Γιατί, χωρίς να του ανήκει, μπήκε ψυχή τε και σώματι σε αυτό το σύμπαν, όπου το πάν-εγείρεται, και  με καθαρό μυαλό  το κατέγραψε με σεβασμό και αγάπη.

Λάμπρος Λιάβας, Εθνομουσικολόγος

Κάτι ανάλογο επιχειρεί και ο Γιώργος Πίττας σ’ αυτό το βιβλίο του, επιλέγοντας να αφουγκραστεί τον παλμό του Αιγαίου μέσα από την τελετουργία του πανηγυριού, στα μέρη εκείνα όπου η Ελλάδα ακόμη αντιστέκεται και επιμένει. Με την παρέα, την ομάδα, την κοινότητα να προβάλουν, να επιβεβαιώνουν, να διεκδικούν την ταυτότητά τους και να αρνούνται να υποβιβάσουν το συλλογικό γλέντι σε αγοραία «διασκέδαση» (σκόρπισμα δηλ.) ή σε φολκλορική φιέστα, όπως συχνά γίνεται στις μέρες μας.

Μέσα από το πανηγύρι, το τραγούδι, η μουσική και ο χορός (ως ομοούσιος και αδιαίρετη τριάδα του λαϊκού μας πολιτισμού) αποκτούν έναν ισχυρό συμβολικό χαρακτήρα. Αναγορεύονται σε κατεξοχήν σύμβολα ταυτότητας, σε σημεία αναφοράς, συνδετικούς κρίκους της ομάδας, τεκμήρια της  συλλογικής δημιουργικής ικανότητας, θεματοφύλακες της ιστορικής μνήμης. Δεν είναι μεμονωμένα και ξεκάρφωτα, αλλά εντάσσονται λειτουργικά στην κοινή ζωή και δράση. Ικανοποιώντας την ανάγκη του ανθρώπου να βρει σύμβολα, κώδικες και συμπεριφορές που θα του επιτρέψουν να φέρει στην επιφάνεια, να εκφράσει δημόσια, να μοιραστεί, να ακουμπήσει τα βαθύτερα συναισθήματά του.

Θα μπορούσαμε να εστιάσουμε σε πολλά ειδικότερα σημεία και θέματα που θίγει και αναδεικνύει στις σελίδες του, αλλά δεν θα ήθελα να καταχραστώ και τον χρόνο των υπολοίπων ομιλητών. Επιτρέψτε μου λοιπόν να καταλήξω ανακαλώντας ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα που υπογράμμισα στο κείμενο του Γιώργου Πίττα και που θεωρώ ότι συνοψίζει το περιεχόμενο της σκέψης του και την ποιότητα του προβληματισμού του:

“Η συνάντηση της Ανατολής με τη Δύση, του παρελθόντος με το παρόν, του παγκόσμιου με το τοπικό, της παράδοσης με τη νεωτερικότητα μπορεί να δημιουργήσει νέες πραγματικότητες τόσο στο χώρο της τέχνης όσο και της κοινωνικής ζωής. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι παντού, ως αντιστάθμισμα της ραγδαίας παγκοσμιοποίησης και της πολιτιστικής ομογενοποίησης, παρατηρείται μια έντονη στροφή προς τη διερεύνηση και την επανερμηνεία του κόσμου της παράδοσης και των τοπικών πολιτισμών, στην κατεύθυνση δημιουργίας νέου συστήματος αξιών και νέας πολιτιστικής ταυτότητας… Στην υποκρισία των σύγχρονων κοινωνικών συναναστροφών και στη φυγή των «εικονικών» ταξιδιών, τα πανηγύρια έρχονται να μας υπενθυμίσουν ότι υπάρχει και η ζωή. Η ζωή μαζί με τους άλλους”.

Έτσι καταλήγει ο Γιώργος Πίττας, αυτό είναι το μήνυμα ζωής που μας απευθύνει μέσα από το καινούργιο βιβλίο του κι όσοι έχουν αυτιά ας το ακούσουν.

Tέλος ο Γιώργος Πίττας αναφέρθηκε στο πως και στο γιατί του βιβλίου του:

Δεν ξέρω γιατί, αλλά η έκδοση του βιβλίου αυτού ήταν κάτι πολύ σημαντικό για τη ζωή μου.

Εδώ και χρόνια έβλεπα το κακό να πλησιάζει. Τους ανθρώπους των πόλεων να ακολουθούν την προσωπική τους ευδαιμονική την  ζωή και την  παραληρηματική τους επιδειξιομανία. Να υποτιμάται συνεχώς η αγάπη για τον τόπο, τον δημόσιο χώρο, το περιβάλλον, το κοινό συμφέρον. Τα υλικά αγάθα, τα lifestyle σύμβολα, τα δήθεν, οι ωφελιμιστικες κοινωνικότητες, να παραγκωνίζουν οτιδήποτε δημιουργικό και κοινωνικά ευαίσθητο.

Κι έπαιρνα τους δρόμους …ή σωστότερα τις θάλασσες… ψάχνοντας να βρω ίχνη αληθινής  ζωής, στιγμές χαράς, στιγμιότυπα συλλογικής υπέρβασης. Να εντοπίσω ανθρώπους γενναιόδωρους, διαποτισμένους από κάποιες κοινές αρχές, στοιχειωδώς πατριώτες, με την έννοια που να λες πατρίδα και να μην ντρέπεσαι. Ανθρώπους που αν και πικραμένοι, αγαπούν τον τόπο τους, τη δουλειά τους, τον κοινωνικό τους περίγυρο, τα πανηγύρια τους.

Είναι προφανές οτι στα ταξίδια μου αυτά, είδα αυτά που μπορούσα να δω, γιατί η ζωή δεν είναι ό,τι βλέπεις, αλλά ό,τι εσύ προβάλλεις σ΄ αυτήν: “H ζωή είναι αυτό που την κάνουμε να είναι. Τα ταξίδια είναι οι ίδιοι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που βλέπουμε, είναι αυτό που είμαστε” έλεγε ο Φερνάντο Πεσσόα και προφανώς αυτή η ρήση αφορούσε και την αφεντιά μου.

Ο Γιώργος Πίττας στο τέλος της βιβλιοπαρουσίασης ευχαρίστησε  όλους τους συντελεστές ( του βιβλίου, της έκθεσης, της εκδήλωσης), αλλά  και όλους όσους τον βοήθησαν κατά την διάρκεια της έρευνας που απ’ ότι φάνηκε  ήσαν πάρα πολλοί, έδωσε το μήνυμα για τους μεζέδες και για ένα ποτήρι κρασί ενώ ανανέωσε το ραντεβού στα πανηγύρια πιά του  επόμενου καλοκαιριού.

«Aς κρατήσουν οι χοροί…» με χορούς ελεύθερους και κυκλωτικούς στα πανηγύρια του Αιγαίου.

Η εισήγηση του Εθνομουσικολόγου Λάμπρου Λιάβα στη βιβλιοπαρουσίαση των «Πανηγυριών στο Αιγαιο».

Πριν δύο περίπου χρόνια, είχαμε την ευκαιρία να εκτιμήσουμε και να θαυμάσουμε την ευαισθησία, το μεράκι και τη μεθοδικότητα του Γιώργου Πίττα στην προσέγγιση και την καταγραφή του λαϊκού μας πολιτισμού, μέσα από το εξαιρετικό βιβλίο του για την αθηναϊκή ταβέρνα. Σήμερα, υποδεχόμαστε, με ακόμη μεγαλύτερο ενθουσιασμό, το νέο του πνευματικό παιδί, καρπό συστηματικής μελέτης και έρευνας σ’ έναν χώρο εξίσου γοητευτικό αλλ’ ακόμη πιο σύνθετο κι «επικίνδυνο», γι’ αυτό και δύσκολο και προκλητικό για εκείνον που θα επιχειρήσει μια τέτοια προσπάθεια. Κυριολεκτικά μια βουτιά στα βαθειά, στα βαθειά νερά του Αιγαίου!.. Αλλά η ψαριά που έκανε ο Γιώργος φαίνεται πως ήταν καλή κι ας δούμε τι φέρνει στην επιφάνεια.

Ο Γιώργος Πίττας μας προσφέρει πάνω απ’ όλα το ωραίο ταξίδι. Το ταξίδι σε μια θάλασσα που παραμένει γεμάτη από ήχους, μια θάλασσα «ηχήεσσα» όπως την ονομάζει ο Όμηρος. Μας καλεί όχι απλώς στην περιπλάνηση, αλλά κυρίως στην εξερεύνηση και στην κατανόηση του πολιτισμού του Αιγαίου, μέσα από την ανθρώπινη έκφραση και επικοινωνία, έτσι όπως αυτές όπως αποτυπώνονται και επιτελούνται στην κυριότερη, την άμεσα βιωματική εκδήλωση-θεσμό των νησιών, στο λαϊκό πανηγύρι.

Αυτό που διακρίνει τον Πίττα (πέρα από το ενδιαφέρον και την αγάπη του -κίνητρα αυτονόητα για μια τέτοια προσπάθεια) είναι  η συνειδητή αναζήτηση, ένα κρίσιμο στοιχείο που διαφοροποιεί τον ταξιδευτή από τον τουρίστα. Ο Γιώργος είναι ένας συνειδητός ταξιδευτής, με την ίδια εμμονή που χαρακτήριζε και τον καπταν-Δυσσέα όταν έπλεε στα ίδια νερά του Αρχιπελάγους. Σας θυμίζω ότι ο Οδυσσέας -σύμφωνα με τη σοφή ομηρική διατύπωση- «πολλών ανθρώπων οίδεν άστεα και νόον έγνω». Δηλ. όχι απλώς επισκέφτηκε, περιηγήθηκε πολλά και διαφορετικά μέρη (ως τουρίστας), αλλά -πάνω απ’ όλα- «νόον έγνω». Ως συνειδητός ταξιδευτής επιδίωξε να γνωρίσει, να κατανοήσει, να μοιραστεί τη νοοτροπία, τον τρόπο σκέψης και πράξης, τον πολιτισμό των ανθρώπων.

Κάτι ανάλογο επιχειρεί και ο Γιώργος Πίττας σ’ αυτό το βιβλίο του, επιλέγοντας να αφουγκραστεί τον παλμό του Αιγαίου μέσα από την τελετουργία του πανηγυριού, στα μέρη εκείνα όπου η Ελλάδα ακόμη αντιστέκεται και επιμένει. Με την παρέα, την ομάδα, την κοινότητα να προβάλουν, να επιβεβαιώνουν, να διεκδικούν την ταυτότητά τους και να αρνούνται να υποβιβάσουν το συλλογικό γλέντι σε αγοραία «διασκέδαση» (σκόρπισμα δηλ.) ή σε φολκλορική φιέστα, όπως συχνά γίνεται στις μέρες μας.

Μέσα από το πανηγύρι, το τραγούδι, η μουσική και ο χορός (ως ομοούσιος και αδιαίρετη τριάδα του λαϊκού μας πολιτισμού) αποκτούν έναν ισχυρό συμβολικό χαρακτήρα. Αναγορεύονται σε κατεξοχήν σύμβολα ταυτότητας, σε σημεία αναφοράς, συνδετικούς κρίκους της ομάδας, τεκμήρια της  συλλογικής δημιουργικής ικανότητας, θεματοφύλακες της ιστορικής μνήμης. Δεν είναι μεμονωμένα και ξεκάρφωτα, αλλά εντάσσονται λειτουργικά στην κοινή ζωή και δράση. Ικανοποιώντας την ανάγκη του ανθρώπου να βρει σύμβολα, κώδικες και συμπεριφορές που θα του επιτρέψουν να φέρει στην επιφάνεια, να εκφράσει δημόσια, να μοιραστεί, να ακουμπήσει τα βαθύτερα συναισθήματά του. «Ήβγε στην παρουσία» λένε χαρακτηριστικά για τη συμμετοχή στο γλέντι στην Κάρπαθο και νομίζω ότι αυτή η φράση τα λέει όλα.

Στην παραδοσιακή κοινότητα, μέσα από την προφορική παράδοση, το άτομο -από την παιδική ακόμη ηλικία- μυούνταν στο να συμμετέχει σε μια συλλογική ζωή, όπου όλα τα μέλη μπορούσαν να τραγουδήσουν, να χορέψουν, να εκφραστούν, να επικοινωνήσουν, ο καθένας «με την τάξη τους και τη σειρά τους», όπως χαρακτηριστικά λέει μια φράση-κλειδί για την κατανόηση της λειτουργίας του λαϊκού γλεντιού. «Με την τάξη του και τη σειρά του», δηλ. πάντοτε μέσα στα όρια των κανόνων της παράδοσης, σε σχέση με το ποιός, που, πότε, πώς και γιατί. Αυτό αποτελούσε ένα κορυφαίο μάθημα ζωής, μια διαβατήρια τελετή για την ένταξή τους στο σύνολο, στην εκμάθηση του κοινωνικού τους ρόλου και, εν τέλει, το τεκμήριο και το μέτρο της εθνοπολιτισμικής τους ταυτότητας.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως όταν το 1982 πρωτοπήγα στο περίφημο πανηγύρι της Βρυκούντας στην Όλυμπο της Καρπάθου και θέλησα να χορέψω μου είπαν ότι την πρώτη μέρα χορεύουν μόνο οι Ολυμπίτες, τη δεύτερη οι υπόλοιποι Καρπάθιοι και μόνο την Τρίτη μέρα επιτρέπεται να μπουν στο χορό οι άλλοι «ξένοι». Επίσης, όταν ένας τραγουδιστής είπε μια μαντινάδα «ξεκάρφωτη» που δεν ταίριαζε με τις υπόλοιπες, ο λυράρης θυμωμένος του πέταξε το δοξάρι γιατί «ασχήμυνε το γλέντι»! Ενώ, προς μεγάλη έκπληξη όλων ημών που αναζητούσαμε το δήθεν «αυθεντικό», διαπιστώσαμε ότι το ποτό που σερβίριζαν στα πήλινα κανάτια ήταν …ουίσκι, φυσικό αποτέλεσμα του γεγονότος ότι στο πανηγύρι συμμετείχαν πολλοί ξενιτεμένοι Καρπάθιοι της Αμερικής που το καλοκαίρι επέστρεφαν στο νησί τους. Όλα αυτά ήταν μεγάλα μαθήματα για εμάς τους τότε «νεοφώτιστους», επιβεβαιώνοντας τόσο την «τάξη και τη σειρά» στην παράδοση, αλλά και τους νεωτερισμούς σ’ ένα χώρο που δεν μένει στατικός αλλά -σαν ένα ζωντανό κύτταρο- εξελίσσεται.

Γι’ αυτό άλλωστε και τα τραγούδια, οι μουσικές, οι χοροί παραμένουν το κλειδί για να προσεγγίσει κανείς το ύφος, το ήθος, την κοσμοθεωρία, τον πολιτισμό μιας ομάδας, ενός λαού, μιας εποχής.  Για να γνωρίσουμε τον «άλλον», θέτοντας ταυτόχρονα σε σύγκριση και δοκιμασία όλες τις βεβαιότητες και τα άκαμπτα αξιώματα του «εγώ» μας. Αποδεχόμενοι το δικαίωμά του στην έκφραση, σεβόμενοι την ιδεολογία του, κατανοώντας την αισθητική του, βρίσκοντας τα κοινά σημεία, σεβόμενοι τις διαφορές. Και, εν τέλει, ξορκίζοντας την προκατάληψη, το ρατσισμό και την ξενοφοβία, που τόσο απειλητικά θεριεύουν και πάλι στις μέρες μας. Ένα πολύτιμο μάθημα ζωής!

Αυτή ακριβώς νομίζω ότι είναι και η σημαντικότερη συνεισφορά του βιβλίου του Γιώργου Πίττα. Αφήνει πίσω του την απλή περιγραφική ταξιδιωτική περιήγηση, κρατά αποστάσεις από μια ρομαντική-νοσταλγική λαογραφική προσέγγιση, καταδύεται στο βαθύτερο ήθος του Αιγαιοπελαγίτικου πολιτισμού και έρχεται να μας πει απλά, σεμνά, και διακριτικά τι είδε, τι ένοιωσε, τι τον συν-κίνησε. Καλώντας κι εμάς να συν-κινηθούμε αντίστοιχα, αναζητώντας και συν-κοινωνώντας τις αξίες και τα μηνύματα ζωής που εμπεριέχει όλος αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας. Ένα «μακρόκοσμο μικροκόσμων» θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την ανθρωπογεωγραφία του Αιγαίου, όπου οι επιμέρους διαφορές και οι αυτόνομες παραδόσεις εντάσσονται αρμονικά, δυναμικά σ’ ένα ενιαίο πολιτισμικό πλαίσιο. Με έναν τεράστιο πλούτο και ποικιλία στα μουσικά και στα χορευτικά ιδιώματα και στις λειτουργίες τους.

Όλα αυτά αποκαλύπτονται με μοναδικό τρόπο στην επιτέλεση του πανηγυριού κι ένας εξασκημένος παρατηρητής, όπως αποδεικνύεται ο Πίττας μέσα από το μακρόχρονο οδοιπορικό του, αποκτά τη γνώση και την ευαισθησία να τα εντοπίζει. Και στη συνέχεια, με τα κείμενα και τις εξαιρετικές φωτογραφικές του επιλογές, να τα σχολιάζει, να υπογραμμίζει, να μεγεθύνει, να αναλύει και να κάνει τον αναγνώστη συνταξιδιώτη, συμμέτοχο, συμπαραστάτη και σύμμαχο.

Αυτό που θαύμασα πάνω απ’ όλα σ’ αυτό το βιβλίο είναι η μαεστρία του Γιώργου να τιθασέψει και να διαχειριστεί έναν τόσο μεγάλο και ετερόκλιτο όγκο δεδομένων και πληροφοριών (60 κατοικημένα νησιά, 10000 εκκλησίες και ξωκλήσια και πάνω από 20000 πανηγύρια). Αποδελτιώνει κριτικά τη σχετική βιβλιογραφία, επιλέγει αξιόπιστο υλικό από τα διάφορα αρχεία και τις συλλογές και παράλληλα συνεισφέρει στο κοινό ταμείο με τις προσωπικές του καταγραφές και συνεντεύξεις.

Όχι με τη μονομέρεια μιας αυστηρά επιστημονικής προσέγγισης, που κάποτε βάζει στεγανά και καταλήγει να εστιάζει στο δέντρο αντί για το δάσος. Αλλά ούτε και με τη φετιχιστική εμμονή του συλλέκτη, που συσσωρεύει αδιάκριτα πληροφορίες και υλικό χωρίς να είναι σε θέση να το αξιολογήσει και να το διαχειριστεί. Ο Πίττας κατορθώνει να κρατάει μιαν αξιοθαύμαστη ισορροπία ανάμεσα στον υποψιασμένο, τον εξειδικευμένο ερευνητή και στον συγκινημένο ταξιδιώτη που μυείται σε νέους κόσμους και σε «λιμένας πρωτοειδωμένους» κατά πως λέει ο ποιητής. Κρατάει εξαιρετικά ημερολόγια που τον συνδέουν με τους παλαιούς περιηγητές και τους ταξιδιωτικούς λογοτέχνες, αλλά παράλληλα διατυπώνει καίριες παρατηρήσεις που έχουν επιστημονική βαρύτητα και οδηγούν από την απλή καταγραφή στην ανάλυση και στην ερμηνεία, από το ειδικό στο γενικό.

Τον παρατηρούσα και πάλι πριν λίγες μέρες στη φετινή Συνάντηση Λαϊκών Πνευστών του Αιγαίου στη Σαντορίνη. Ο άμεσος τρόπος, ο σεβασμός και η ειλικρίνεια που διακρίνουν την επικοινωνία του με τους λαϊκούς οργανοπαίκτες, αλλά και η εμπιστοσύνη με την οποία κι αυτοί αντιγυρίζουν το ενδιαφέρον του, μου επιβεβαίωσαν το «μυστικό» της επιτυχίας αυτού του βιβλίου.

Θα μπορούσαμε να εστιάσουμε σε πολλά ειδικότερα σημεία και θέματα που θίγει και αναδεικνύει στις σελίδες του, αλλά δεν θα ήθελα να καταχραστώ και τον χρόνο των υπολοίπων ομιλητών. Επιτρέψτε μου λοιπόν να καταλήξω ανακαλώντας ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα που υπογράμμισα στο κείμενο του Γιώργου Πίττα και που θεωρώ ότι συνοψίζει το περιεχόμενο της σκέψης του και την ποιότητα του προβληματισμού του:

Η συνάντηση της Ανατολής με τη Δύση, του παρελθόντος με το παρόν, του παγκόσμιου με το τοπικό, της παράδοσης με τη νεωτερικότητα μπορεί να δημιουργήσει νέες πραγματικότητες τόσο στο χώρο της τέχνης όσο και της κοινωνικής ζωής. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι παντού, ως αντιστάθμισμα της ραγδαίας παγκοσμιοποίησης και της πολιτιστικής ομογενοποίησης, παρατηρείται μια έντονη στροφή προς τη διερεύνηση και την επανερμηνεία του κόσμου της παράδοσης και των τοπικών πολιτισμών, στην κατεύθυνση δημιουργίας νέου συστήματος αξιών και νέας πολιτιστικής ταυτότητας… Στην υποκρισία των σύγχρονων κοινωνικών συναναστροφών και στη φυγή των «εικονικών» ταξιδιών, τα πανηγύρια έρχονται να μας υπενθυμίσουν ότι υπάρχει και η ζωή. Η ζωή μαζί με τους άλλους.

Έτσι καταλήγει ο Γιώργος Πίττας, αυτό είναι το μήνυμα ζωής που μας απευθύνει μέσα από το καινούργιο βιβλίο του κι όσοι έχουν αυτιά ας το ακούσουν.

Ας ευχηθούμε να κρατήσουν οι χοροί και να είμαστε καλά να ανταμώνουμε και να ξεφαντώνουμε, με χορούς ελεύθερους και κυκλωτικούς, στα πανηγύρια του Αιγαίου, στις γιορτές της Ελλάδας, της Ελλάδας που αντιστέκεται κι εξακολουθεί να επιμένει, σ’ ένα κλίμα τόσο ζοφερό και εθνικά ταπεινωτικό όπως αυτό που ζούμε.

Και, μαζί με τις ευχαριστίες μας, να ευχηθούμε στον Γιώργο να είναι πάντα καλά αυτός και οι αγαπημένοι του, με δύναμη και έμπνευση, περιμένοντας την επόμενη δουλειά του.

Λάμπρος Λιάβας

Καθηγητής εθνομουσικολογίας Παν/μίου Αθηνών      

Το πανηγύρι του Σταυρού στη Δονούσα.

Ο κομψός ναός του Τιμίου Σταυρού

Δεν είχε στεγνώσει ακόμα το μελάνι από την έκδοση των “πανηγυριών του Αιγαίου” όταν κάποια παραπονιάρικα νησιά μου μήνυσαν την στεναχώρια τους -για τ’ οτι είχαν αποκλειστεί  και οι δικαιολογίες δεν στεκόνταν- τάθελε κι ο κώλος μου και είπα να ξεκινήσω τον δεύτερο τόμο. Τα επόμενα τριάντα νησιά! Ήδη είχα καβάτζα κάποια καμωμένα που δεν χώρεσαν στο βιβλίο και με βάρκα όπως πάντα την ελπίδα ξεκίνησα για  την Δονούσα. Το μοναδικό νησί των Κυκλάδων που δεν είχα επισκεφθεί ούτε μιά φορά.

Η λειτανεία της εικόνας

Η Δονούσα είναι το πιό δυσπρόσιτο νησί των Μικρών Κυκλάδων  κι ας απέχει μόλις 8 μόλις  ναυτικά μίλια απο τη Νάξο και 14 από τα Κατάπολα της Αμοργού. Κι  αυτό  γιατί εδώ τελειώνει το Ικάριο πέλαγος και ο τόπος είναι πάντα μεσ’ τους αέρηδες και τα μποφόρια. Η Δονούσα  είχα ακούσει ότι είναι ένας παράδεισος για όσους  πραγματικά θέλουν να ζήσουν ήσυχες διακοπές, να απολαύσουν τις  όμορφες παραλίες και να γνωρίσουν τους φιλόξενους κατοίκους της. Δεν είναι τυχαίο ότι  η   Δονούσα έχει τους πιστούς της –έλληνες και αλλοδαπούς- που δεν μπορούν να ζήσουν χρονιά χωρίς την ενέργειά της.

Βέβαια η επίσκεψή μας μόνο ησυχία και ηρεμία δεν προεξοφλούσε καθότι το πανηγύρι του Σταυρού είναι το σημαντικώτερο πανηγύρι του νησιού –η Χώρα του νησιού λέγεται Σταυρός- και οι πιστοί πανηγυριώτες,  παρ’ οτι η ημερομηνία πέφτει  εκτός καλοκαιρινής σαιζον,  15 Σεπτεμβρίου, έρχονται απο όλα τα γύρω νησιά  να το γιορτάσουν. Πόσο μάλλον που φέτος θα τραγουδούσε ο Νίκος Οικονομίδης.

Καφενείο το Κύμα. Εδώ λειτουργεί σαν παντοπωλείο.

Το στίγμα τόδωσε η Βαγγελιώ Μαρκουλή, η αδιαφιλονίκητη  προσωπικότητα , του νησιού.

“Μας φέρναν κάτι όργανα τις προάλλες και κοιμώμασταν. Φέρτε μωρέ τον Οικονομίδη να ξυπνήσουμε!”

Το καφενείο του “Κύμα” του άντρα της, Νικήτα Μαρκουλή, δεσπόζει στο μικρό λιμανάκι της Δονούσας,  λειτουργεί απο το 1948 και είναι το παλιότερο και  πιό δημοφιλές μαγαζί του νησίου. Σ’ αυτά τα μικρά νησιά –η Δονούσα δεν ξεπερνά τους 120 κατοίκους- τα καφενεία είναι “πολυμορφικά”. Το Κύμα είναι ταυτόχρονα καφενείο, ανοίγει από τις 7 για να υποδεχθεί το πλοίο συνεχίζει  με  το μικρό σουπερμάρκετ και το βράδυ μετατρέπεται σε ταβέρνα που κλείνει αργά  τη νύχτα.

Η ματιά της κυρά-Βαγγελιώς

Η Κυρά Βαγγελιώ με τα εκφραστικά μάτια και τις σταράτες κουβέντες απο το πρωί είναι απίκο και ετοιμάζει όλα τα μαγειρευτά της για το βράδυ. Παστίτσιο αυτές οι πληθωρικές μερίδες που τελειωμό δεν έχουν, κεφτέδες, το ερίφι πατατάτο κι άλλα πολλα..  Όχι που δεν θα χάσει και τις ευκαιρίες της για κοινωνικό σχολιασμό!

Η ώρα της συζήτησης και των κοινωνικών σχολιασμών!

Στο Κύμα κοντοστέκεται κανείς μόλις φθάσει με το βαπόρι γιατί είναι το πρώτο μαγαζί.   Άλλωστε είναι το μοναδικό που λειτουργεί το χειμώνα, κι όπου μαζεύονται οι ντόπιοι για καφέ, τάβλι και κανά χαρτάκι.

Εδώ μάθαμε τα καθέκαστα, ποιοί παπάδες θα λειτουργήσουν, πότε θα γίνει ο εσπερινός, το γλέντι, την επομένη ο όρθρος, η θεία λειτουργία, η λειτανεία κλπ, όλα αναρτημένα σε αφίσσα κατατοπιστική. Ήπια το καφεδάκι μου απο τα χέρια της Βαγγελιώς –έπεσε ενδιαμέσως και η σχετική κοινωνική κριτική- και πήρα των ομματιών μου προς  την εκκλησιά του Σταυρού.

Απ' το Κύμα θα περάσουν όλοι και θα μαθευτούν όλα τα νέα του χωριού

Μιά εκκλησιά με πανέμορφο καμπαναριό, έναν λουλακί τρούλο και ένα σημαιοστολισμένο προαύλιο. Οι γυναίκες  του χωριού με τα παιδιά τους στολίζαν με λουλούδια –βασιλικά, γιασεμιά, τζίνια, λευκά γαρύφαλλα- τις εικόνες του ναού, ενώ κάτι μεσήλικες μεταφέραν τους άρτους.  Η μύτη μου έσπασε από τις μυρωδιές από ένα παρακείμενο κτήριο. Πηγαίνοντας κατά κεί ανακάλυψα το Πνευματικό κέντρο. Πέντε καζάνια βράζαν με το κοκκινιστό –φαγητό για πεντακόσιους νοματαίους- ενω πλάι 150 κιλά μικρές πατατούλες περιμέναν τη σειρά τους να βρασθούν. Την επιμέλεια του μαγειρέματος την είχε o Mιχαήλ Πράσινος που ζει χρόνια στην Μελβούρνη και έρχεται χρόμο παρά χρόνο ειδικά για το πανηγύρι.

Οι λαμπάδες τάματα και οι προσκυνητές

Πνευματικό κέντρο του ιερού ενοριακού ναού τιμίου Σταυρού της Δονούσας ξεκίνησε να φτιάχνεται με πρωτοβουλία του εφημέριου Κωνσταντίνου Μαρκουλή  Γιός του Νικήτα  και της Βαγγελιώς ο  παπα-Κωνσταντίνος  ξεκίνησε το έργο με την τόλμη της ηλικίας του – γύρω στα τριάντα-   και όλοι φοβόντουσαν πώς θα εξελιχθεί γιατί ήταν πολύ φιλόδοξο. Σ’ όσους εκφράζαν τους φόβους μα και την ανησυχία τους  στη μάνα του, αυτή τους καθησύχαζε και τους αποστόμωνε: “O Θεός θα τον βοηθήσει, μεγάλη η χάρη του”. Τα μπετά ορθώθηκαν το 2007,σε ένα οικόπεδο που δόθηκε δωρεά  πλάι απο την εκκλησία και ενώ τα χρήματα είχαν σωθεί,   ο Θεός βοήθησε και έστειλε τον εφοπλιστή Θανάση Μαρτίνο ο οποίος ανέλαβε την ολοκλήρωση του έργο. Μιά αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, για γεύματα, συνεστιάσεις, συνέδρια και προβολές. ενα μαγειρείο που θα ζήλευαν πολλά εστιατόρια και έναν ξενώνα για οκτώ επισκέπτες.

Στο καφενείο ήταν διάχυτη η αγωνία για τον αν θα πέσει ο καιρός για νάλθουν τα καίκια απο τα γύρω νησιά με τους προσκυνητές,  γιατί ο Σκοπελίτης –το καράβι θρύλος που ένωνε τις Μικρές Κυκλαδες-   είχε παγιδευτεί με την υπόθεση των 30 καραβιών που δεν τους αναγνωρίσθηκε ο ρώσικος νηογνώμομας  και έμενε δεμένος μέχρι νεωτέρας.

Η είσοδος και το προαύλιο του ναού του τιμίου Σταυρού

Μετά τον Εσπερινό όπου χοροστάτησαν ο πατήρ Αντώνιος απο τη Μητρόπολη Παροναξίας και ο ιεροκύρηκας πατήρ Ματθαίος απο την Μητρόπολη Σαντορίνης και νήσων ο κόσμος πήρε τους άρτους και  κατηφόρισε προς το λιμάνι. Οι άρτοι ήταν από τους πιό νόστιμους που είχα δοκιμάσει. Πέρασα απο τον μοναδικό φούρνο του νησιού. Ο Μάκης Συρίγος ο φούρναρης με καμάρι με έδωσε τη συνταγή: αλεύρι, λάδι, γλυκάνισο, κανέλλα, γαρύφαλλο, μαστίχα και μαχλέπι.

Εσπερινός και ευλογία των άρτων

Κατά τις εννιά η ώρα ο κόσμος πέρασε στο Πολιτιστικό κέντρο όπου θα γινόταν το γεύμα, κατσικάκι κοκινιστό με πατάτες και κατόπιν κατηφόρησε στο γιαλό.

Παρ’ ότι ο καιρός ήταν φορτωμένος, στον διαμορφωμένο χώρο στο λιμάνι όπου  θα γινόταν ο χορός , υπήρχε κίνηση. Λιγώτερος κόσμος απο πέρισυ, αλλά απρόσμενα  επαρκής για το γλέντι -τους υπολόγισα γυρω στους πεντακόσιους- λαμβανομένων υπ’ όψιν των συνθηκών.

Ντόπιοι, Αθηναίοι,  Μικροκυκλαδίτες απο γύρω νησιά,  φυσιολάτρες απο τα καμπίγκ και αρκετοί αλλοδαποί είχαν στηθεί και περίμεναν τα  όργανα και τον Οικονομίδη και την παρέα του.

Ο Νίκος Οικονομίδης είναι πολύ αγαπητός γιατί είναι μιά τελείως ιδιαίτερη μορφή στο νησιώτικο τραγούδι. Βιολάτορας, γλεντιστής, τραγουδιστής, στιχουργός, συνθέτης, ερευνητής, διανοούμενος,  δισκογραφικός παραγωγός ο Νίκος είναι ταυτόχρονα  άνθρωπος της καρδιάς και της σκέψης, του πανηγυριού  και της συναυλίας, της αυθεντικής παραδοσιακής μουσικής, του  αυτοσχεδιασμού αλλά και του νεωτερισμού. Το άκρως αντίθετο από τους εκπροσώπους “των σκυλονησιώτικων”.

Η Κυριακή και ο Νίκος ξεσηκώνουν τους πανηγυριστές!

Τα «καινούργια» νησιώτικα τραγούδια του, είναι σαν να έρχονται  απο παλιά. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί τα θεωρούν ότι είναι διασκευές παλιών.  Έλα όμως που είναι καινούργια και που πατάνε στέρεα στα  χνάρια της παράδοσης..

Ακούσματα καινούργια αλλά και ταυτόχρονα τόσο  οικεία, αναπόσπαστα μέλη  μιας παλιάς μεγάλης οικογένειας. Της οικογένειας του παραδοσιακού νησιώτικου τραγουδιού.  Ο καθηγητής Μουσικολογίας Λάμπρος Λιάβας σχολιάζει: “ Το τραγούδι του Νίκου,  είναι καθαρό και σεμνό χωρίς άσχετες και περιττές «τσαλκάντζες». Ακούστε το λαγούτο του, ρυθμικό κι απέριττο να κανοναρχεί σαν ισοκράτης. Και, πάνω απ’ όλα, ακούστε αυτή τη μοναδική δοξαριά και το πάθος που αναβλύζει απ’ το βιολί του (…).»

Οι Κουφονησιώτες δώσαν βροντερό παρόν στο χορό

Οπως πάντα –από σεβασμό φαντάζομαι-  το πρόγραμμα ξεκίνησε με τους κλασικούς παραδοσιακούς σκοπούς των νησιών. Συρτούς απο Δυτ. Κυκλάδες, Κύθνο, Σίφνο, Σέριφο, Κίμωλο απο Παροναξία, Μύκονο και Αμοργό και κατέληξε στα Μυκροκυκλαδίτικα, σκοπούς από Δονούσα, Σχοινούσα, Ηρακλειά και Κουφονήσια.

Τα Δονουσόπαιδα λατρέψαν τον Οικονομίδη

Ο Νίκος ήταν εξαιρετικά χαρούμενος, εκδηλωτικός, είχε απογειωθεί. επικοινωνούσε με το κοινό του ενώ η σύντροφος του  Κυριακή Σπανού έδινε τον καλύτερό της εαυτό. Πάνω από εκατό άτομα, χόρευαν σε μόνιμη βάση στη πίστα, σε τρεις και τέσσερεις κύκλους. Και τι δεν χόρεψαν. Συρτούς, μπάλους, σούστες, τον μυκονιάτικο μπαλαριστό, τον ικαριώτικο, τον καβοντορίτικο, τα αμοργιανά, την “Αιγιαλίτισσα” και την “Καταπολιανή-Αμοργιανό μου πέραμα”   και βέβαια και τις δικές του επιτυχές οπόταν έγινε ο χαμός.“Οτσα τα πανιά γυρίζω- Μπαρμπαριά”, “Γιάντα να μη θέλεις γιάντα”, “Το γλέντι”, “Σαν τον ουρανό φαντάζεις”.

Μικροί μεγάλοι χορεύαν όλους τους σκοπούς

Μού έκανε πάντως εντύπωση οτι η πλειοψηφία των χορευτών γνώριζαν πάρα πολύ καλά τα βήματα όλων των χορών και δεν ήταν όπως αλλού που χορεύουν σα να πατούν σταφύλια! Στο χορό πρωταγωνίστηκε και ο δήμαρχος της Νάξου που ήλθε το βράδυ ειδικά για το πανηγύρι αλλά και δημοτικός σύμβουλος Μαρίνος Σιγαλας απο τις μικρές Κυκλαδες.

Ο Μαρίνος Σιγάλας, ο οικοδεσπότης μας, σε δράση

Ο Νίκος τραγούδησε και τραγούδια που του ζητάγαν, μάλιστα κατά τα χαράματα –στις επτά τελείωσε το γλέντι- ακούσαμε ηπειρώτικα. Μιά άλλη στιγμή μας εξήγησε:

“ Πρώτον δεν πάω ποτέ σε πανηγύρια με χαρτώματα. Τελεία και παύλα. Κατά δεύτερον δεν παίρνω παραγγελιές! Ικανοποιώ επιθυμίες. Άλλο τ’ ένα  και άλλο το άλλο. Το ένα είναι εντολή, το δεύτερο βλέπω τους ανθρώπους, τον χαρακτήρα τους, τους τρόπους τους και αν  ταιριάζει με το κλίμα  γιατί να μην τους ευχαριστήσω”.

Εκείνο το βράδυ ο Νίκος, η Κυριακή και οι συνεργάτες τους, εξαίρετοι μουσικοί, στο σαντούρι και  στο λαγούτο ευχαρίστησαν τους πάντες και δεν έμεινε κανείς στεναχωρημένος.

Τα φτωχικά νοικοκυριά και ο "πολιτισμός της φτώχειας"

Την επόμενη μέρα στα πολύ σύντομα πεταχθήκαμε στη Μερσίνη. Ενα ερημωμένο ορεινό χωριό τριάντα χαμόσπιτων. Σημερινοί κάτοικοι δώδεκα. Όλοι τους γερόντοι. Θέα ανεπανάληπτη προς την Αμοργό. Ο αέρας βοριάς να σε σηκώσει! Ξάφνου μιά πόρτα μισάνοικτη. Δρασκελίζω και προς έκπληξη μου συναντώ ένα απίστευτο αρχοντικό!

Ο κυρ-Αναστάσης σε σπάνια στιγμή ευτυχίας. Με τη σύζυγο, την κόρη και την εγγόνα.

Το σπιτικό του Αρσένη, ενός ήρωα της ζωής που αν και ανάπηρος –έχασε το πόδι του στον εμφύλιο- επί πενήντα χρόνια καλλιεργεί τη γη και κάνει όλες γεωργικές εργασίες ωσάν να ήτο αρτιμελής! Με φίλεψαν πάραυτα φάβα τοπικό ( ο φάβας στα νησάκια αυτά), κρασί και πάμπολλες ιστορίες. Άλλη μιά εντυπωσιακή εμπειρία από τον «πολιτισμό της φτώχειας» που χάνεται.

Ο πλάτανος και η πηγή της Μυρσίνης.

Χαμηλώτερα και δυό βήματα πιό πάνω από τον φουντωτό πλάτανο και  την πηγή με τα γάργαρα νερά –μιά μικρή όαση μες το στακτόξανθο περιβάλλον-  βρήκαμε μια δεύτερη όαση γαστρονομική αυτη τη φορά. Η Κυριακή Σιγάλα έστησε το μαγέρικο –πριν πέντε χρόνια- “Η κόρη του Μιχάλη”, μιά πραγματικά έκπληξη.

Στην άκρη του πουθενά ένας γαστρονομικός παράδεισος

Μιά ταβέρνα με χίλια δυό καλούδια, που δύσκολα να συναντήσεις στα πιό σοφιστικέ εστιατόρια των νησιών του Αιγαίου πελάγους.  Δοκίμασα κάποια απ’ αυτά και κατευχαριστήθηκα όπως το δονουσιώτικο φιρμάνι, τις μαραθοτηγανίτες, τα φαβατούδια, τα σουτζουκομπίφτεκα, τα μπριτζολοπαϊδάκια στη λαδόκολλα και την σκορδομακαρονάδα.

Φέτα με σουσάμι και μαυροκούκι, ψητή τυλιγμένη σε φύλλο, με μαρμελάδα πιπεριάς!

Την ώρα της αναχώρησης –δυό μέρες ήταν όλες κι όλες η παραμονή μου- αναλογιζόμουν την πυκνότητα και την ποίοτητα των στιγμών που έζησα στη Δονούσα. Ζεστή  φιλοξενία, όμορφα τοπία, μοναδικές θάλασσες, εγκάρδιες σχέσεις, φυσιογνωμίες σμιλεμένες από τον μόχθο και τη στέρηση. Τέλος πραγματική ανάγκη για χορούς και τραγούδια προκειμένου  να σμίξουν οι ανθρώποι και νιώσουν -γιά κάποιες  στιγμές- την κοινή τους μοίρα και τη ευτυχία να ζουν σ’ αυτόν  τον ευλογημένο τόπο.

Μιά βιβλιοπαρουσίαση μες το παριανό κατακαλόκαιρο!

Γιώργος Πίττας, Σπύρος Μολφέτας, Ηλίας Προβόπουλος, Μπήλιω Τσουκαλά, Μιράντα Τερζοπούλου.

Ο Σπύρος  Μολφέτας, η Μπήλιω Τσουκαλά και η Μιράντα Τερζοπούλου λέν καλά λόγια για το βιβλίο «Πανηγύρια στο Αιγαίο» και τον συγγραφέα του, την αφεντιά μου, ενώ την εισήγηση του τέταρτου παρουσιαστή, του Ηλία του Προβόπουλου, θα την απολαύσουμε στη Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία, στο πρωτοσέλιδο της Βιβλιοθήκης.

Σάμπως νάταν υπερβολικοί στις καλωσύνες τους αλλά εμένα δεν μου έπεσε και άσχημα και ομολογώ οτι δεν με χάλασε καθόλου!

Απλώς δεν χόρτανα να διαβάζω τα γραφούμενα  τους και να τους ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου!

Ο Σπύρος Μολφέτας, διευθυντής της σχολής Μωραϊτη.

Ο Σπύρος Μολφέτας, εκπαιδευτικός, διευθυντής της Σχολής Μωραϊτη άνοιξε την βιβλιοπαρουσίαση:

“Το βιβλίο Πανηγύρια στο Αιγαίο, το πήρα στα χέρια μου υπό τη μορφή δοκιμίων εκτύπωσης τα περασμένα Χριστούγεννα. Ο καλός φίλος Γιώργος Πίττας μου το έδωσα να του  ρίξω μια ματιά και να του πω τη γνώμη μου. Η αλήθεια είναι ότι το ρούφηξα ξεχνώντας πολύ συχνά το σκοπό για τον οποίο  το διάβαζα.  Με γοήτευσε η απλότητα και αμεσότητα της γραφής, η τεκμηρίωση των δεδομένων που μετατρέπονταν σε πληροφορίες , το μεράκι του ανθρώπου που αλώνισε το Αιγαίο, καταρχήν για να ζήσει ο ίδιος τα δρώμενα, να γλεντήσει να χορέψει, να νιώσει την κατάνυξη που αποπνέει η όλη διαδικασία, αλλά ταυτόχρονα να αφουγκραστεί να καταγράψει να απαθανατίσει και να διασώσει με τον τρόπο αυτό, βιώματα και συνήθεις του λαού στα  νησιά του αρχιπελάγους…

Είχα την τύχη να έχω δάσκαλο στα μαθητικά μου χρόνια το Ματθαίο Μουντέ, θεολόγο, ποιητή αλλά προπάντων αιγαιοπελαγίτη με καταγωγή από τη Χίο.  Είχε για πολλά χρόνια μια ραδιοφωνική εκπομπή στο κρατικό ραδιόφωνο που λεγόταν «Αιγαίο ρίζα και διάρκεια». Αν ζούσε θα αφιέρωνε πολλές εκπομπές του στη δουλειά του Πίττα. Θα ένιωθε περήφανος που ένας μερακλής άνθρωπος καταπιάστηκε με τούτο το θέμα και το ερεύνησε με τιμιότητα, επάρκεια και πληρότητα. Ο Πίττας ανήκει στην σπάνια κατηγορία των ανθρώπων που σήμερα αποτελούν είδος εν ανεπαρκεία, εκείνων , δηλαδή, που νιώθουν την υποχρέωση να προσφέρουν. Δεν είναι λαογράφος, κοινωνικός ανθρωπολόγος, ιστορικός ή δημοσιογράφος, δεν ανήκει στην ακαδημαϊκή κοινότητα, δεν επιχορηγείται από κοινοτικά κονδύλια για την έρευνα, ή από τον κρατικό κορβανά. Είναι μια μορφή που παραπέμπει στο Υπερωκεανιο του Εμπειρίκου που τραγουδάει και πλέει με άσπρο στο σώμα του  και κίτρινο στις τζιμινιέρες, αρμενίζει ως αέναος ταξιδευτής το Αιγαίο, γιατί βαρέθηκε τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων, παρατηρεί και βιώνει, ερευνά και συνάμα ζει με όλη του την ψυχή το γλέντι, μοιράζεται ενδεχομένως τη θρησκευτική κατάνυξη, και μας κλείνει το μάτι καλώντας μας να τα μοιραστούμε όλα αυτά μαζί του…

Στο τούτο το σημείο βρίσκεται και ένα από τα μεγάλα στοιχήματα αυτού του βιβλίου. Να μας σηκώσει από την καρέκλα, να μας κάνει να καταλάβουμε ότι τα πανηγύρια είναι κομμάτι και της δικής μας παράδοσης, είναι η αφορμή να διεγερθούν και να συντονιστούν διάφορες δημιουργικές δυνάμεις μιας τοπικής κοινωνίας οι οποίες σε συνδυασμό με φυσικό περιβάλλον να μετουσιωθούν σ’ ενα γλέντι τρικούβερτο που ενδέχεται να μας αφορά και να μας αρέσει….

Συνολικά πιστεύω ότι στους καιρούς που διανύουμε, τα πανηγύρια μπορούν να μας κάνουν να επαναπροσδιορίσουμε έννοιες όπως το εμείς ή το όλοι μαζί, σε αντίθεση με το εγώ ή το ο καθένας για την πάρτη του.

Θεωρώ ότι το βιβλίο Πανηγύρια στο Αιγαίο, ανοίγει δρόμους προς αυτή την κατεύθυνση…”

Η Μπήλιω στη σκιά του Ηλία.

Ακολούθως η Μπήλιω Τσουκαλά παρ’ όλη τη λεπτή της θέση, έβαλε όπως πάντα τάξη στα πράγματα:

“Εξαρχής να σας εξομολογηθώ  ότι  μού είναι δύσκολο να μιλήσω για κάποιον που είναι τόσο κοντά μου, όπως είναι ο συγγραφέας αυτού του του βιβλίου που σήμερα παρουσιάζουμε εδώ, και για κάτι που έζησα από τόσο κοντά όλα αυτά τα χρόνια, το πώς δηλαδή γράφτηκε αυτό το βιβλίο.

Αν ο Γιώργος δεν ήταν άντρας μου, θα ήμουν λιγότερο φειδωλή στα λόγια μου για να περιγράψω τη σπουδαιότητα, τον πλούτο και το βαθύ περιεχόμενο αυτού του βιβλίου, και εάν δεν έλειπε τόσο πολύ από το σπίτι όλα αυτά τα χρόνια που ταξίδευε στο Αιγαίο για να κάνει την έρευνα για τα Πανηγύρια των νησιών, ίσως να ήμουν πιο ανεκτική μαζί του.

Το θέμα πάντως είναι ότι τούτο το βιβλίο, το νέο πόνημα του Πίττα, έχει έναν όγκο δουλειάς που δύσκολα περιγράφεται. Είναι το αποτέλεσμα μιας έρευνας και καταγραφής πολλών ετών, πάνω από 20, σε όλα σχεδόν τα νησιά του Αιγαίου. Πήγε, έψαξε, βρήκε. Ρώτησε ανθρώπους, μίλησε μαζί τους, άντλησε πηγές και μνήμες από τους παλαιότερους. Έκανε πάρα πολλά ταξίδια. Ταξίδια  άπειρα τον αριθμό. Συχνά κοπιαστικά, γύριζε σπίτι καταταλαιπωτημένος. Αλλά και χαρούμενος, όταν έβρισκε ένα καλό πανηγυράκι, που τον γέμιζε με την αυθεντικότητά του και την αλήθεια του.

Υπήρχαν φορές που φύγαμε για διακοπές οικογενειακώς μαζί με τον γιό μας σε κάποιο κυκλαδονήσι, και εκείνος μας παρέσερνε – εντέχνως – να πάμε σε κάποιο χωριό όπου είχε ακούσει για κάποιο καλό πανηγύρι. Και έτσι, αντί να κάνουμε διακοπές, όπως όλοι οι άνθρωποι, μπάνια και τα λοιπά, εμείς  – γιος μας μικρός τότε, δεν έφερνε αντιρρήσεις – καταλήγαμε στην περιπέτεια ενός πολύωρου ποδαρόδρομου, ή και ορειβασίας για να φτάσουμε στη δύσβατη περιοχή του πανηγυριού και μετά σε ολονύκτια γλέντια, με το χάραμα να μας βρίσκει  να ψάχνουμε κάποιο χώρο για να κοιμηθούμε.

Ο Πίττας έχει μια μεγάλη αντοχή στα δύσκολα  ( μπορεί για αυτό να με παντρεύτηκε κιόλας… ) όπως επίσης έχει και ένα πάθος με την αυθεντικότητα. Αυτός ο συνδυασμός του δίνει το σθένος αλλά και τον οπλίζει με την απαραίτητη εμμονή, να αναζητά χωρίς να υπολογίζει κόστος και θυσίες, αυτό που έχει βάλει στο μυαλό του.

Οι σπουδές του στο Παρίσι, οικονομίας και φιλοσοφίας, αλλά και τα διαβάσματά του, του έδωσαν τη Μέθοδο, δηλαδή τον τρόπο της σκέψης να μπορεί, αυτά που βλέπει, να τα βάζει στη σωστή τους διάσταση, να τα τοποθετεί στο χώρο και στον χρόνο με τη σαφήνεια του μελετητή και την μεθοδικότητα του ερευνητή.

Νομίζω πως ο Γιώργος δεν θα είχε γράψει κανένα από τα βιβλία του, εάν δεν διακατεχόταν από ένα μεγάλο πάθος. Να ψάχνει και να βρίσκει την αλήθεια των πραγμάτων. Τους αληθινούς τόπους, τους αυθεντικούς ανθρώπους, τα ειλικρινή συναισθήματα. Τέτοια ακριβώς που εντόπισε στα Πανηγύρια του Αιγαίου, από την  πρώτη στιγμή που ήρθε σε επαφή μαζί τους, παληκαράκι 20 ετών, όταν την κοπάνισε από τη βάρδια στο πλοίο όπου υπηρετούσε ναύτης τότε, και πήγε με έναν κληρούχα φίλο του σε ένα πανηγυράκι στη Σίφνο.

Αυτό ήταν. Το λέει και μέσα στο βιβλίο του. Ερωτεύτηκε από τότε τα Πανηγύρια και τον κόσμο τους.

Φαίνεται, πως η αλήθεια των πραγμάτων δεν είναι κάτι που μπορεί κανείς να εντοπίσει όταν αποτελεί μέρος τους. Γι’ αυτό, ο Πίττας μπόρεσε και έκανε όλη αυτή τη σπουδαία δουλειά, πάνω στα Πανηγύρια του Αιγαίου. Γιατί, χωρίς να του ανήκει, μπήκε ψυχή τε και σώματι σε αυτό το σύμπαν, όπου το πάν-εγείρεται, και το κατέγραψε με σεβασμό και αγάπη.

Αυτό είναι και το ουσιαστικό στοιχείο, κατά τη γνώμη μου, που τον παρακινεί συνεχώς  σε νέες περιπέτειες και δεν τον αφήνει να ησυχάσει ποτέ…”

Η Μπήλιω Τσουκαλά με την Μιράντα Τερζοπούλου

Η Εθνολόγος Μιράντα Τερζοπούλου έκλεισε την βιβλιοπαρουσίαση με την αλληγορία της:

«Με τον Γιώργο Πίττα παρόλο που είμαστε και οι δυο ταξιδευτές και παραμυθάδες, μπεκρήδες και γλεντζέδες, δεν έλαχε να  συναντηθούμε σε τούτης  της ζωής τις στράτες. Ούτε σε ταξίδια ή ταξιδιάρικα βιβλία ούτε σε ταβέρνες ή ταβερνιάρικα βιβλία. Ήρθε η ώρα τώρα, αφού μάλλον είμαστε κι οι δυο για τα πανηγύρια. Για να σοβαρευτώ λίγο: με αναζήτησε, μαθαίνοντας ότι κι εγώ για χρόνια  συμμετέχω -με τους δικούς μου τρόπους- και μελετώ διάφορες ιεροτελεστικές συνάξεις απ’ αυτές που περιλαμβάνουμε κάτω απ’ τον γενικό χαρακτηρισμό «πανηγύρια». Μου έδωσε μια σχεδόν τελειωμένη μορφή του βιβλίου του και ζήτησε τα σχόλια και την κριτική μου, διατυπώνοντας με εφηβική σεμνότητα την αγωνία και ανασφάλεια που ένιωθε για την επιστημονική εγκυρότητα και πληρότητα του έργου του. Άθελα του μου έδινε ένα πρώτο δείγμα ποιότητας.

Το βιβλίο το ρούφηξα και το απόλαυσα κρατώντας πλούσιες και σχεδόν πάντα θετικές σημειώσεις σχετικά με τη δομή και τη σύνθεση του απέραντου υλικού του, την ερευνητική του ματιά, τις λεπτομερειακές παρατηρήσεις, τα σχόλια ή τον τρόπο γραφής του.

Όταν όμως μου έδωσε τη χαρά να με καλέσει σ’ αυτήν εδώ τη γιορτή, όλες εκείνες οι παρατηρήσεις πέταξαν απ’ το κεφάλι μου προς άλλες πιο χειμωνιάτικες ίσως συνθήκες, ενώ κάτι στο βάθος  του μυαλού μου στριφογύρναγε επίμονα. Έψαξα και εντέλει βρήκα εκείνο που έπρεπε να θυμηθώ, αφού κάποιος άλλος είχε προλάβει να γράψει πριν πολλά χρόνια, ό,τι περίπου κι εγώ θα ήθελα να πω σήμερα μιλώντας όχι για τις επιμέρους αρετές του βιβλίου αλλά για κάτι γενικότερο, κάτι που τις υπερβαίνει μα και τις περιέχει.

Είναι ένα απόσπασμα από την εισαγωγή που έγραψε κάποτε στο βιβλίο του «Ο Αστρολάβος, ήτοι ένα παράξενον βιβλίο όπου περιέχονται περίεργες ιστορίες και περιγραφές από διάφορα μέρη, που εσύναξεν με πολύ πόθον και που ομιλεί για τους ανθρώπους και τις τέχνες τους, για τον τρόπο της ζωής και τα εξωτικά τους έθιμα και πολλά άλλα εις τους πολλούς άγνωστα….», ο υπέροχος παλιοκαιρίσιος Φώτης Κόντογλου. Απόσπασμα που αναφέρεται στα ταξίδια και τα βιβλία, και που νομίζω πως αποτελεί το πιο ταιριαστό προφητικό εγκώμιο για το εξαιρετικό νεογέννητο βιβλίο του Γιώργου Πίττα που απόψε σαν τις μοίρες μοιραίνουμε. Θα σας το διαβάσω, προσπαθώντας να μην προδώσω την μοναδική γραπτή λαλιά του αξέχαστου δάσκαλου.

«Στα σημερινά τα χρόνια οι άνθρωποι πετάνε στον ουρανό με  τ’ αεροπλάνα και ταξιδεύουνε με μεγάλη γληγοράδα, ώστε άρχεται η μια χώρα κοντά στην άλλη και φαίνεται η γης ίσα μ’ ένα πορτοκάλι. Με τούτο δεν πάει να πει πως ο κόσμος μίκρυνε. Πολλά μυστήρια είναι ακόμα, πλήθος τόποι κρυμμένοι και μυστικοί. Τα πιο πολλά έθνη ζούνε δίχως να βρεθεί κανένας άνθρωπος να γράψει την ιστορία τους…’Ομως όπου κατοικούνε άνθρωποι, το κάθε βουνό, νησί είτε ποτάμι έχει το όνομα του, πράμα που δείχνει πως η Γεωγραφία είναι παλαιότερη παρά η Ιστορία. Πολλοί ιστορικοί γράφουνε τάχα την ιστορία του κόσμου γράφοντας ολοένα πολεμικά και πολιτικά πράματα, για ρηγάδες και βασιλιάδες, σα νάναι αυτοί μονάχα ανθρώποι κι οι ντροπές και τα αίματα που χυθήκανε η μόνη προκοπή μας. Αυτά τα βιβλία έπρεπε να καίγονται σαν των αιρετικών…

Εμένα ό,τι μ’αρέσει σε κάθε τόπο το στορίζω με την τέχνη μου, πολλή είτε λίγη, δίχως να κάνω μηδέ φιλοσοφία μηδέ τίποτε. Το μεράκι μου είναι να κάνω μια ζωγραφιά απλή και καλοδουλεμένη που να φραίνεται όποιος τη βλέπει. Γιατί το μεγαλύτερο κέρδος στον άνθρωπο είναι το να φχαριστιέται με απλά και όμορφα πράματα. Αυτά που λένε πολλοί πως σήμερα το μυαλό μας άλλαξε κι αποζητά φιλοσοφίες και μηχανικές δεν το παραδέχουμε. Στο χέρι του ανθρώπου στέκεται να πονηρέψει ή ν’ απομείνει απλός.

Πολλά βλέπουνε τα μάτια μας, πολλά ακούνε τ’ αφτιά μας, μα λίγα ξεχωρίζουμε, λιγοστά δίνουνε θροφή στην καρδιά μας, κι άνθρωπος που δεν δίνει θροφή στην καρδιά μας δεν τον λογαριάζω για άνθρωπο. Ο Θεός έκανε ένα κεντίδι το ντουνιά, όπου να γυρίσεις να δεις μπορεί να φχαριστηθεί το πνέμα σου, φτάνει να μην έχεις σφαλίξει τη φλέβα π’ αναβρύζει μέσα σου….

Κι εγώ σπουδασμένος είμαι, μα κατάλαβα πως δεν είναι σωστό η σπουδή να ξεραίνει την καρδιά μας, παρά εμείς οι άνθρωποι πρέπει να δίνουμε πνοή και γλυκύτητα στη γνώση μας. Η πεθυμιά μου με δυο λόγια είναι να μοιάζει τούτο το βιβλίο  με κείνη τη φημισμένη πηγή στο Ταίναρο ακρωτήριο, κι όποιος κοίταζε μέσα στο νερό της έβλεπε ένα θέαμα θαυμαστό, τα καράβια ν’αρμενίζουνε και αδιάφορα λιμάνια του κόσμου σα ζουγραφιά μπροστά στα μάτια του»…

…Κι εγω τα ξαναθυμήθηκα και σας τα αφηγήθηκα εδώ, γιατί διαβάζοντας το βιβλίο του φίλου μας Γιώργου Πίττα, εκτός που ταξίδεψα, έμαθα, έζησα ή ξανάζησα πράγματα πολύτιμα για μένα από μια Ελλάδα που αλλάζει μα δεν χάνεται, ένιωσα πως διαβάζω ένα τέτοιο βιβλίο, απ’ αυτά που δίνουνε θροφή όχι μόνο στο πνεύμα μα και στην καρδιά μας.  Κι αυτό δεν είναι καθόλου μα καθόλου εύκολο».

Το Μουσείο Λαϊκού Πολιτισμού του Αιγαίου, στο Lefkes Village, στις Λεύκες της Πάρου, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου «Πανηγύρια στο Αιγαίο», γιορτάζει τα γενέθλιά του.

Η "ποιητική του ξύλου". Δείγματα τραπεζιών καφενείου και καρεκλών απο τα νησιά του Αιγαίου.

«Ενα μικρό Μουσείο Λαϊκού Πολιτισμού του Αιγαίου, στις Λεύκες -ένα μικρό ορεινό χωριό της Πάρου- εγκατεστημένο μέσα σ’ ένα μικρό ξενοδοχείο –το Lefkes Village- δεν είναι τίποτε άλλο από το άνοιγμα ενός διαλόγου πολιτισμών. Και  προφανώς ενός διαλόγου του Τουρισμού με το Φυσικό και το Πολιτιστικό Περιβάλλον.

Η ποιητικη του καραβομαραγκού.

Τώρα που η λογική της ανάπτυξης και της προόδου φανέρωσε πιά όλες της αδυναμίες της και τα αδιέξοδά της, είναι καιρός να σκύψουμε με σεβασμό και περίσκεψη στους παραδοσιακούς πολιτισμούς, αυτούς που η ανάπτυξη τούς κατέστρεψε και να πάρουμε –έστω και εκπρόθεσμα- ένα κομμάτι από τη σοφία τους».

Σε πρώτο πλάνο η "ποιητική του ξύλου", σε δεύτερη τα "πανηγύρια στο Αιγαίο" και σε τρίτη η φωτογραφική έκθεση "Σημαδια του Αιγαίου". Συνομιλίες σε εξέλιξη!

Έτσι άρχιζε το κειμενάκι του οδηγού του Μουσείο του Lefkes Village που εγκαινιάσθηκε πριν από 15 χρόνια. Χωρίς πολλές φιλοδοξίες, αργά αλλά συστηματικά και μεθοδικά  και βέβαια  με πολύ μεράκι καταγράφηκε στο χώρο αυτό, ένας κόσμος που χανόταν. Προσεγγίζοντας τον Λαϊκό Πολιτισμό του Αιγαίου μέσα από τα αντικείμενα χρήσης,  αλλά ταυτόχρονα και αντικείμενα δημιουργίας, ανακαλύπτουμε ένα κόσμο που σε συνθήκες δύσκολες κατόρθωσε να ζήσει σε αρμονία με το περιβάλλον του, σεβόμενος την φύση και τον άνθρωπο.

Κεραμικά επιγιαλωμένα από την Σάμο

Τα εκθέματα  αντικείμενα – που η λειτουργικότητα τους και η φόρμα τους δοκιμάστηκαν επί αιώνες-  μας αποκαλύπτουν αισθητικές αξίες και συμβολισμούς, αλλά συνάμα αντικατοπτρίζουν την εξέλιξη της  λαϊκής σκέψης και του λαϊκου πολιτισμού του Αιγαίου.

Γιορτάζοντας φέτος  τα γενέθλια του, το αγαπημένο μας μουσειάκι,  παρουσιάζει ταυτόχρονα  τρεις θεματικές εκθέσεις.

Η πρώτη αφορά στη μόνιμη έκθεση των αντικειμένων με θέμα «Η ποίηση της μαστοριάς». Εδώ τέσσερα υλικά του Αρχιπελάγους η πέτρα,  το ξύλο, το μέταλλο και ο πηλός βρήκαν τους «μαστορές» τους και μεταμορφώθηκαν σε ποίηση.

Η ποίηση της μαστοριάς σε φωτογραφίες, σκίτσα, πρώτες ύλες, εργαλεία, αντικείμενα.

Μιά μικρή λεπτομέρια απο τα πετρώματα. Οπάλιοι, μάρμαρα, σμυρίγδι, βαρυτίνη, οψιδιανός!

Η πέτρα εμφανίστηκε στο Αιγαίο σαν σημάδι φτώχειας, σαν τιμωρία και  κατάρα  των θεών και μόνο μετά από ένα τεράστιο αγώνα αιώνων, ο Αιγαιοπελαγίτης το μοναδικό υλικό που βρήκε σε αφθονία,  το μετέτρεψε με μόχθο και  ευρηματικότητα από κατάρα σε ευλογία. Με τις πέτρες έχτισε, χιλιάδες χιλιόμετρα ξηρολιθιών για να δημιουργήσουν τα επίπεδα γης για τις καλλιέργιες –τις περίφημες πεζούλες- , αλλά και τις  εκκλησιές και τα σπίτια τους. Στο εκθετήριο της πέτρας, μπορεί κανείς να παρατηρήρησει  πετρώματα του Αιγαίου από πολλά νησιά.  Την βαρυτίνη της Μυκόνου, την κιμωλία της Κιμώλου, τα μάρμαρα της Πάρου, της μυλόπετρες, τον περλίτη, τον οψιδιανό  της Μήλου, τις Λάμπες από την Πάτμου, τα χουλάκια της Μυκόνου, το σμυρίγδι της Νάξου, την τάλκη από την Τήνο και άλλα πολλά. Απέναντι τους σε φωτογραφίες όλα τα «ποίηματα των μαστόρων της πέτρας» περιστερώνες, ανεμόμυλοι, μοναστήρια, κρύνες, γιοφύρια, πλακόστρωτα, πηγάδια, δεξαμενές, αλώνια, μητάτα  κλπ.

Στο εκθετήριο της σιδηρουργίας  ανακαλύπτουμε την «ποιητική των σιδεράδων». Εδώ οι απόγονοι του Ήφαιστου, με τον ίδιο τρόπο μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα, με το σφυρί και το αμόνι και τη βοήθεια της φωτιάς,  παράγουν εξαρτήματα και εργαλεία για όλα τα λοιπά επαγγέλματα. Στους αγρότες παρέχουν γεωργικά εργαλεία (φτιάρια, αξίνες, τσεκούρια, ηνιά για το όργωμα), στους κτηνοτρόφους κουδούνια και πέταλα, στους ψαράδες  άγκυρες και καμάκια. Στην οικοδομή θα φτιάξουν τις κλειδαριές, τους μεντεσέδες, τους ζεμπερέδες, τα κοντομήρια, τα μάσκουλα, κρίκους και κερκέλια. Η τέχνη της μεταλλουργίας, η τέχνη του γύφτου, θα φτάσει στο απόγειό της με τις σιδεριές (κάγκελα σε μπαλκόνια) και τα μεταλλικά επίπλα. Όλα αυτά τα αντικείμενα εμφανίζονται στο δεύτερο εκθετήριο.

Στη φωτιά με το σφυρί και το αμόνι οι γύφτοι κατασκευάζουν εργαλεία, μεντεσέδες, μάσκουλα, συδεριές...Η ποιητική του σίδερου.

Στον χώρο της αγγειοπλαστικής θα συναντήσουμε την «ποιητική του πηλού» σε μιά συλλογή με πάνω από εκατό κεραμικά απο όλα τα αγγειοπλαστικά κέντρα του Αιγαίου (Αίγινα, Σίφνο, Χίο, Λέσβο, Λήμνο, Ρόδο, Μαργαρίτες και Θραψανά από την Κρήτη, τη Σκύρο κλπ) όπου διακρίνονται τόσο οι διαφορές τους στις φόρμες –από νησί σε νησί- , αλλά και στους χρωματισμούς και τα σχέδια.

Απο τα κεραμικά πρωταγωνιστούν: Tα πυθάρια, τα λαγήνια, οι στάμνες,  οι μισόσταμνες, τα κουμάρια, τα φλασκιά, οι κεσέδες, οι τσανάκες, τα πιάτα, οι γαβάθες, τα λαδικά αλλά και οι φλάροι, οι κυψέλες, οι αρμεοί, τα καπνιστήρια γιά τις μέλισσες, μαγκανοκουβάδες κλπ.

Κεραμικά από Σίφνο, Κρήτη, Λέσβο και Χίο.

Ο χώρος «της ποιητικής του ξύλου»,  καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του Μουσείου  και εκτός κάποιων χοντροκατασκευών (άροτρα, σέλες, αγροτικά εργαλεία, ιχνος απο σκελετό βάρκας)  περιλαμβάνει έπιπλα  απο διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα και περιοχές του Αιγαίου. Η σειρά με τις πελεκητές καρέκλες της Κρήτης και τα τραπεζάκια καφενείου αποτελεί πράγματι μιά σπάνια συλλογή επίπλων.

Συλλογή από σπάνιες πελεκητές καρέκλες Κρήτης.

Η δεύτερη έκθεση αφορά τις φωτογραφίες από το Λεύκωμα «Σημάδια του Αιγαίου»  του Γιώργου Πίττα όπου επιχειρείται μιά περίηγηση στο Αιγαίο και η καταγραφή των σημαδιών του, των στοιχείων που συγκροτούν την ιστορική ταυτότητά του, μέσα από φωτογραφίες, ιστορίες και μικρές λεπτομέριες, τις λεπτομέριες της μεγάλης ανθρώπινης περιπέτειας, τα “μεγάλα μικρά” κατά τον ποιητή. Στόχος της έκθεσης να ακονίσει τις αισθήσεις, να προσφέρει γνώσεις για μια πιο βαθιά διείσδυση στην ουσία και το πνεύμα του Αρχιπέλαγους.

Τέλος, το μεγαλύτερο κομμάτι του Μουσείου καταλαμβάνει η έκθεση «Πανηγύρια στο Αιγαίο» που  πρωτοπαρουσιάζεται στην Ελλάδα. Η έκθεση έχει στηριχθεί στο ομώνυμο  βιβλίο του Γιώργου Πίττα και περιλαμβάνει σαράντα μεγάλα πανώ (μπάνερ), όπου στο καθένα από αυτά περιγράφονται με φωτογραφίες και κείμενα τα πανηγύρια στο Αιγαίο, ενώ σε  μιά ειδική αίθουσα παρουσιάζεται ένα slideshow με εικόνες και αυθεντικές μουσικές εκτελέσεις από το κάθε νησί.

Η έκθεση αυτή αποτυπώνει με τον πιό περιγραφικό τρόπο τα πανηγύρια των νησιών του Αιγαίου,  όπου η μουσική, το τραγούδι, ο χορός και το φαγοπότι είναι αναπόσπαστα μέρη μιας τελετουργίας, στην οποία συμμετέχει όλη η κοινότητα. Γέροι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, μετά την τέλεση της θρησκευτικής εορτής, παίρνουν μέρος στο γλέντι σαν μέλη ενός ενιαίου κοινωνικού συνόλου, που δηλώνει έτσι την παρουσία του και τη συνοχή του. Τα πανηγύρια, το σπουδαίο αυτό κομμάτι της ελληνικής παράδοσης, σαν κοινωνικό γεγονός, είχαν και έχουν μια τέτοια συμπύκνωση ζωής και πολιτισμού που σπάνια τη συναντάς σ’ άλλες εκδηλώσεις.

Σε ένα ειδικό χώρο του Μουσείου  μια  βιβλιοθήκη και ένα αρχείο με DVD,  συμπληρώνουν την βουτιά στον λαϊκό Πολιτισμό του Αρχιπέλαγους.


Ιουλίου 2021
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

cover4.gif

paros-cover.gif